Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017

Παρλάτα για τη Μακρόνησο



Κι άμα θα δεις κρυφά στο μέτωπό σου,

να λάμπει μια απαλή μαρμαρυγή

τ' αλλοτινό πεφτάστερο, σηκώσου,

να ζωντανέψεις πάλι μια πηγή

που καρτερεί στο βράχο το δικό σου


(Νίκος Γκάτσος, “Τραγούδι του παλιού καιρού”)



Περί δικαιωμάτων και ιδιοκτησιών ο λόγος. Με αφορμή, αυτή τη φορά, το προσκύνημα των μελών του ΣΥΡΙΖΑ στην Μακρόνησο. Και τα πυρά που εξαπολύθηκαν. Συγκεκριμένα, τα «εξ΄οικίων». Αυτά που μας έλεγαν πως δεν έχουν δικαίωμα να πατάνε στην Μακρόνησο αυτοί που «υπέγραψαν», για να τιμήσουν αυτούς που «δεν υπέγραψαν».

Παραβλέπω τον ακραίο ιστορικό αναχρονισμό και το παραληρηματικό στρίμωγμα εντελώς ανόμοιων καταστάσεων κάτω από ένα κοινό ρήμα, αυτό το γενικό «υπογράφω». Από τέτοιες κραυγές είμαστε μαθημένοι. Δεν είναι καινούριες. Από τότε που κρατούσαμε σαν ετοιμόσβηστο κερί το ταπεινό 3% μας, ακούγαμε τα πάντα. Ότι δεν έχουμε δικαίωμα εμείς να μιλάμε για την Αριστερά και τους αγώνες των λαών, για τον κομμουνισμό και την κοινωνική απελευθέρωση ή για το Πολυτεχνείο και το εργατικό κίνημα. Γιατί όλα αυτά είχαν γίνει ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τον καπιταλισμό κι εμείς, λέει, αφού δεν ήμασταν υπέρ της αποχώρησης της Ελλάδας από την Ε.Ε., ήμασταν απολογητές του ιμπεριαλισμού. Αστεία συνάρθρωση επιχειρημάτων, αδυναμία αντίληψης των δυνατοτήτων αξιοποίησης της Ιστορίας και όλα βασισμένα στην άγνοια. Γιατί, πράγματι, η Ιστορία δεν ανήκει στους πάντες, ως πολιτική κληρονομιά. Αλλά όταν στενεύεις την ιδιοκτησία της σε ένα τόσο μικρό κομμάτι ανθρώπων, τότε της στερείς τη δυναμική που μπορεί να δώσει στην οικοδόμηση ταυτοτήτων και στην ορμή για την αλλαγή του κόσμου.

Τι αξία έχει, λοιπόν, η εποποιία της Εθνικής Αντίστασης, αν μόνο λίγοι έχουν σήμερα δικαίωμα να την επικαλούνται; Τι αξία έχει μια μεγάλη στιγμή της Αριστεράς αν δεν μπορούμε να δείξουμε πως ταυτόχρονα είναι και μεγάλη στιγμή της πλειονότητας του λαού; Και το ζήτημα είναι εδώ. Στην απόλυτη αδυναμία των σταθερών επικριτών να κάνουν αυτό που έκανε κάθε μεγάλο κίνημα και βεβαίως η Αριστερά στις πιο υψηλές της στιγμές. Να καταλαβαίνει την βασική σύγκρουση της κάθε συγκυρίας. Τα πραγματικά δίπολα. Και να μπορεί να τραβάει η ίδια η Αριστερά διαχωριστικές γραμμές με νόημα και να καλεί τον κόσμο να ταχτεί με την μία πλευρά. Είναι θλιβερό, λοιπόν, το ότι σήμερα κάποιοι δεν οσφραίνονται τον τοξικό αέρα που προσπαθεί να πνεύσει προς τα εδώ. Δεν βλέπουν και δεν αξιολογούν πιο ψηλά από όλα το τέρας του ιστορικού αναθεωρητισμού που κρατάει σφιχτά στην αγκαλιά του, κάτω από τα ακαδημαϊκά του ρούχα, τις νέες απολυταρχίες. Δεν βλέπουν την τάση για αποκαθήλωση της Εθνικής Αντίστασης, για καταρράκωση του ιστορικού κύρους της Αριστεράς. Δεν βλέπουν το νέο ξέπλυμα των Ταγματασφαλιτών, τον εξωραϊσμό της Χούντας. Και γι’αυτό, δεν βλέπουν την ευκαιρία να τα αλλάξουμε όλα αυτά.

