Σάββατο, 11 Ιουνίου 2016

Στο ίδιο σανίδι

http://basketballguru.gr/guest-articles/item/150-sto-idio-sanidi

Ως σήμερα, η καλύτερη σειρά τελικών στο μπάσκετ ήταν αυτή του 90-'91. Το τελευταίο πρωτάθλημα του μεγάλου Αρη. Το τελευταίου του Θεού, Νίκου Γκάλη.
Με ένα σύστημα όπου μετρούσαν και οι αγώνες της κανονικής περιόδου (ο... Βασιλακόπουλος ναι, ήταν από τότε στα κουμάντα, άλλαζε κάθε τόσο το σύστημα διεξαγωγής) και την κούπα την σήκωνε όποιος έφτανε πρώτος στις τέσσερις νίκες.

Στην κανονική διάρκεια, ο Αρης νίκησε και τα δύο ματς. Φτάνοντας στους τελικούς, ο ΠΑΟΚ έκανε μια μεγάλη ρελάνς και πήρε δύο κολλητά, φέρνοντας τις νίκες στο 2-2. Ο ΑΡΗΣ είχε στον πάγκο του τον Μιχάλη Κυρίτση, πατέρα του ,μία δεκαετία αργότερα, παίκτη της ομάδας, Αλέξη Κυρίτση. Η χρονιά είχε ξεκινήσει με τον Λάζαρο Λέσιτς στον πάγκο, η πρώτη χωρίς τον Γιάννη Ιωαννίδη που είχε ήδη μετακομίσει στον Πειραιά, όπου έμεινε πέντε χρόνια, με ισάριθμα πρωταθλήματα, πριν φορέσει ξανά τα κιτρινόμαυρα του πάγκου, αυτή τη φορά της ΑΕΚ. Ο Λέσιτς, όμως, δεν τράβαγε και πολύ, οπότε αργότερα κατέφτασε στον πάγκο ο Κυρίτσης. Ο ΠΑΟΚ είχε προπονητή τον Σάκοτα και είχε ήδη κερδίσει τον πρώτο ευρωπαϊκό του τίτλο, το Κύπελλο Κυπελλούχων, σε βάρος της Σαραγόσα, στη Γενεύη.

Πέμπτο ματς (βίντεο 1 στο τέλος), λοιπόν, και φτάνοντας στο τέλος, ο ΠΑΟΚ προηγείται με 4 πόντους, 16 δεύτερα πριν λήξει το ματς. Οι οπαδοί του τρελαίνονται γιατί βλέπουν για πρώτη φορά την ευκαιρία μετά από έξι συνεχόμενες κατακτήσεις πρωταθλημάτων από τον Αρη να τον βάλει από κάτω. Ο Γιαννάκης μειώνει εύκολα για τον Αρη στους δύο, ο ΠΑΟΚ κάνει επαναφορά, ο Μπάρλοου όμως πετάει την μπάλα λάθος, ο Αγγελίδης κλέβει, πετάει την μπάλα στον Γκάλη, αυτός βρίσκει τον Γιαννάκη που βρίσκεται στα 8 μέτρα (το τρίποντο τότε στα 6.25), αλλά σηκώνεται, ξεφορτώνεται το... τούβλο και σκοράρει! Ο πανζουρλισμός είναι πρωτοφανής και στο Παλέ τραυματίζεται κόσμος στις κερκίδες από τους πανηγυρισμούς για αυτήν την ανεπανάληπτη ανατροπή. Ανεπανάληπτη; Μπα... μάλλον όχι!

Στο επόμενο παιχνίδι (βίντεο 2 στο τέλος) ο ΠΑΟΚ πάλι προηγείται με 2 πόντους, 11 δεύτερα πριν λήξει το ματς και έχει την μπάλα. Και ΠΑΛΙ ΛΑΘΟΣ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ, από τον Φασούλα στον Πρέλεβιτς αυτή τη φορά. Στην επίθεση ο Γιαννάκης βρίσκει τον Σέλερς και αυτός με μπάσιμο παίρνει καλάθι και φάουλ! Βάζει τη βολή, ο Αρης μπροστά με έναν πόντο, χαμένη επίθεση στο γάμο του Καραγκιόζη από τον ΠΑΟΚ, ο ΑΡΗΣ πρωταθλητής και ο Γκάλης πλακώνεται στις μπουνιές με τον Πρέλεβιτς! Ο Γκάλης που αναδεικνύεται πάλι πρώτος σκόρερ, για ενδέκατη συνεχόμενη φορά, ρεκόρ ασύλληπτο και απλησίαστο, με 37 πόντους μέσο όρο, αλλά και πρώτος στις ασίστ με 5. Ο Άρης δεν το ξέρει ακόμη, αλλά η Αυτοκρατορία του εχει μόλις τελειώσει με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο, παίρνοντας ένα ακόμη πρωτάθλημα, το έβδομο σερί, και κερδίζοντας πάντα τον ΠΑΟΚ στους τελικούς.

Όλα αυτά ως φέτος. Γιατί πριν λίγες μέρες ζήσαμε μια μικρή ευλογία για το μπάσκετ και τους εραστές του. Ζήσαμε το πρωτοφανές, τρία μπρέικ, τα δύο με ίδιο σεναριο, ενώ αυτός που έκανε το πρώτο μπρέικ τελικά έχασε. Και κυρίως, την απόλυτη αντιστροφή, το εντελώς αντικινηματογραφικό φινάλε. Στο τελευταίο καρέ, σηκώνεται για το σουτ ο μισητός, αυτός που συμπυκνώνει επάνω του την οργή όλου του κόσμου, των 20.000 ψυχών που πάλλονται εκεί μέσα. Και απέναντι του ορθώνεται ο εκλεκτός τους, ο άνθρωπος που σταματάει το μπάσκετ, που αποχαιρετά, που θέλει να φύγει με μια τελευταία λάμψη. Αν ήμασταν στην αίθουσα του σινεμά, θα ξέραμε πολύ καλά τι θα γίνει.

Όμως, το μπάσκετ δεν είναι σινεμά. Το μπάσκετ είναι θέατρο. Γιατί παίζουν λίγοι. Και οι περσόνες είναι μεγάλες. Τεράστιες. Και έτσι, αυτός που προσπαθεί από χρόνια να του πάρει τα σκήπτρα, που δεν μπορούσε για χρόνια να σταυρώσει μια καλή εμφάνιση μέσα στο παλιό του γήπεδο, μέσα στο παλάτι που εγκατέλειψε για να διεκδικήσει τους ξένους θρόνους, αυτός το καρφώνει ΚΑΙ ΠΑΛΙ! Όπως είχε κάνει μια εβδομάδα πριν. Λες, όπως θα το έκανε αν τον έβαζαν και πάλι το επόμενο βράδυ. Στο ίδιο σενάριο. Με τα ίδια πρόσωπα. Στο ίδιο σανίδι. Γιατί και το μπάσκετ και το θέατρο πατάνε σε σανίδια.

Ευχαριστούμε τους δυνάστες του ελληνικού μπάσκετ. Είναι θαύμα που ξέρουμε πως ζήσαμε κάτι που δεν θα ξεχάσουμε ποτέ. Ένα παιχνίδι είναι. Ναι. Ένα παιχνίδι. Για αυτό είναι και τόσο σημαντικό. Γιατί το παιχνίδι κρατάει μέσα του φυλαγμένη την αρχέγονη χαρά της ανακάλυψης. Και της αποκάλυψης. Όπως και το θέατρο. Μα αν ο Ίψεν, στον Εχθρό του Λαού, έλεγε πως "ο πιο δυνατός άνθρωπος είναι ο πιο μόνος άνθρωπος", εδώ οι ομοιότητες σταματούν. Γιατί στο μπάσκετ, ο πιο δυνατός είναι αυτός που δεν μένει ποτέ μόνος, γιατί τότε δεν είναι δυνατός. Είναι αυτός που κάνει και τους άλλους πιο δυνατούς μαζί του. Είναι ο ήρωας που υψώνει και τους άλλους στο βάθρο.

Νίκος Γκάλης, Δημήτρης Διαμαντίδης, Βασίλης Σπανούλης. Βαθιά υπόκλιση. Και συνεχίζουμε.

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

Ο Χρήστος Πασαλάρης και οι άδειες των καναλιών

http://www.avgi.gr/article/6302883/o-xristos-pasalaris-kai-oi-adeies-ton-kanalion

Οι παλαιότεροι δημοσιογράφοι θα μπορούσαν να αναφέρουν πολλά ονόματα αν τους ζητούνταν να απαριθμήσουν τους καλύτερους γραφιάδες συναδέλφους τους. Αυτούς που η γραφίδα τους έμοιαζε να πετάει πάνω από το χαρτί και να το χαρακώνει μαζί, με την ορθολογική της ακρίβεια και τη λογοτεχνική της φορεσιά. Αν τους ζητούνταν να κατονομάσουν και όσους από αυτούς είχαν γίνει και σπουδαίοι δάσκαλοι άλλων δημοσιογράφων, τα ονόματα θα λιγόστευαν. Σε πολλών, όμως, το στόμα, από αυτούς που σταδιοδρόμησαν στη δημοσιογραφία από τη δεκαετία του 1960 ώς το σχόλασμα του 21ου αιώνα, θα ερχόταν μια αναφορά, αυτή στον Χρήστο Πασαλάρη.

Ο Πασαλάρης είναι μια από τις πιο χαρακτηριστικές φιγούρες εκείνης της δημοσιογραφίας που υπηρετούνταν από τους ανθρώπους οι οποίοι, βγαίνοντας από τα χρόνια της Κατοχής, του Εμφυλίου, του αντιδημοκρατικού κράτους της Δεξιάς και της χούντας, συνειδητοποίησαν στην πράξη και διαφύλαξαν -σε διαφορετικούς βαθμούς, για να μην εξιδανικεύουμε τα παλιά- την αξία που έχει η ανεξαρτησία της γνώμης για τη δημοσιογραφία και η δημοσιογραφία για τη δημοκρατία. Ο Πασαλάρης ξεκίνησε από τον χώρο της κομμουνιστικής Αριστεράς -επιλογή που πλήρωσε με εξορίες- και κατέληξε στον χώρο της Δεξιάς. Το ότι αποχώρησε από πολλές εφημερίδες επικαλούμενος διαφωνίες επί της δημοσιογραφικής δεοντολογίας με τον εκάστοτε ιδιοκτήτη, μόνο ύποπτο μεροληψίας και εξαρτήσεων δεν τον καθιστά. Επιπλέον οι βραβεύσεις του, μεταξύ άλλων, από την Ακαδημία Αθηνών, τον Δήμο Αθηναίων και το ίδρυμα Μπότση δεν φιλοτεχνούν την εικόνα ενός εχθρού του αστικού κόσμου. Ομοίως και οι συνεργασίες του από τη θέση του διευθυντή με εφημερίδες όπως Τα Νέα, Η Βραδυνή, ο Ελεύθερος Τύπος, Η Απογευματινή.

Ο Χρήστος Πασαλάρης το 2008 κυκλοφόρησε ένα βιβλίο με τον εύγλωττο τίτλο Οι βαρόνοι των Media, όπου αναφερόταν στο τοπίο που είχε διαμορφωθεί στον χώρο των ΜΜΕ, λόγω της διαπλοκής των ιδιοκτητών τους με την πολιτική εξουσία. Στο ίδιο θέμα είχε αναφερθεί και νωρίτερα, το 2001, στο βιβλίο του Την Αλήθεια κι ας πονάει, το οποίο μας θύμισε σε πρόσφατο άρθρο της η "Αυγή"1. Στις σελίδες του υπάρχει μια αναφορά που συνδυάζεται έξοχα με την πολιτική επικαιρότητα και συγκεκριμένα το ζήτημα του αριθμού των αδειών των τηλεοπτικών καναλιών. Αναφερόμενος τότε στις εφημερίδες, ο Πασαλάρης έγραφε:

"Αν λειτουργούσε ο νόμος της φυσικής επιλογής και του ελεύθερου ανταγωνισμού, αν έπαυαν οι χαριστικές παροχές, τα δάνεια και οι διευκολύνσεις, αν σταματούσαν οι άνομες χρηματοδοτήσεις των μέσων ενημέρωσης εκ μέρους ισχυρών πηγών (είτε μεγαλοεπιχειρηματίες λέγονται αυτοί, είτε σκοτεινές δυνάμεις, είτε κόμματα), τότε θα επιζούσαν στην Αθήνα 4-5 εφημερίδες διαφόρων αποκλίσεων".

Ένας, λοιπόν, εκ των πατριαρχών της αστικής δημοσιογραφίας αναγνωρίζει εδώ πως ο μόνος τρόπος διά του οποίου μπορούσαν στην Ελλάδα του 2001 να επιβιώσουν οι περισσότερες εφημερίδες ήταν μέσω της εξάρτησής τους από την πολιτική και την οικονομική εξουσία. Σήμερα, με τη διαφημιστική πίτα να μικραίνει συνεχώς, θα ήταν παράλογο να ισχυριστεί κανείς για τα τηλεοπτικά κανάλια, με τα πολύ μεγαλύτερα έξοδα, πως θα μπορούσε να υπάρχει παραπάνω από έναν μικρό αριθμό αυτών χωρίς να δημιουργούνται φαινόμενα εκτεταμένης διαπλοκής και διαφθοράς. Εκτός, βεβαίως, και αν πρόκειται για την εγχώρια αντιπολίτευση, που αρνείται μια πραγματικότητα η οποία βγάζει μάτι. Βεβαίως, καμία έκπληξη δεν υπάρχει εδώ. Όταν η Ν.Δ. υπερασπίζεται αυτούς που ο Πασαλάρης το 2001 χαρακτήριζε ως "εθνικούς προμηθευτές που νοικιάζουν βρόμικες πένες και βραχνά λαρύγγια" θα ήταν εξόχως παράλογο να περίμενε κανείς να υποστηρίξει τα λόγια μιας από τις πιο ψύχραιμες φωνές του ίδιου της του χώρου. Θα μπορούσε, όμως, να ακούσει έστω την κυρία Βούλτεψη. Η οποία στο ίδιο βιβλίο μας πληροφορεί πως υπάρχουν «εργολάβοι δημοσίων έργων που χρησιμοποιούν τα κανάλια για να εκβιάσουν το κράτος». Ατυχώς, τα γραπτά μένουν.

Στον κήπο των παιδιών


«Πρέπει να αφήσουμε το στίγμα μας με μια μεγάλη μεταρρύθμιση στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, που θα αντιμετωπίσει τις παθογένειες, αλλά και τις δυσλειτουργίες του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. […] Από το ωρολόγιο πρόγραμμα και τα κενά στα σχολεία μέχρι το περιεχόμενο των σχολικών βιβλίων και τη σύνδεση του σχολείου με τον αθλητισμό και τον πολιτισμό, έχουμε ένα ευρύ πεδίο δυνατοτήτων αλλά και προκλήσεων μπροστά μας». Αυτά ήταν τα λόγια του Αλέξη Τσίπρα στην πρώτη συνεδρίαση του νέου υπουργικού συμβουλίου. Βέβαια, θα επεσήμανε κανείς ότι προς το παρόν ο χώρος της Παιδείας δεν έχει νιώσει την μεταρρυθμιστική πνοή της Αριστεράς να φυσάει από πάνω της. Η ανάγκη διευθέτησης των εντελώς άμεσων ανοιχτών ζητημάτων των σχολείων δεν έχει αφήσει χώρο για να προχωρήσουν ευρύτεροι σχεδιασμοίκαι στα πανεπιστήμια η εφαρμογή του αψήφιστου νόμου Μπαλτά έρχεται σταδιακά, προς ώρας μόνο με την μείωση των αρμοδιοτήτων των Συμβουλίων Διοίκησης, μέχρι, όπως φαίνεται, την υποχρεωτική αξιολόγησή τους πριν από την οριστική τους παύση.

Και κάπως έτσι, πρόλαβαν την κυβέρνηση οι πρώτες κινητοποιήσεις, μαθητών και φοιτητών. Πολλά από τα αιτήματα αφορούσαν τα γνωστά και δεδομένα, δηλαδή τις ελλιπείς υλικοτεχνικές υποδομές και την στελέχωση σε ανθρώπινο δυναμικό. Πράγματα για τα οποία όταν συζητάει κανείς – όσο και αν επιβάλλεται να μην αφήνουμε το μυαλό μας να εγκλωβίζεται στην στενή δημοσιονομική ρεαλπολιτίκ των Μνημονίων – είναι υποχρεωμένος να διέλθει από το δεδομένο της οικονομικής στενότητας και της επιτήρησης από τους «εταίρους». Ήτοι, από την αντικειμενική δυσκολία να καλυφθούν όλες οι ανάγκες αυτή τη στιγμή – όσο κι αν η κυβέρνηση κάνει υπερβάσεις, όπως για παράδειγμα των διορισμό μεγαλύτερου αριθμού αναπληρωτών εκπαιδευτικών φέτος από πέρσι – μέχρι να ομαλοποιηθεί κάπως η γενική κατάσταση και να μπορέσουν να αντληθούν πόροι από αλλού για να υποστηρίζουν τις ανάγκες της παιδείας, που μαζί με την υγεία δεν μπορεί παρά να είναι στην πρώτη προτεραιότητα της κυβέρνησης, τόσο λόγω της σημασίας τους καθαυτής, όσο και του μεγάλου κόστους που συνεπάγονται για τις οικογένειες, όταν δεν καλύπτονται επαρκώς από το δημόσιο.