Ας είναι, λοιπόν. Εμείς θα πιάσουμε την συγκυρία από τα μαλλιά. Δεν θα κοιτάξουμε από την άλλη. Θα πάρουμε στα χέρια μας την ευθύνη που καίει με φωτιά ιερή. Και θα την κάνουμε μνήμη και μέλλον. Θα βάλουμε την Ιστορία του ελληνικού λαού μπροστά. Μουσείο Μακρονήσου. Μουσείο Νίκου Μπελογιάννη. Σκοπευτήριο Καισαριανής. Και είναι ακόμη αρχή. Και θα πηγαίνουν να τα βλέπουν όλα αυτά τα σχολεία. Και θα μάθουμε στα παιδιά πώς ήταν η ζωή. Πως σε αυτή τη χώρα κάποτε, όταν αγωνιζόσουν για τη δημοκρατία, σε βασανίζανε. Όταν πάλευες για τον λαό, σε στήνανε στον τοίχο. Κι όταν πολεμούσες για την ελευθερία, σε λέγανε προδότη. Θα αφήσουμε την Ιστορία του λαού να μπει στις ψυχές τους. Για να αγαπήσουν τον λαό και τους αγώνες του. Για να μην χαμηλώσουν ποτέ τον πήχυ στις δικές τους ζωές. Εμείς, θα βάλουμε πλάτη για να φτιαχτεί μια άλλη κοινωνία. Και ξέρουμε πως απέναντι μας θα έχουμε υστερικές μαύρες φωνές ενός παρελθόντος που πασχίζει να αναστηθεί. Θα μας φωνάζουν ότι μιλώντας για την Μακρόνησο ξυπνάμε εμφύλια πάθη. Ας μην ακούμε μαζί τους και διάφορες παρλάτες, πως δεν έχουμε εμείς δικαίωμα να πατάμε στη Μακρόνησο, ούτε κι αν μαζί μας ήταν κι αυτοί που την έζησαν. Κι ήρθαν εκεί να βρούνε αυτό που ακόμα “καρτερεί στο βράχο”.

Σάββατο, 11 Ιουνίου 2016

Στο ίδιο σανίδι

http://basketballguru.gr/guest-articles/item/150-sto-idio-sanidi

Ως σήμερα, η καλύτερη σειρά τελικών στο μπάσκετ ήταν αυτή του 90-'91. Το τελευταίο πρωτάθλημα του μεγάλου Αρη. Το τελευταίου του Θεού, Νίκου Γκάλη.
Με ένα σύστημα όπου μετρούσαν και οι αγώνες της κανονικής περιόδου (ο... Βασιλακόπουλος ναι, ήταν από τότε στα κουμάντα, άλλαζε κάθε τόσο το σύστημα διεξαγωγής) και την κούπα την σήκωνε όποιος έφτανε πρώτος στις τέσσερις νίκες.

Στην κανονική διάρκεια, ο Αρης νίκησε και τα δύο ματς. Φτάνοντας στους τελικούς, ο ΠΑΟΚ έκανε μια μεγάλη ρελάνς και πήρε δύο κολλητά, φέρνοντας τις νίκες στο 2-2. Ο ΑΡΗΣ είχε στον πάγκο του τον Μιχάλη Κυρίτση, πατέρα του ,μία δεκαετία αργότερα, παίκτη της ομάδας, Αλέξη Κυρίτση. Η χρονιά είχε ξεκινήσει με τον Λάζαρο Λέσιτς στον πάγκο, η πρώτη χωρίς τον Γιάννη Ιωαννίδη που είχε ήδη μετακομίσει στον Πειραιά, όπου έμεινε πέντε χρόνια, με ισάριθμα πρωταθλήματα, πριν φορέσει ξανά τα κιτρινόμαυρα του πάγκου, αυτή τη φορά της ΑΕΚ. Ο Λέσιτς, όμως, δεν τράβαγε και πολύ, οπότε αργότερα κατέφτασε στον πάγκο ο Κυρίτσης. Ο ΠΑΟΚ είχε προπονητή τον Σάκοτα και είχε ήδη κερδίσει τον πρώτο ευρωπαϊκό του τίτλο, το Κύπελλο Κυπελλούχων, σε βάρος της Σαραγόσα, στη Γενεύη.

Πέμπτο ματς (βίντεο 1 στο τέλος), λοιπόν, και φτάνοντας στο τέλος, ο ΠΑΟΚ προηγείται με 4 πόντους, 16 δεύτερα πριν λήξει το ματς. Οι οπαδοί του τρελαίνονται γιατί βλέπουν για πρώτη φορά την ευκαιρία μετά από έξι συνεχόμενες κατακτήσεις πρωταθλημάτων από τον Αρη να τον βάλει από κάτω. Ο Γιαννάκης μειώνει εύκολα για τον Αρη στους δύο, ο ΠΑΟΚ κάνει επαναφορά, ο Μπάρλοου όμως πετάει την μπάλα λάθος, ο Αγγελίδης κλέβει, πετάει την μπάλα στον Γκάλη, αυτός βρίσκει τον Γιαννάκη που βρίσκεται στα 8 μέτρα (το τρίποντο τότε στα 6.25), αλλά σηκώνεται, ξεφορτώνεται το... τούβλο και σκοράρει! Ο πανζουρλισμός είναι πρωτοφανής και στο Παλέ τραυματίζεται κόσμος στις κερκίδες από τους πανηγυρισμούς για αυτήν την ανεπανάληπτη ανατροπή. Ανεπανάληπτη; Μπα... μάλλον όχι!

Στο επόμενο παιχνίδι (βίντεο 2 στο τέλος) ο ΠΑΟΚ πάλι προηγείται με 2 πόντους, 11 δεύτερα πριν λήξει το ματς και έχει την μπάλα. Και ΠΑΛΙ ΛΑΘΟΣ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ, από τον Φασούλα στον Πρέλεβιτς αυτή τη φορά. Στην επίθεση ο Γιαννάκης βρίσκει τον Σέλερς και αυτός με μπάσιμο παίρνει καλάθι και φάουλ! Βάζει τη βολή, ο Αρης μπροστά με έναν πόντο, χαμένη επίθεση στο γάμο του Καραγκιόζη από τον ΠΑΟΚ, ο ΑΡΗΣ πρωταθλητής και ο Γκάλης πλακώνεται στις μπουνιές με τον Πρέλεβιτς! Ο Γκάλης που αναδεικνύεται πάλι πρώτος σκόρερ, για ενδέκατη συνεχόμενη φορά, ρεκόρ ασύλληπτο και απλησίαστο, με 37 πόντους μέσο όρο, αλλά και πρώτος στις ασίστ με 5. Ο Άρης δεν το ξέρει ακόμη, αλλά η Αυτοκρατορία του εχει μόλις τελειώσει με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο, παίρνοντας ένα ακόμη πρωτάθλημα, το έβδομο σερί, και κερδίζοντας πάντα τον ΠΑΟΚ στους τελικούς.

Όλα αυτά ως φέτος. Γιατί πριν λίγες μέρες ζήσαμε μια μικρή ευλογία για το μπάσκετ και τους εραστές του. Ζήσαμε το πρωτοφανές, τρία μπρέικ, τα δύο με ίδιο σεναριο, ενώ αυτός που έκανε το πρώτο μπρέικ τελικά έχασε. Και κυρίως, την απόλυτη αντιστροφή, το εντελώς αντικινηματογραφικό φινάλε. Στο τελευταίο καρέ, σηκώνεται για το σουτ ο μισητός, αυτός που συμπυκνώνει επάνω του την οργή όλου του κόσμου, των 20.000 ψυχών που πάλλονται εκεί μέσα. Και απέναντι του ορθώνεται ο εκλεκτός τους, ο άνθρωπος που σταματάει το μπάσκετ, που αποχαιρετά, που θέλει να φύγει με μια τελευταία λάμψη. Αν ήμασταν στην αίθουσα του σινεμά, θα ξέραμε πολύ καλά τι θα γίνει.