Μόλις όμως ο λόγος των κινητοποιούμενων κυλήσει λίγο πέρα από αυτά, αναδεικνύεται ένας πλούτος. Ειδικά στις δηλώσεις των μαθητών, ως έναυσμα για την κινητοποίησή τους δεσπόζει η ανάγκη τους για ένα εντελώς νέο σχολείο. Έρχονται στην επιφάνεια, χωρίς να τις αναζητήσουμε, σπαρταρώντας, οι πολλές αλήθειες των παιδιών. Και μιλάνε για ένα σχολείο που δεν τα καταλαβαίνει, που δεν τα κάνει να το απολαμβάνουν, που δεν τα κάνει να αγαπάνε τη γνώση, που δεν το νιώθουν χρήσιμο, που δεν τα καλλιεργεί. Τα λόγια τους είναι ένας πολύχρωμος κήπος, γεμάτος από τους καρπούς των εμπειριών τους, σχηματισμένους σε άγουρη πείρα, έτοιμη όμως να καρπίσει κι άλλο και να μας δώσει μια γεύση από το μέλλον που τα παιδιά θα ήθελαν να ανθίζει μέσα σε αυτόν τον κήπο. Τον κήπο που πρέπει να επισκεφτούμε. Και πρώτος από όλους, ο ίδιος ο υπουργός. Και εκεί που πιο πολύ βγαίνουν νέες φύτρες είναι στις καταλήψεις. Μια έρευνα που είχε γίνει σε Λύκεια της χώρας από το Τμήμα Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου τις μέρες των μαθητικών κινητοποιήσεων του 2006 είχε δείξει πως ο βασικός λόγος πίσω από τις καταλήψεις δεν ήταν τόσο τα πολιτικά επίδικα του χώρου της Παιδείας, αλλά η ανάγκη των μαθητών να διαχειριστούν οι ίδιοι και οι ίδιες το σχολείο τους, τον χώρο που περνάνε τόσο μεγάλο μέρος της ζωής τους και επί του οποίου δεν έχουν τον παραμικρό λόγο. Ο υπουργός, λοιπόν, να επισκεφτεί έναν τέτοιο μπαχτσέ, μια κατάληψη, ένα οργισμένο σχολείο. Και αν τον βρει χορταριασμένο και λίγο αφιλόξενονα μην τα φοβηθεί. Να βάλει το χέρι του στο χώμα και μαζί με τα παιδιά να ξηλώσει τις αγριάδες. Γιατί τα χόρτα και οι τσουκνίδες πολλές φορές όταν κατακλύζουν τον τόπο, είναι απλώς μια αντίστροφη ένδειξη του πόσο εύφορο, πόσο ζωντανό είναι το έδαφος που πάνω του φυτρώνουν. Μόνο που για να αποκαλυφθεί αυτό το έδαφος θέλει να σκύψουν από πάνω του κάποια χέρια.

Να δείξει λοιπόν ο υπουργός πως δεν ήταν μια πολιτική ντρίμπλα η δήλωσή του, ότι τα αιτήματα των μαθητών είναι εναρμονισμένα με τις στοχεύσεις της κυβέρνησης. Και να δείξει η κυβέρνηση πως σε αντίθεση με όλες τις άλλες ως τώρα, για αυτήν οι αγώνες δεν είναι πρόβλημα προς επίλυση, αλλά μέσο βοήθειας. Πως πιστεύει ότι χρειάζεται μια συνολικά νέα ματιά, που θα βάζει μπροστά τις πλούσιες ανάγκες των παιδιών για ένα σχολείο που δεν θα τα ετοιμάζει για να ακολουθήσουν πειθήνια τις κοινωνικές επιταγές και νόρμες, αλλά για να φτιάξουν αυτά νέους κανόνες. Και την αλλαγή αυτή να την συζητήσει με τους μαθητές, στα σχολεία. Να τους ακούσει. Γιατί η μεγαλύτερη συμβολή αυτής της κυβέρνησης ίσως να είναι αυτή, να ξετυλίξει τα σπάργανα μιας μεγάλης αλλαγής στο χώρο της εκπαίδευσης, στο περιεχόμενο και τις μεθόδους του σχολείου για να μπορέσει να αλλάξει αποτελεσματικά και τη λειτουργία των άλλων βαθμίδων. Με τα παιδιά, με τους νέους ανθρώπους. Για όσα έλειψαν από εμάς στο σχολείο και τα ψάχνουμε ακόμη.

Έναν διανοούμενο για την Δεξιά

http://www.avgi.gr/article/5993691/enan-dianooumeno-gia-tin-dexia

Όταν το ΠΑΣΟΚ είχε ηττηθεί στις εκλογές του 2007 με ποσοστό ακόμη μικρότερο από του 2004, η θεμελιακή κρίση που το διέτρεχε ήταν προφανής. Μετά το τέλος της περιόδου Σημίτη, το κόμμα είχε μπουκώσει και δεν μπορούσε να μπει στην νέα εποχή του. Όμως, η πιο ουσιαστική πολιτική συζήτηση για την φυσιογνωμία του ΠΑΣΟΚ και τον ρόλο που θα μπορούσε να έχει, δεν έγινε ούτε εντός των οργανώσεων και των οργάνων του, ούτε στις σελίδες του αστικού Τύπου. Η συζήτηση έγινε στις εφημερίδες της Αριστεράς, κυρίως της ΑΥΓΗΣ. Καθόλου παράδοξο. Η Αριστερά έχει μια παράδοση βαθιάς ανάλυσης των πολιτικών και ιδεολογικών ζητημάτων και το δυναμικό διανοουμένων για να την υποστηρίζει.

Ακόμη πιο εκκωφαντικές από την τότε σιωπή και αμηχανία του κεντρώου χώρου, είναι οι σημερινές στον χώρο της Δεξιάς. Δεν μας παραξενεύει το ότι όλη η συζήτηση εν όψει της εκλογής νέου προέδρου της Ν.Δ. είναι εξαιρετικά υποτονική. Η θεματολογία της κινείται στο στενό φάσμα από το ποια βαρωνία της Ν.Δ. θα έχει κερδίσει καλύτερη θέση την επόμενη μέρα, μέχρι το ποιος υποψήφιος «μπορεί να κερδίσει τον Τσίπρα». Το κόμμα της ελληνικής Δεξιάς βρίσκεται σε μία πρωτοφανή θέση: Ηττάται επανειλημμένως στις κάλπες από τον ΣΥΡΙΖΑ και απαξιώνεται από τους πολίτες λόγω της πολιτικής της, ενώ την ίδια στιγμή βλέπει τον ΣΥΡΙΖΑ να εφαρμόζει δομικά στοιχεία της. Για να το θέσουμε σχηματικά, πιο δεξιά δεν έχει να πάει από μια -έτσι κι αλλιώς- αντιδημοφιλή πολιτική και πιο αριστερά δεν ξέρει και δεν θέλει να πάει επί της ουσίας, αλλά ούτε και μπορεί να πείσει ότι πάει, έστω σε ρητορικό επίπεδο. Κάθε κριτική της Ν.Δ. προς τα μέτρα του ΣΥΡΙΖΑ πέφτει σαν πέτρα πάνω στον τσίγκο, επιστρέφοντας κάθε φορά τον ίδιο εχθρικό απόηχο της απαξίωσης: κανείς δεν πιστεύει πως η Ν.Δ. θα έφερνε καλύτερα μέτρα, ούτε πως έχει το έρεισμα να κάνει κριτική στον ΣΥΡΙΖΑ για μια πολιτική, την οποία η ίδια υποστήριζε για χρόνια. Κυρίως, όμως, η Ν.Δ. εκλαμβάνεται από τον κόσμο ως υπαίτια μιας πολιτικής δεκαετιών που οδήγησε τελικά στα Μνημόνια. Η ελληνική Δεξιά, λοιπόν, αναζητά τον επόμενο αρχηγό κάνοντας την κουφή απέναντι στα κρίσιμα ερωτήματα, γιατί τα φοβάται και δεν μπορεί ούτε να τα πλησιάσει: Το «με ποια πολιτική;» και το «με ποιο κόμμα;». Δηλαδή, με ποιο διαφορετικό σχέδιο από όσα εφαρμόζονται ώς τώρα και με ποιο συλλογικό εργαλείο, με ποια δράση και ποια σχέση με την κοινωνία. Δύο δέσμες ερωτημάτων τα οποία συνεπάγονται την ανάγκη αλλαγών και ανατροπών που κανείς δεν φαίνεται διατεθειμένος να κάνει, που κανείς δεν αντέχει.