Όμως, το μπάσκετ δεν είναι σινεμά. Το μπάσκετ είναι θέατρο. Γιατί παίζουν λίγοι. Και οι περσόνες είναι μεγάλες. Τεράστιες. Και έτσι, αυτός που προσπαθεί από χρόνια να του πάρει τα σκήπτρα, που δεν μπορούσε για χρόνια να σταυρώσει μια καλή εμφάνιση μέσα στο παλιό του γήπεδο, μέσα στο παλάτι που εγκατέλειψε για να διεκδικήσει τους ξένους θρόνους, αυτός το καρφώνει ΚΑΙ ΠΑΛΙ! Όπως είχε κάνει μια εβδομάδα πριν. Λες, όπως θα το έκανε αν τον έβαζαν και πάλι το επόμενο βράδυ. Στο ίδιο σενάριο. Με τα ίδια πρόσωπα. Στο ίδιο σανίδι. Γιατί και το μπάσκετ και το θέατρο πατάνε σε σανίδια.

Ευχαριστούμε τους δυνάστες του ελληνικού μπάσκετ. Είναι θαύμα που ξέρουμε πως ζήσαμε κάτι που δεν θα ξεχάσουμε ποτέ. Ένα παιχνίδι είναι. Ναι. Ένα παιχνίδι. Για αυτό είναι και τόσο σημαντικό. Γιατί το παιχνίδι κρατάει μέσα του φυλαγμένη την αρχέγονη χαρά της ανακάλυψης. Και της αποκάλυψης. Όπως και το θέατρο. Μα αν ο Ίψεν, στον Εχθρό του Λαού, έλεγε πως "ο πιο δυνατός άνθρωπος είναι ο πιο μόνος άνθρωπος", εδώ οι ομοιότητες σταματούν. Γιατί στο μπάσκετ, ο πιο δυνατός είναι αυτός που δεν μένει ποτέ μόνος, γιατί τότε δεν είναι δυνατός. Είναι αυτός που κάνει και τους άλλους πιο δυνατούς μαζί του. Είναι ο ήρωας που υψώνει και τους άλλους στο βάθρο.

Νίκος Γκάλης, Δημήτρης Διαμαντίδης, Βασίλης Σπανούλης. Βαθιά υπόκλιση. Και συνεχίζουμε.

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

Ο Χρήστος Πασαλάρης και οι άδειες των καναλιών

http://www.avgi.gr/article/6302883/o-xristos-pasalaris-kai-oi-adeies-ton-kanalion

Οι παλαιότεροι δημοσιογράφοι θα μπορούσαν να αναφέρουν πολλά ονόματα αν τους ζητούνταν να απαριθμήσουν τους καλύτερους γραφιάδες συναδέλφους τους. Αυτούς που η γραφίδα τους έμοιαζε να πετάει πάνω από το χαρτί και να το χαρακώνει μαζί, με την ορθολογική της ακρίβεια και τη λογοτεχνική της φορεσιά. Αν τους ζητούνταν να κατονομάσουν και όσους από αυτούς είχαν γίνει και σπουδαίοι δάσκαλοι άλλων δημοσιογράφων, τα ονόματα θα λιγόστευαν. Σε πολλών, όμως, το στόμα, από αυτούς που σταδιοδρόμησαν στη δημοσιογραφία από τη δεκαετία του 1960 ώς το σχόλασμα του 21ου αιώνα, θα ερχόταν μια αναφορά, αυτή στον Χρήστο Πασαλάρη.

Ο Πασαλάρης είναι μια από τις πιο χαρακτηριστικές φιγούρες εκείνης της δημοσιογραφίας που υπηρετούνταν από τους ανθρώπους οι οποίοι, βγαίνοντας από τα χρόνια της Κατοχής, του Εμφυλίου, του αντιδημοκρατικού κράτους της Δεξιάς και της χούντας, συνειδητοποίησαν στην πράξη και διαφύλαξαν -σε διαφορετικούς βαθμούς, για να μην εξιδανικεύουμε τα παλιά- την αξία που έχει η ανεξαρτησία της γνώμης για τη δημοσιογραφία και η δημοσιογραφία για τη δημοκρατία. Ο Πασαλάρης ξεκίνησε από τον χώρο της κομμουνιστικής Αριστεράς -επιλογή που πλήρωσε με εξορίες- και κατέληξε στον χώρο της Δεξιάς. Το ότι αποχώρησε από πολλές εφημερίδες επικαλούμενος διαφωνίες επί της δημοσιογραφικής δεοντολογίας με τον εκάστοτε ιδιοκτήτη, μόνο ύποπτο μεροληψίας και εξαρτήσεων δεν τον καθιστά. Επιπλέον οι βραβεύσεις του, μεταξύ άλλων, από την Ακαδημία Αθηνών, τον Δήμο Αθηναίων και το ίδρυμα Μπότση δεν φιλοτεχνούν την εικόνα ενός εχθρού του αστικού κόσμου. Ομοίως και οι συνεργασίες του από τη θέση του διευθυντή με εφημερίδες όπως Τα Νέα, Η Βραδυνή, ο Ελεύθερος Τύπος, Η Απογευματινή.

Ο Χρήστος Πασαλάρης το 2008 κυκλοφόρησε ένα βιβλίο με τον εύγλωττο τίτλο Οι βαρόνοι των Media, όπου αναφερόταν στο τοπίο που είχε διαμορφωθεί στον χώρο των ΜΜΕ, λόγω της διαπλοκής των ιδιοκτητών τους με την πολιτική εξουσία. Στο ίδιο θέμα είχε αναφερθεί και νωρίτερα, το 2001, στο βιβλίο του Την Αλήθεια κι ας πονάει, το οποίο μας θύμισε σε πρόσφατο άρθρο της η "Αυγή"1. Στις σελίδες του υπάρχει μια αναφορά που συνδυάζεται έξοχα με την πολιτική επικαιρότητα και συγκεκριμένα το ζήτημα του αριθμού των αδειών των τηλεοπτικών καναλιών. Αναφερόμενος τότε στις εφημερίδες, ο Πασαλάρης έγραφε:

"Αν λειτουργούσε ο νόμος της φυσικής επιλογής και του ελεύθερου ανταγωνισμού, αν έπαυαν οι χαριστικές παροχές, τα δάνεια και οι διευκολύνσεις, αν σταματούσαν οι άνομες χρηματοδοτήσεις των μέσων ενημέρωσης εκ μέρους ισχυρών πηγών (είτε μεγαλοεπιχειρηματίες λέγονται αυτοί, είτε σκοτεινές δυνάμεις, είτε κόμματα), τότε θα επιζούσαν στην Αθήνα 4-5 εφημερίδες διαφόρων αποκλίσεων".

Ένας, λοιπόν, εκ των πατριαρχών της αστικής δημοσιογραφίας αναγνωρίζει εδώ πως ο μόνος τρόπος διά του οποίου μπορούσαν στην Ελλάδα του 2001 να επιβιώσουν οι περισσότερες εφημερίδες ήταν μέσω της εξάρτησής τους από την πολιτική και την οικονομική εξουσία. Σήμερα, με τη διαφημιστική πίτα να μικραίνει συνεχώς, θα ήταν παράλογο να ισχυριστεί κανείς για τα τηλεοπτικά κανάλια, με τα πολύ μεγαλύτερα έξοδα, πως θα μπορούσε να υπάρχει παραπάνω από έναν μικρό αριθμό αυτών χωρίς να δημιουργούνται φαινόμενα εκτεταμένης διαπλοκής και διαφθοράς. Εκτός, βεβαίως, και αν πρόκειται για την εγχώρια αντιπολίτευση, που αρνείται μια πραγματικότητα η οποία βγάζει μάτι. Βεβαίως, καμία έκπληξη δεν υπάρχει εδώ. Όταν η Ν.Δ. υπερασπίζεται αυτούς που ο Πασαλάρης το 2001 χαρακτήριζε ως "εθνικούς προμηθευτές που νοικιάζουν βρόμικες πένες και βραχνά λαρύγγια" θα ήταν εξόχως παράλογο να περίμενε κανείς να υποστηρίξει τα λόγια μιας από τις πιο ψύχραιμες φωνές του ίδιου της του χώρου. Θα μπορούσε, όμως, να ακούσει έστω την κυρία Βούλτεψη. Η οποία στο ίδιο βιβλίο μας πληροφορεί πως υπάρχουν «εργολάβοι δημοσίων έργων που χρησιμοποιούν τα κανάλια για να εκβιάσουν το κράτος». Ατυχώς, τα γραπτά μένουν.