Σε αυτό το πλαίσιο, παρότι σίγουρα πολλοί από τους δεξιούς διανοούμενους αντιλαμβάνονται την απόλυτη ανάγκη να τεθούν τα παραπάνω ζητήματα, η σιωπή τους μοιάζει δικαιολογημένη. Όχι μόνο διότι και οι ίδιοι έχουν γίνει εν πολλοίς τμήματα μηχανισμών και σχέσεων εξουσίας και άρα δυσκολεύονται να αρθούν υπεράνω αυτών συγκροτώντας μια ανεξάρτητη ανάλυση και ένα σχέδιο με προοπτική, αλλά και επειδή η ιδεολογία δεν διακρίνεται μηχανικά ανάμεσα σε αυτά που λέμε στον κόσμο και σε αυτά που κρατάμε για τον εαυτό μας. Το μοντέλο άσκησης πολιτικής που είναι υπό κρίση, όπως και το οικονομικό μοντέλο, έχουν αξίες και κανόνες που και οι ίδιοι ενστερνίζονται και δεν μπορούν να εγκαταλείψουν εύκολα. Όμως, η Αριστερά δεν πρέπει να χαίρεται εν τέλει για την διαιώνιση αυτής της κατάστασης. Η πολιτική αμηχανία της Δεξιάς οδηγεί όλο το πολιτικό σύστημα πιο βαθιά στη λογική της διαχείρισης και της απαξίωσης. Το έχουμε δει άλλωστε να συμβαίνει και αλλού. Όταν ο Αλέξης Τσίπρας στη Βουλή ανέφερε κάτι για τις εσωκομματικές εκλογές της Ν.Δ. που θεωρήθηκε έμμεση στήριξη στον Βαγγέλη Μεϊμαράκη, ένας βουλευτής της πετάχτηκε και ειρωνικά του αντέτεινε «Με δύο ευρώ μπορείς να ψηφίσεις!», αναφερόμενος στο αντίτιμο του δικαιώματος συμμετοχής στην ψηφοφορία. Αυτήν την εσωκομματική δημοκρατία των δύο ευρώ της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ, την πληρώνουμε χρόνια τώρα όλοι μας, γιατί εξοικειώνει τον κόσμο με την απαξίωση της δημοκρατίας. Και τα ερωτήματα όσο δεν απαντώνται δεν χάνονται, αλλά φουσκώνουν και γίνονται ανεξέλεγκτα.

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2015

Απέχοντας και ψηφίζοντας


Άλλη μια φορά εκλογές και άλλη μια φορά που προέκυψε ένα πλούσιο υλικό προς αξιολόγηση, το οποίο κινδυνεύει να χαθεί μέσα από φωνές που διεκδικούν δικαιώσεις. Εδώ θα περιοριστούμε σε δύο σχόλια για την αποχή και την πολιτική ταυτότητα της ψήφου στον ΣΥΡΙΖΑ.

Η συζήτηση για την αποχή που ξεκίνησε με το κλείσιμο της κάλπης γίνεται με τρόπο που δεν επιτρέπει να δούμε την πραγματική της διάσταση. Η ανάγκη να μειωθεί η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και να δικαιωθούν άλλες επιλογές που αυτοπαρουσιάζονται ως πιο αριστερές και συνεπείς προς το Όχι του δημοψηφίσματος έκανε την αποχή σύνθημα σε στόματα και πληκτρολόγια από όπου μαθαίνουμε πως «ΣΥΡΙΖΑ ψήφισαν λιγότεροι από δύο στους δέκα Έλληνες, άρα μην πανηγυρίζετε».
Αυτό που πρέπει να εξεταστεί εδώ, αν θέλουμε να βγάλουμε κάποιο συμπέρασμα μέσα από τον ορυμαγδό, δεν είναι η συνολική τυπική αποχή και τα ταχυδακτυλουργικά με τους αριθμούς, αλλά η αύξησή της.

Καταρχάς, όμως, να σημειώσουμε τρία πράγματα. Πρώτον, η τυπική συμμετοχή είναι 57% σε εκλογικούς καταλόγους συνολικά 9.840.000 πολιτών. Αν αφαιρέσουμε τους υπερήλικους, τους πολλούς μεταναστεύσαντες και τους νεκρούς -γιατί οι κατάλογοι δεν ανανεώνονται τακτικά και πάντα βρίσκουμε δεκάδες θεωρητικώς υπεραιωνόβιους- το ποσοστό αυτό μεγαλώνει. Ενδεικτικά, θεωρώντας πως το πραγματικό σύνολο των εν δυνάμει ψηφοφόρων είναι οκτώ εκατομμύρια (αρκετά λογικό για μια Ελλάδα έντεκα εκατομμυρίων), η συμμετοχή φτάνει στο 70%, άρα η αποχή στο 30%.
Δεύτερον, πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί με την πολιτική χρήση της αποχής, γιατί, αν την αποδώσουμε στο ότι οι άνθρωποι που την επιλέγουν δεν βολεύονται στο πολιτικό σύστημα και το απαξιώνουν, τότε -αφού εξηγήσουμε το γιατί δεν κατάφεραν αυτούς τους δυσαρεστημένους από το σύστημα να τους πείσουν όσοι κινήθηκαν ενάντια στον ΣΥΡΙΖΑ, τον οποίο κατηγορούσαν πως εξελίχθηκε, υποτίθεται, σε «μία από τα ίδια»- κινδυνεύουμε να της αποδώσουμε ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά που δεν έχει, ενώ, αντιθέτως, παραδοσιακά φέρει μεγάλο βαθμό μικροαστικής πολιτικής αντίληψης, ειδικά για όσους απέχουν σταθερά.

Τρίτον, στο δημοψήφισμα η τυπική συμμετοχή ήταν γύρω στο 60%, αλλά, αν μας έλεγε κάποιος πως το πραγματικό ποσοστό του Όχι δεν είναι 62%, αλλά 35%, και πως το 40% των Ελλήνων δεν ψήφισε διότι, για παράδειγμα, δεν του χωρούσε το εκβιαστικό δίλημμα του δημοψηφίσματος, κανένας αριστερός (ή απλώς λογικός) άνθρωπος δεν θα ήταν τόσο δεκτικός σε αυτή τη θέση.

Το συνολικό ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ μειώθηκε κατά μόλις 0,9% και οι συνολικοί του ψηφοφόροι κατά 320.000. Τα ποσοστά του στους αδύναμους οικονομικά δήμους των Β' Αθήνας, Β' Πειραιά και Α' Θεσσαλονίκης ήταν σε εξαιρετικά ύψη είτε μειώθηκαν ελαφρώς (Β' Αθήνας) είτε παρέμειναν σταθερά (Β' Πειραιά) είτε αυξήθηκαν αισθητά (Α' Θεσσαλονίκης), σε ποσοστά μεταξύ 39% και 42%. Τα νούμερα πάντα προσφέρονται για ερμηνείες. Αρκεί αυτές να μην είναι εύκολες. Γιατί τότε βρισκόμαστε με δύο αναλύσεις που κάποια πάσχει, αφού από τη μια λέμε πως ο λαός της 5ης Ιουλίου ήταν ηρωικός λέγοντας το Όχι και, από την άλλη, πως ο λαός της 20ής Σεπτεμβρίου ήταν υποταγμένος στη μοίρα του ψηφίζοντας τον ΣΥΡΙΖΑ για να διεκδικήσει και στις δύο περιπτώσεις μια προοπτική βελτίωσης της ζωής του.

Σε κάθε περίπτωση, η κατά 7% αύξηση της αποχής παραμένει πολύ σημαντική. Δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην κόπωση των ψηφοφόρων από τις συνεχείς εκλογές και τα έξοδα μετακίνησης των ετεροδημοτών. Κομβική της αιτία είναι η απογοήτευση από το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης και την αμφισβήτηση τού κατά πόσο οι εκλογές μπορούν να φέρουν μια διαφορετική πολιτική.