Στον κήπο των παιδιών


«Πρέπει να αφήσουμε το στίγμα μας με μια μεγάλη μεταρρύθμιση στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, που θα αντιμετωπίσει τις παθογένειες, αλλά και τις δυσλειτουργίες του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. […] Από το ωρολόγιο πρόγραμμα και τα κενά στα σχολεία μέχρι το περιεχόμενο των σχολικών βιβλίων και τη σύνδεση του σχολείου με τον αθλητισμό και τον πολιτισμό, έχουμε ένα ευρύ πεδίο δυνατοτήτων αλλά και προκλήσεων μπροστά μας». Αυτά ήταν τα λόγια του Αλέξη Τσίπρα στην πρώτη συνεδρίαση του νέου υπουργικού συμβουλίου. Βέβαια, θα επεσήμανε κανείς ότι προς το παρόν ο χώρος της Παιδείας δεν έχει νιώσει την μεταρρυθμιστική πνοή της Αριστεράς να φυσάει από πάνω της. Η ανάγκη διευθέτησης των εντελώς άμεσων ανοιχτών ζητημάτων των σχολείων δεν έχει αφήσει χώρο για να προχωρήσουν ευρύτεροι σχεδιασμοίκαι στα πανεπιστήμια η εφαρμογή του αψήφιστου νόμου Μπαλτά έρχεται σταδιακά, προς ώρας μόνο με την μείωση των αρμοδιοτήτων των Συμβουλίων Διοίκησης, μέχρι, όπως φαίνεται, την υποχρεωτική αξιολόγησή τους πριν από την οριστική τους παύση.

Και κάπως έτσι, πρόλαβαν την κυβέρνηση οι πρώτες κινητοποιήσεις, μαθητών και φοιτητών. Πολλά από τα αιτήματα αφορούσαν τα γνωστά και δεδομένα, δηλαδή τις ελλιπείς υλικοτεχνικές υποδομές και την στελέχωση σε ανθρώπινο δυναμικό. Πράγματα για τα οποία όταν συζητάει κανείς – όσο και αν επιβάλλεται να μην αφήνουμε το μυαλό μας να εγκλωβίζεται στην στενή δημοσιονομική ρεαλπολιτίκ των Μνημονίων – είναι υποχρεωμένος να διέλθει από το δεδομένο της οικονομικής στενότητας και της επιτήρησης από τους «εταίρους». Ήτοι, από την αντικειμενική δυσκολία να καλυφθούν όλες οι ανάγκες αυτή τη στιγμή – όσο κι αν η κυβέρνηση κάνει υπερβάσεις, όπως για παράδειγμα των διορισμό μεγαλύτερου αριθμού αναπληρωτών εκπαιδευτικών φέτος από πέρσι – μέχρι να ομαλοποιηθεί κάπως η γενική κατάσταση και να μπορέσουν να αντληθούν πόροι από αλλού για να υποστηρίζουν τις ανάγκες της παιδείας, που μαζί με την υγεία δεν μπορεί παρά να είναι στην πρώτη προτεραιότητα της κυβέρνησης, τόσο λόγω της σημασίας τους καθαυτής, όσο και του μεγάλου κόστους που συνεπάγονται για τις οικογένειες, όταν δεν καλύπτονται επαρκώς από το δημόσιο.

Μόλις όμως ο λόγος των κινητοποιούμενων κυλήσει λίγο πέρα από αυτά, αναδεικνύεται ένας πλούτος. Ειδικά στις δηλώσεις των μαθητών, ως έναυσμα για την κινητοποίησή τους δεσπόζει η ανάγκη τους για ένα εντελώς νέο σχολείο. Έρχονται στην επιφάνεια, χωρίς να τις αναζητήσουμε, σπαρταρώντας, οι πολλές αλήθειες των παιδιών. Και μιλάνε για ένα σχολείο που δεν τα καταλαβαίνει, που δεν τα κάνει να το απολαμβάνουν, που δεν τα κάνει να αγαπάνε τη γνώση, που δεν το νιώθουν χρήσιμο, που δεν τα καλλιεργεί. Τα λόγια τους είναι ένας πολύχρωμος κήπος, γεμάτος από τους καρπούς των εμπειριών τους, σχηματισμένους σε άγουρη πείρα, έτοιμη όμως να καρπίσει κι άλλο και να μας δώσει μια γεύση από το μέλλον που τα παιδιά θα ήθελαν να ανθίζει μέσα σε αυτόν τον κήπο. Τον κήπο που πρέπει να επισκεφτούμε. Και πρώτος από όλους, ο ίδιος ο υπουργός. Και εκεί που πιο πολύ βγαίνουν νέες φύτρες είναι στις καταλήψεις. Μια έρευνα που είχε γίνει σε Λύκεια της χώρας από το Τμήμα Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου τις μέρες των μαθητικών κινητοποιήσεων του 2006 είχε δείξει πως ο βασικός λόγος πίσω από τις καταλήψεις δεν ήταν τόσο τα πολιτικά επίδικα του χώρου της Παιδείας, αλλά η ανάγκη των μαθητών να διαχειριστούν οι ίδιοι και οι ίδιες το σχολείο τους, τον χώρο που περνάνε τόσο μεγάλο μέρος της ζωής τους και επί του οποίου δεν έχουν τον παραμικρό λόγο. Ο υπουργός, λοιπόν, να επισκεφτεί έναν τέτοιο μπαχτσέ, μια κατάληψη, ένα οργισμένο σχολείο. Και αν τον βρει χορταριασμένο και λίγο αφιλόξενονα μην τα φοβηθεί. Να βάλει το χέρι του στο χώμα και μαζί με τα παιδιά να ξηλώσει τις αγριάδες. Γιατί τα χόρτα και οι τσουκνίδες πολλές φορές όταν κατακλύζουν τον τόπο, είναι απλώς μια αντίστροφη ένδειξη του πόσο εύφορο, πόσο ζωντανό είναι το έδαφος που πάνω του φυτρώνουν. Μόνο που για να αποκαλυφθεί αυτό το έδαφος θέλει να σκύψουν από πάνω του κάποια χέρια.

Να δείξει λοιπόν ο υπουργός πως δεν ήταν μια πολιτική ντρίμπλα η δήλωσή του, ότι τα αιτήματα των μαθητών είναι εναρμονισμένα με τις στοχεύσεις της κυβέρνησης. Και να δείξει η κυβέρνηση πως σε αντίθεση με όλες τις άλλες ως τώρα, για αυτήν οι αγώνες δεν είναι πρόβλημα προς επίλυση, αλλά μέσο βοήθειας. Πως πιστεύει ότι χρειάζεται μια συνολικά νέα ματιά, που θα βάζει μπροστά τις πλούσιες ανάγκες των παιδιών για ένα σχολείο που δεν θα τα ετοιμάζει για να ακολουθήσουν πειθήνια τις κοινωνικές επιταγές και νόρμες, αλλά για να φτιάξουν αυτά νέους κανόνες. Και την αλλαγή αυτή να την συζητήσει με τους μαθητές, στα σχολεία. Να τους ακούσει. Γιατί η μεγαλύτερη συμβολή αυτής της κυβέρνησης ίσως να είναι αυτή, να ξετυλίξει τα σπάργανα μιας μεγάλης αλλαγής στο χώρο της εκπαίδευσης, στο περιεχόμενο και τις μεθόδους του σχολείου για να μπορέσει να αλλάξει αποτελεσματικά και τη λειτουργία των άλλων βαθμίδων. Με τα παιδιά, με τους νέους ανθρώπους. Για όσα έλειψαν από εμάς στο σχολείο και τα ψάχνουμε ακόμη.

Έναν διανοούμενο για την Δεξιά

http://www.avgi.gr/article/5993691/enan-dianooumeno-gia-tin-dexia

Όταν το ΠΑΣΟΚ είχε ηττηθεί στις εκλογές του 2007 με ποσοστό ακόμη μικρότερο από του 2004, η θεμελιακή κρίση που το διέτρεχε ήταν προφανής. Μετά το τέλος της περιόδου Σημίτη, το κόμμα είχε μπουκώσει και δεν μπορούσε να μπει στην νέα εποχή του. Όμως, η πιο ουσιαστική πολιτική συζήτηση για την φυσιογνωμία του ΠΑΣΟΚ και τον ρόλο που θα μπορούσε να έχει, δεν έγινε ούτε εντός των οργανώσεων και των οργάνων του, ούτε στις σελίδες του αστικού Τύπου. Η συζήτηση έγινε στις εφημερίδες της Αριστεράς, κυρίως της ΑΥΓΗΣ. Καθόλου παράδοξο. Η Αριστερά έχει μια παράδοση βαθιάς ανάλυσης των πολιτικών και ιδεολογικών ζητημάτων και το δυναμικό διανοουμένων για να την υποστηρίζει.