Η ανατροπή αυτής της πεποίθησης θα είναι δείκτης και εργαλείο επιτυχίας της νέας κυβέρνησης, αφενός διότι θα σημαίνει πως θα έχει αποδείξει τη διαφορά των στοιχείων της δικής της πολιτικής -αυτή τη φορά στην εφαρμοσμένη πολιτική, δηλαδή στην καθημερινότητα των ανθρώπων και όχι στη διαπραγμάτευση, όπου η τεράστια προσπάθεια ήταν πολύ δύσκολο να αγνοηθεί-, αφετέρου διότι η συμμετοχή των ανθρώπων στην πολιτική διαδικασία είναι απαραίτητη για την επιτυχία μιας κυβέρνησης της Αριστεράς. Αν οι πολλαπλοί κοινωνικοί ανταγωνισμοί δεν έρχονται στο φως, κανείς δεν θα μπορέσει να τους διευθετήσει προς όφελός μας.

Για μια θετική ψήφο τώρα στον ΣΥΡΙΖΑ

http://www.neolaia.gr/2015/09/17/thetiki-psifo-twra-ston-siriza/


Δεν θέλω να συζητήσω πολύ για την τακτική του ΣΥΡΙΖΑ στη διαπραγμάτευση, γιατί έχουν ειπωθεί σχεδόν τα πάντα. Το σχέδιο ήταν αυτό που ήταν, εγκεκριμένο από συνέδρια και κεντρικές επιτροπές. Διαπραγμάτευση εντός του ευρώ, με όριό μας την επιβίωση του λαού.Αυτή η τακτική βασιζόταν σε κάποιες προϋποθέσεις, κυρίως στο ότι μέσω της διεθνοποίησης του ελληνικού ζητήματος θα δημιουργούνταν στην Ευρώπη μια συμμαχία χωρών ενάντια στη Γερμανία, στο ότι οι εταίροι δε μπορούσαν με τίποτα να σηκώσουν οικονομικά το βάρος της εξόδου μας από την ευρωζώνη και στο ότι θα πιέζαμε μέσω των σχέσεων μας με άλλες χώρες.

Τελικά, κάποια έγιναν ανεπαρκώς και κάποια καθόλου. Μια συμμαχία στήθηκε. Γαλλία και Ιταλία πήγαν κόντρα στα σχέδια του Σόιμπλε γιατί κατάλαβαν πως θέλει να τις έχει και αυτές υποχείριά του, αλλά δεν ήταν τελικά έτοιμες να το φτάσουν στα άκρα. Ίσως, η σύγκρουση ανεβλήθη για αργότερα. Άλλωστε, οι παραδοσιακές ηγεσίες πάντα ξέρουν να παίζουν με τον χρόνο και τις συνθήκες. Από την άλλη, η Μέρκελ φάνηκε πως όντως ήθελε να αποφύγει το Grexit, αλλά ο Σόιμπλε την πρόλαβε στη στροφή, έκανε καλύτερες κοινωνικές συμμαχίες, τα βρήκε με το ΔΝΤ πίσω από την πλάτη της και τελικά μας εκβίασε με την διάλυση των τραπεζών και την απόλυτη χρεοκοπία, γιατί πίστεψε πως θα άντεχε το οικονομικό κόστος μιας χρεοκοπίας εντός της ευρωζώνης, αλλά όχι το πολιτικό κόστος του να νικήσουμε και να γεμίσει μετά η Ευρώπη από διάφορους ΣΥΡΙΖΑ. Και τέλος, η Ρωσία και η Κίνα όχι απλώς δεν πίεσαν τους δανειστές μας, αλλά μας έβαζαν και ως όρο για να έχουμε εμπορικές σχέσεις και να γίνουν επενδύσεις όπως ο αγωγός αερίου το να παραμείνουμε εντός ΟΝΕ. Τόσο απλά. Το παιχνίδι παραείναι σύνθετο και δεν παίζεται με δικούς μας κανόνες. Παίξαμε πρώτη φορά και δεν μας πήγε καλά.

Για να τα λέμε, λοιπόν, σωστά τα πράγματα, το πραγματικό όριο της τακτικής του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν η παραμονή στο ευρώ, αλλά η αποφυγή της διάλυσης των τραπεζών, δηλαδή της χρεοκοπίας της χώρας, δηλαδή αυτό που είπαμε στην αρχή: η επιβίωση του λαού. Γιατί η άτακτη χρεοκοπία δεν θα άφηνε περιθώριο ούτε για μια στοιχειωδώς ανεκτή διαβίωση, ούτε για πολιτική χωρίς βία και πανικό. Και ασφαλώς, το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ δεν έλεγε για υπογραφή μιας συμφωνίας λιτότητας, αλλά δεν έλεγε και για χρεοκοπία. Και δεν έλεγε, γιατί είναι η ελάχιστη αυτονόητη υποχρέωση που αναλαμβάνει μια κυβέρνηση, η αποφυγή της χρεοκοπίας. Από εκεί και πέρα, κανείς πολιτικός αντίπαλος δεν μπορεί να κουνάει το δάχτυλο. Όχι αυτοί που μας έφεραν ως εδώ, μας έδεσαν χειροπόδαρα και μας έλεγαν να υπογραφεί όποια συμφωνία κι αν μας δώσουν. Μα ούτε αυτοί που υποστήριζαν εδώ και καιρό τη δραχμή αλλά δεν έφεραν ποτέ καμία εμπεριστατωμένη μελέτη, αν και ο Π. Λαφαζάνης δήλωσε στο ντιμπέιτ πως δεν χρειάζεται καμία μελέτη για την αλλαγή του νομίσματος γιατί είναι πολύ απλό πράγμα και ο Κ. Λαπαβίτσας πως χρειάζεται σχέδιο, αλλά μόνο μια κυβέρνηση μπορεί να το βγάλει, άρα παραδέχεται πως ούτε ο ίδιος έχει τώρα σχέδιο. Άλλωστε, ο Τσίπρας προέκυψε πως είχε ζητήσει από τον Βαρουφάκη σχέδιο αντιμετώπισης του Grexit, δεν το απέφυγε, αλλά το σχέδιο δεν ήταν πειστικό. Και δεν μπορούν να κουνάν το δάχτυλο, επίσης, διότι αν πίστευαν ότι είναι αναπόφευκτη η αποτυχία αν δεν πάμε στη δραχμή, όπως λένε (και πάλι, όχι καθαρά) τώρα, θα έπρεπε να μην έχουν συμμετάσχει στις εκλογές του Γενάρη με το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε και να μπουν στην κυβέρνηση και να παρασύρουν τον κόσμο, αλλά να τον προστατεύσουν. Αφού δεν το έκαναν προκύπτει πως ούτε καν αυτοί ήταν σίγουροι για τη θέση τους αυτή. Ακόμη περισσότερο, όμως, δεν μπορούν να κουνάν το δάχτυλο αυτοί που όλο αυτόν τον καιρό υποστήριζαν το σχέδιο και την τακτική που είχε ορίσει ο ΣΥΡΙΖΑ και στο παρά πέντε, δυσαρεστημένοι από την ήττα στη διαπραγμάτευση, ξαφνικά άλλαξαν λεζάντα και χωρίς το παραμικρό ίχνος αυτοκριτικής τώρα καταγγέλουν σφόδρα, λες και δεν ήταν ποτέ στον ΣΥΡΙΖΑ και δεν στήριζαν και συνδιαμορφώναν αυτήν την τακτική που έχασε. Ίσως, γιατί πρέπει να φωνάξουν ακόμη περισσότερο τώρα την νέα τους γραμμή, για να καθιερωθούν στον νέο τους περιβάλλον, ως νεοφώτιστοι.

Αλλά φτάνει με τους άλλους. Να πάμε στον μόνο που έχει δικαίωμα να κουνάει το δάχτυλο. Στον κόσμο. Που περίμενε να δει να βελτιώνεται η ζωή του μέσα από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Και σε μεγάλο βαθμό, δεν το είδε. Αυτός ο κόσμος που έφτασε να δώσει το μαγικό 62% του ΟΧΙ στο Δημοψήφισμα, που ριζοσπαστικοποιήθηκε ατελώς αλλά έβαλε πλάτη στα δύσκολα. Σε αυτούς τους ανθρώπους αξίζει μια πολύ καλή εξήγηση. Και μαζί, μερικοί πολύ καλοί λόγοι για να τους ζητήσουμε να στηρίξουν ξανά τον ΣΥΡΙΖΑ με ψήφο θετική.

Ο κόσμος αυτός είδε μια κυβέρνηση να δίνει μια μεγάλη μάχη. Αναμφισβήτητα. Αλλά οι καλές προθέσεις και οι προσπάθειες δεν τρώγονται. Σύμφωνοι. Κάποια από τα πράγματα, όμως, που έγιναν την ίδια περίοδο, «τρώγονται», δηλαδή αφορούν την καθημερινότητα και την επιβίωση των ανθρώπων. Μισό εκατομμύριο άνθρωποι ευνοήθηκαν από τον νόμο κατά της ανθρωπιστικής κρίσης, μεταξύ άλλων συνδέοντας πάλι το ρεύμα στα σπίτια τους, ένα εκατομμύριο άνθρωποι και νομικά πρόσωπα ρύθμισαν τα χρέη τους με τον νόμο για τις εκατό δόσεις, 7.500 οικογένειες κέρδισαν ξανά τις δουλειές τους με τις επαναπροσλήψεις στο δημόσιο, η πρώτη κατοικία προστατεύτηκε ρητά από τις τράπεζες, καταργήθηκε το 5ευρώ για τα νοσοκομεία, φρέναρε ο νόμος για τις μαζικές απολύσεις. Δηλαδή, αναιρέθηκαν πράγματα που δεν ήταν απλώς παράπλευρες συνέπειες της πολιτικής των προηγούμενων κυβερνήσεων, αλλά καθαροί στόχοι, ειδικά αν σκεφτούμε τον Γεωργιάδη να φωνάζει «το Μνημόνιο είναι ευλογία» και «δεν θα μου πάρει εμένα την δόξα ο Τόμσεν, εγώ τις θέλω τις απολύσεις», τον Βορίδη να λέει «δηλαδή τι θέλετε, να μην παίρνουν οι τράπεζες τα σπίτια και να μην εισπράττουν τα χρέη;» και τον ίδιο τον Σαμαρά να λέει πως «τα μέτρα του Μνημονίου φέρνουν την ανάπτυξη». Τι θα γινόταν αν στη θέση του ΣΥΡΙΖΑ αυτούς τους μήνες ήταν η ΝΔ; Και τι θα γίνει αν επανέλθει; Θα μείνουν όλα αυτά στη θέση τους ή σε λίγο θα χαθούν ξανά;

Ο κόσμος, επίσης, θέλει να δει κάποια ισοδύναμα για τα μνημονιακά μέτρα. Και κυρίως, θέλει να πειστεί πως η χώρα δεν θα είναι σε τόσο ασφυκτικό κλοιό, ώστε να μην μπορεί να ασκήσει καμιά δικιά της πολιτική, ώστε να μην μπορεί να βγει από το καταστροφικό σπιράλ της λιτότητας. Και εδώ τα πράγματα είναι δύσκολα, γιατί τα μέτρα είναι υφεσιακά και αν εφαρμοστούν πλήρως θα μεγαλώσουν τη φτώχεια. Αλλά είναι και εντελώς απλά. Γιατί όπως και να είναι η κατάσταση, είναι πολύ προτιμότερο να την αντιμετωπίσει με μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δίπλα του, που θα μάχεται για να ανοίγει όσο πιο πολλές ρωγμές μπορεί στη συμφωνία και να δημιουργεί αναστατώσεις στην Ευρώπη. Ήδη, το κλίμα δείχνει να αλλάζει. Από την πανευρωπαϊκή κατακραυγή προς τη Γερμανία, μέχρι την εκλογή του αριστερού Κόρμπιν στην ηγεσία των Εργατικών στην Αγγλία, τα πράγματα ήδη ανακατώνονται. Δεν χάθηκε ο πόλεμος. Χάθηκε ο στόχος να αλλάξουμε τα πάντα μέσα σε έξι μήνες. Δικαιούμαστε όμως να κάνουμε την προσπάθεια να αλλάζουμε κάθε φορά όσο πιο πολλά μπορούμε, να αλλάζουμε έτσι το συσχετισμό δύναμης και να μπλεκόμαστε σε αυτό το σύνθετο πολιτικό παιχνίδι, από το οποίο ο αναχωρητισμός δεν λύνει κανένα πρόβλημα.

Τέλος, αν ήθελα συνοπτικά να απαριθμήσω κάποιους ακόμη λόγους για τη στήριξη στον ΣΥΡΙΖΑ θα έλεγα πως:
Τα ευρωπαϊκά αριστερά κόμματα και κινήματα αλλά και τα συνδικάτα ελπίζουν πολύ στον ΣΥΡΙΖΑ και κοιτάν πάντα στην Ελλάδα με ελπίδα. Μια ήττα του ΣΥΡΙΖΑ θα τους έστελνε το μήνυμα πως όλα τέλειωσαν, το αριστερό φιλολαϊκό εγχείρημα στην Ελλάδα κατέρρευσε, δεν υπάρχει πια ελπίδα και εναλλακτική και θα γυρνούσαν τα πάντα πολλά χρόνια πίσω.
Η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ θα είναι μια νίκη του Σόιμπλε, ένας απόλυτος θρίαμβος του εκβιασμού. Η κατάρρευση κάθε πεδίου αντίστασης, η απόλυτη παράδοση του ελληνικού λαού στη λιτότητα, η απόλυτη παραδοχή της μοίρας μας.
Όχι απλώς θα αναιρεθούν, σε περίπτωση ήττας, τα επιτεύγματα της κυβέρνησης, αλλά η χώρα θα επιστρέψει συνολικά στα χέρια αυτών που την έφεραν ως εδώ και η απογοήτευση που θα έρθει στον κόσμο θα είναι τεράστια, όλοι θα πιστέψουν πως τίποτα πια δεν μπορεί να αλλάξει, ούτε στο ζήτημα της διαφθοράς, της διαπλοκής, της λειτουργίας του κράτους.
Πιστεύουν κάποιοι αριστεροί πως αν ο ΣΥΡΙΖΑ τώρα χάσει, θα μείνει χώρος για να φτιαχτεί ένα νέο αριστερό εγχείρημα που θα ανθίσει σύντομα επειδή θα υπερασπίζεται τα συμφέροντα του κόσμου. Τίποτα πιο απατηλό. Γιατί η πολιτική διαδικασία δεν είναι αυτόματη και άρα το ότι θα εκπροσωπήσεις τα συμφέροντα του κόσμου δεν σημαίνει ότι ο κόσμος θα προστρέξει. Διότι, απλούστατα, όταν κατέρρευσε ο Υπαρκτός Σοσιαλισμός η ήττα του παρέσυρε όλες τις εκδοχές της Αριστεράς, από τις πιο απολογητικές του μέχρι τις πιο κριτικές, ακόμη και αυτές που με την κατάρρευση δικαιώθηκαν απολύτως στην κριτική τους. Αλλά για τον κόσμο διαψεύστηκε οτιδήποτε αριστερό και μας πήρε είκοσι χρόνια για να υπάρξει ξανά η Αριστερά με σοβαρούς όρους. Έτσι και τώρα, αν καταρρεύσει το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ, το πιθανότερο είναι πως κανένα άλλο αριστερό εγχείρημα δεν θα μπορέσει να συμμαζέψει την απελπιστική απογοήτευση των λαϊκών στρωμάτων και η εξέλιξη θα μοιάζει με κατολίσθηση. Το ρίσκο παραείναι μεγάλο για να παίζουμε, γιατί το κενό που θα δημιουργηθεί δεν ξέρουμε ποιος θα το καλύψει και ειδικά με δεδομένο πως η Χρυσή Αυγή παραμένει τρίτο κόμμα και η απελπισία θα τροφοδοτήσει τη βία. Η διατήρηση του ΣΥΡΙΖΑ είναι βασικός όρος για τη διατήρηση της κοινωνίας.

Αν λοιπόν θεωρούμε πως η Αριστερά είναι κι αυτή μια πολιτική δύναμη και άρα δικαιούται -μάλλον, είναι υποχρεωμένη- να χάνει κάτι για να κερδίσει κάτι άλλο, να πετυχαίνει επιμέρους νίκες, όσες μπορεί να φέρει ο αγώνας της σε κάθε συγκυρία και σε κάθε συσχετισμό δύναμης, ακριβώς για να μπορεί με μικρές και μεγάλες νίκες, συγκρούσεις και τομές να μετατοπίζει τον συσχετισμό δύναμης στην πορεία κερδίζοντας έδαφος, αν η Αριστερά θεωρούμε πως δικαιούται και αυτή να πάρει λίγο χρόνο για να μπορέσει να βελτιώσει τη θέση της και να δώσει μάχες με καλύτερους όρους, και πως μπορούμε να την κρίνουμε σε βάθος χρόνου και όχι μόνο σε εφτά μήνες, τότε αξίζει μια θετική ψήφος στον ΣΥΡΙΖΑ. Με την προϋπόθεση πως ο ΣΥΡΙΖΑ θα αναζητά διαρκώς τους τρόπους (γιατί θα είναι συνδυασμών τρόπων και μαγικές συνταγές δεν υπάρχουν) που θα του επιτρέπουν στο τέλος να ξεπεράσει τον εκβιασμό, αν του τεθεί εκ νέου.

Σε αντίθεση με τις φωνές που έλεγαν ότι έπρεπε ο ΣΥΡΙΖΑ αφού έχασε και δεν κατήργησε τα Μνημόνια να παραιτηθεί, πως δεν έπρεπε να υπογράψει τη συμφωνία και να αμαυρώσει το όνομα της Αριστεράς, εμείς λέμε πως το όνομά μας θα το αμαύρωνε το να εγκαταλείψουμε τον κόσμο μόνο του, αντιμέτωπο με τις συνέπειες και των δικών μας ενεργειών. Η συνεπής αριστερή στάση δεν είναι το «έτσι που τα κάναμε, ας φύγουμε μια ώρα αρχύτερα». Η συνεπής με τις καλύτερες στιγμές της Αριστεράς στάση είναι το «έτσι όπως τα κάναμε, έτσι όπως μας τα έκαναν, έτσι πως έγιναν τα πράγματα, δεν έχει σημασία, θα κάτσουμε εδώ να τα υποστούμε όλα μαζί με τον κόσμο, να τα παλέψουμε. Να αναλάβουμε, δηλαδή, το βάρος, να προσπαθούμε συνέχεια να προστατεύουμε τους ανθρώπους σαν εμάς και την ίδια στιγμή, καθημερινά, να ακούμε την κριτική τους». Όχι άλλα καθαρά αλλά αδούλευτα χέρια, όχι άλλες περήφανες ήττες. Είναι πια η ώρα να μην κάνουμε πίσω.

Ο Στάλιν και ο ΣΥΡΙΖΑ στην εποχή των Μνημονίων: πολεμώντας πριν τον πόλεμο.


Έτσι πως φτάσαμε εδώ, ας κάνουμε την παραδοχή πως κάτι πολύ σοβαρό φαίνεται πως ηττήθηκε. Φαίνεται πως ηττήθηκε μια στρατηγική και μια τακτική. Η στρατηγική πως μπορούμε εντός του παρόντος συσχετισμού δύναμης στην ευρωζώνη να ασκήσουμε πολιτική αντι-λιτότητας. Η τακτική πως οι αντίπαλοί μας (αυτό, ούτε εταίροι, ούτε σύμμαχοι, αλλά ταξικοί αντίπαλοι) δεν θα τολμήσουν να μας βγάλουν εκτός ευρώ γιατί θα το πληρώσουν στο πολλαπλάσιο. Φαίνεται πως έτσι, λοιπόν, βουτήξαμε στον οικονομισμό. Γιατί αν σκεφτούμε λίγο πιο πολιτικά, θα δούμε πως αν ο Σόιμπλε είχε να επιλέξει ανάμεσα σε δύο ρίσκα, στον κίνδυνο να πάθει μια τεράστια οικονομική ζημία η ευρωζώνη και στον κίνδυνο να καταρρεύσει πολιτικά ο νεοφιλελευθερισμός και να γεμίσει η Ευρώπη αριστερές κυβερνήσεις, ήταν εξαιρετικά πιθανό να επιλέξει το πρώτο. Εμείς, το πιστέψαμε και επειδή είχαμε την ανάγκη να το πιστέψουμε. Δεν ξέρω αν πραγματικά το πίστευε και η κυβέρνηση. Το δεδομένο είναι πως το πρωί της Δευτέρας 13 Ιουνίου, ο Αλέξης Τσίπρας και ο Ευκλείδης Τσακαλώτος βρέθηκαν να κοιτάνε κάτω από τα πόδια τους να χάσκει το κενό. Άλλωστε, ένα σύστημα που τον Δεκέμβρη του 1944, χωρίς καν να επιδιώξει η Αριστερά στην Ελλάδα να πάρει την εξουσία, έβγαλε στους δρόμους στρατό κατοχής και επιστράτευσε τους συνεργάτες των Ναζί για να την ξεκληρίσει, δεν θα παραδινόταν σήμερα. Σίγουρα όχι για λόγους ηθικών αρχών και δημοκρατικής κουλτούρας.

Να πούμε επίσης πως αυτές τις μέρες διατυπώνονται και επιμέρους κριτικές που χρεώνουν πάρα πολύ σοβαρά λάθη διαχείρισης, τα οποία αποδυνάμωσαν την διαχειριστική θέση της κυβέρνησης. Για το περιβάλλον του προέδρου, πως άφησε τα χρήματα του ELA του Φλεβάρη να φύγουν από τη χώρα με τις μεταφορές των καταθέσεων των πλουσίων, αντί να κάνει μερικό capital control προς το εξωτερικό, πως δεν θέλησε να πάρει τον έλεγχο των τραπεζών και να προκηρύξει νωρίτερα στάση πληρωμών των δόσεων ώστε να καλυφθούν άλλες ανάγκες για καιρό και να υπάρχει μεγαλύτερο χρονικό περιθώριο διαπραγμάτευσης. Όλα αυτά έχουν σημασία. Και για το πριν, αλλά και για το μετά.

Το βασικό αδύνατο σημείο είναι πως δεν υπήρξε Σχέδιο Β΄, σχέδιο για την απεμπλοκή από τον εκβιασμό του «Μνημόνιο ή δραχμή». Δεν ξέρω αν αυτό οφείλεται μόνο στην απροθυμία της ηγεσίας. Ξέρω πως ήταν συλλογική πλειοψηφική θέση το να μην συζητάμε για τη δραχμή. Στο σύνθημα «καμιά θυσία για το ευρώ, καμιά αυταπάτη για τη δραχμή», ασφαλώς ο καθένας ρίχνει το βάρος εκεί που προτιμάει. Και από αυτό φαίνεται ότι το σύνθημα αυτό δεν ήταν πολιτική τακτική, αλλά κάτι που θα επέτρεπε να είναι στο ίδιο κόμμα δύο αποκλίνουσες πολιτικές στρατηγικές. Είναι, όμως, ακόμη, αποκλίνουσες;

Κάτι ακόμη για το ευρώ. Αν θέλαμε να φτιάξουμε σχέδιο εξόδου θα έπρεπε αυτό να πληροί τρεις προϋποθέσεις:

1) Να είναι τεχνικά βιώσιμο, δηλαδή να αποδεικνύει πως υπάρχει τρόπος να ζήσει στοιχειωδώς ο κόσμος για κάποιο καιρό -παρά το ότι η Ελλάδα δεν έχει τροφική αυτάρκεια (όπως είχε η Αργεντινή)- πως θα έχουμε επάρκεια σε φάρμακα αν αδυνατούμε να προμηθευτούμε πρώτες ύλες από την Ευρώπη και πως θα αντέξουν οι τράπεζες χωρίς να μας εξαερωθούν όλες οι καταθέσεις -όπως απειληθήκαμε- ή αναγκαστούμε να τις κουρέψουμε μόνοι μας.

2) Να είναι γεωπολιτικά βιώσιμο, δηλαδή να αποδεικνύει ότι υπάρχουν χώρες οι οποίες θα δέχονταν να έχουμε εμπορικές και πολιτικές σχέσεις που θα μας κρατούσαν όρθιους αν βγαίναμε από την ευρωζώνη και πως αυτή η στήριξη θα είναι σχετικώς επαρκής.

3) Αυτό το σχέδιο να μην λειτουργούσε ενάντια στον ταξικό μας προσανατολισμό, δηλαδή να μην κατέληγε σε ακόμη μεγαλύτερη εκμετάλλευση των εργαζόμενων προκειμένου ο ελληνικός καπιταλισμός και το εθνικό του νόμισμα να γίνει πιο ανταγωνιστικός απέναντι στους άλλους, άρα, βασικά, να ρίξει το κόστος παραγωγής. Σε κάθε περίπτωση, δεν ξέρω αν ένα τέτοιο σχέδιο θα μπορούσε να φτιαχτεί πριν από την ανάληψη της κυβέρνησης, άρα πριν να έχουμε στα χέρια μας όλα τα στοιχεία και τους μηχανισμούς του κράτους. Δεδομένο, παραμένει, πως δεν το είχαμε και δεν το έχουμε.

Ο επόμενος καιρός
Και τώρα; Ας μην γελιόμαστε. Αυτό που έγινε είναι ότι η χώρα δέχτηκε μια μεγάλη ιμπεριαλιστική επιβολή. Ναι, η ευρωζώνη είναι ιμπεριαλισμός. Και από αυτόν πρέπει κάπως να ξεφύγουμε. Η υποχρέωση για έλεγχο και αποδοχή από τους δανειστές όλων των νόμων πριν ψηφιστούν, η απαγόρευση στην κυβέρνηση να ορίζει η ίδια ακόμη και τους Γενικούς Γραμματείς και το σχέδιο να γεμίσει ο τόπος και το κράτος με μικρούς Στουρνάρες, τοποτηρητές των δανειστών, αλλά και διάφορα περιστατικά που ήδη προκύπτουν το μαρτυρούν αυτό: η χώρα μπαίνει σε καθεστώς αποικίας.

Αυτές τις μέρες έχουν ήδη φανεί δυο σχέδια για την επόμενη μέρα του ΣΥΡΙΖΑ. Το ένα είναι αυτό που κάποιοι εισηγούνται στον Αλέξη Τσίπρα, να πάει σε γρήγορες εσωκομματικές διαδικασίες και γρήγορες εκλογές, με μόνο πρακτικό στόχο να εκκαθαρίσει την Κοινοβουλευτική Ομάδα και με μόνο προεκλογικό επίδικο την εφαρμογή του Μνημονίου με τη διαρκή αναζήτηση ισοδύναμων. Υπάρχει και μια άλλη οπτική, που πρόλαβε να εκφραστεί ήδη από την επιστολή του συντρόφου Θοδωρή Δρίτσα: να προχωρήσουμε στην εφαρμογή του Μνημονίου για να ομαλοποιηθεί η κατάσταση στη χώρα και να αρχίσουμε άμεσα να σχεδιάζουμε ένα σχέδιο απεμπλοκής.

Τι σόι απεμπλοκή θα είναι αυτή; Το ότι, όπως πλέον παραδεχόμαστε, η Ελλάδα είναι θύμα του ιμπεριαλισμού και περιέρχεται σε καθεστώς αποικίας μας πάει σε δύο συμπεράσματα. Πρώτο, πως από τον ιμπεριαλισμό δεν ξεφεύγεις με μια απόφαση, απλώς αλλάζοντας νόμισμα. Γιατί η γεωγραφική θέση της Ελλάδας δεν θα αλλάξει, ούτε ο παραγωγικός της ιστός τροποποιείται τόσο εύκολα, άρα οι ίδιες χώρες πάλι θα μας περιβάλουν και τις ίδιες ανάγκες θα έχουμε. Και πως αν βγούμε από την ευρωζώνη, το πιθανότερο είναι πως θα δεχτούμε μια ακόμη μεγαλύτερη επίθεση, έναν ολοκληρωτικό οικονομικό πόλεμο από την ηγεσία της ευρωζώνης για αποδείξει πως «όποιον βγαίνει από το μαντρί τον τρώει ο λύκος». Άρα, αυτή η απεμπλοκή ίσως και πάλι να μην είναι νομισματική. Σίγουρα, πάντως, πρέπει να πατάει πάνω στον παγκόσμιο συσχετισμό δύναμης, την εκμετάλλευση των εσωτερικών αντιφάσεων των αντιπάλων και τις διαθέσεις των άλλων λαών. Δεύτερο συμπέρασμα, πως στον ιμπεριαλισμό και την αποικιακή εκμετάλλευση δεν πλήττονται μόνο τα εργατικά στρώματα. Πλήττεται και ένα σημαντικό μέρος της μικρής, μεσαίας, αλλά και της μεγάλης αστικής τάξης. Από τα μαγαζιά και τις παραγωγικές μονάδες (που εξαφανίζονται προς όφελος των μεγάλων εγχώριων επιχειρήσεων που συγκεντρώνουν στα χέρια τους όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της αγοράς, αλλά και υπέρ των ξένων ανταγωνιστών τους που θα πάρουν μερίδιο στην ελληνική αγορά) μέχρι την φαρμακοβιομηχανία (που λόγω της απελευθέρωσης των τιμών σε λίγα χρόνια μπορεί να έχει εξοντωθεί από τον ανταγωνισμό των πέντε-έξι μεγάλων βιομηχανιών που θα μείνουν στον κόσμο) υπάρχουν μερίδες της αστικής τάξης που πλήττονται από την πολιτική της ευρωζώνης. Αντιαποικιακός αγώνας, λοιπόν, ποτέ στην ιστορία, αλλά ούτε και τώρα, δεν υπάρχει χωρίς τη στρατηγική συμπερίληψη και όσων πλήττονται από τη μεριά της αστικής τάξης. Ναι, ίσως θέλουμε τώρα μια εθνική αστική τάξη.

Το σχέδιο, λοιπόν, είναι σύνθετο. Πολύ σύνθετο. Αλλά πρέπει να φτιαχτεί. Αλλιώς, στο τέλος, και παρά τις αντίθετες δημοσκοπικές ενδείξεις, ο ΣΥΡΙΖΑ θα σαρωθεί από την κοινωνική κίνηση, η οποία δεν ξέρουμε προς ποια κατεύθυνση θα είναι. Και σίγουρα στο νέο αυτό πλαίσιο μας, αυτά τα δυο πολιτικά σχέδια που υπήρχαν μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι πια και τόσο αποκλίνοντα και ασυμφιλίωτα. Κάθε άλλο. Αλλά για να παραμείνουν μαζί χρειάζεται μια νέα τίμια πολιτική συμφωνία για το από δω και πέρα, και σε επίπεδο παραγόντων -αφού ακόμη δεν ξεπεράσαμε τις παμπάλαιες ασθένειές μας- εντός του κόμματος. Και να σταματήσουν όλοι -ΤΩΡΑ- να τραβάνε το σκοινί. Να αποφασίσουν πως από εδώ και πέρα ψηφίζουμε μαζί, αλλά και μαζί διαμορφώνουμε το σχέδιο για την επόμενη μέρα. Ως κομματικό πολεμικό επιτελείο. Γιατί αυτό έχουμε τώρα: να πολεμήσουμε καθημερινά, οργανώνοντας τον μεγάλο πόλεμο πριν τον δώσουμε.

Καλά όλα αυτά, θα πείτε, αλλά ο Στάλιν που στο καλό κολλάει; Είδα πως αυτές τις μέρες πολύ επικαλέστηκαν ξανά τον Λένιν και το παράδειγμα του Μπρεστ-Λιτόφσκ, της συμφωνίας που υπέγραψε χαρίζοντας ρώσικη γη στην Αυτοκρατορική Γερμανία για να κερδίσει χρόνο για τη Σοβιετική Ένωση. Νομίζω, όμως, πως από την Ιστορία μας υπάρχει ένα ακόμη πιο χρήσιμο παράδειγμα. Όταν το 1939 ο Στάλιν υπέγραψε με τον Χίτλερ το Σύμφωνο Μη-Επίθεσης (Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντρομπ) κατηγορήθηκε πως συμμαχούσε με τους Ναζί. Ο Στάλιν, όμως, ήξερε πως νωρίτερα οι Δυτικές καπιταλιστικές δυνάμεις, μαζί με τις ΗΠΑ, προσδοκούσαν πως θα γινόταν μια συντονισμένη με την χιτλερική Γερμανία πανευρωπαϊκή εισβολή στην ΕΣΣΔ για να καταπνίξει την Επανάσταση. Τότε αποφάσισε να υπογράψει ο ίδιος το Σύμφωνο με τον Χίτλερ, ώστε να κερδίσει χρόνο. Αλλά τον χρόνο αυτόν τον αξιοποίησε πραγματικά. Γιατί όσο καιρό ο Χίτλερ πολεμούσε αλλού, ο Στάλιν είχε δώσει την εντολή και στην ΕΣΣΔ ξεβίδωναν ολόκληρα εργοστάσια, τα έβαζαν σε βαλίτσες, τα έστελναν στη σοβιετική ενδοχώρα, σε μέρη που δεν μπορούσε να πλήξει ο Χίτλερ, και τα συναρμολογούσαν ξανά. Και έτσι, όταν δύο χρόνια μετά, το 1941, ήρθε η στιγμή της ναζιστικής εισβολής, ο Στάλιν και η ΕΣΣΔ είχαν πλέον διαμορφώσει τους όρους για να δώσουν αυτόν τον πόλεμο, που αλλιώς θα έχαναν μέσα σε μια εβδομάδα. Και να τον κερδίσουν.