Ακόμη πιο εκκωφαντικές από την τότε σιωπή και αμηχανία του κεντρώου χώρου, είναι οι σημερινές στον χώρο της Δεξιάς. Δεν μας παραξενεύει το ότι όλη η συζήτηση εν όψει της εκλογής νέου προέδρου της Ν.Δ. είναι εξαιρετικά υποτονική. Η θεματολογία της κινείται στο στενό φάσμα από το ποια βαρωνία της Ν.Δ. θα έχει κερδίσει καλύτερη θέση την επόμενη μέρα, μέχρι το ποιος υποψήφιος «μπορεί να κερδίσει τον Τσίπρα». Το κόμμα της ελληνικής Δεξιάς βρίσκεται σε μία πρωτοφανή θέση: Ηττάται επανειλημμένως στις κάλπες από τον ΣΥΡΙΖΑ και απαξιώνεται από τους πολίτες λόγω της πολιτικής της, ενώ την ίδια στιγμή βλέπει τον ΣΥΡΙΖΑ να εφαρμόζει δομικά στοιχεία της. Για να το θέσουμε σχηματικά, πιο δεξιά δεν έχει να πάει από μια -έτσι κι αλλιώς- αντιδημοφιλή πολιτική και πιο αριστερά δεν ξέρει και δεν θέλει να πάει επί της ουσίας, αλλά ούτε και μπορεί να πείσει ότι πάει, έστω σε ρητορικό επίπεδο. Κάθε κριτική της Ν.Δ. προς τα μέτρα του ΣΥΡΙΖΑ πέφτει σαν πέτρα πάνω στον τσίγκο, επιστρέφοντας κάθε φορά τον ίδιο εχθρικό απόηχο της απαξίωσης: κανείς δεν πιστεύει πως η Ν.Δ. θα έφερνε καλύτερα μέτρα, ούτε πως έχει το έρεισμα να κάνει κριτική στον ΣΥΡΙΖΑ για μια πολιτική, την οποία η ίδια υποστήριζε για χρόνια. Κυρίως, όμως, η Ν.Δ. εκλαμβάνεται από τον κόσμο ως υπαίτια μιας πολιτικής δεκαετιών που οδήγησε τελικά στα Μνημόνια. Η ελληνική Δεξιά, λοιπόν, αναζητά τον επόμενο αρχηγό κάνοντας την κουφή απέναντι στα κρίσιμα ερωτήματα, γιατί τα φοβάται και δεν μπορεί ούτε να τα πλησιάσει: Το «με ποια πολιτική;» και το «με ποιο κόμμα;». Δηλαδή, με ποιο διαφορετικό σχέδιο από όσα εφαρμόζονται ώς τώρα και με ποιο συλλογικό εργαλείο, με ποια δράση και ποια σχέση με την κοινωνία. Δύο δέσμες ερωτημάτων τα οποία συνεπάγονται την ανάγκη αλλαγών και ανατροπών που κανείς δεν φαίνεται διατεθειμένος να κάνει, που κανείς δεν αντέχει.

Σε αυτό το πλαίσιο, παρότι σίγουρα πολλοί από τους δεξιούς διανοούμενους αντιλαμβάνονται την απόλυτη ανάγκη να τεθούν τα παραπάνω ζητήματα, η σιωπή τους μοιάζει δικαιολογημένη. Όχι μόνο διότι και οι ίδιοι έχουν γίνει εν πολλοίς τμήματα μηχανισμών και σχέσεων εξουσίας και άρα δυσκολεύονται να αρθούν υπεράνω αυτών συγκροτώντας μια ανεξάρτητη ανάλυση και ένα σχέδιο με προοπτική, αλλά και επειδή η ιδεολογία δεν διακρίνεται μηχανικά ανάμεσα σε αυτά που λέμε στον κόσμο και σε αυτά που κρατάμε για τον εαυτό μας. Το μοντέλο άσκησης πολιτικής που είναι υπό κρίση, όπως και το οικονομικό μοντέλο, έχουν αξίες και κανόνες που και οι ίδιοι ενστερνίζονται και δεν μπορούν να εγκαταλείψουν εύκολα. Όμως, η Αριστερά δεν πρέπει να χαίρεται εν τέλει για την διαιώνιση αυτής της κατάστασης. Η πολιτική αμηχανία της Δεξιάς οδηγεί όλο το πολιτικό σύστημα πιο βαθιά στη λογική της διαχείρισης και της απαξίωσης. Το έχουμε δει άλλωστε να συμβαίνει και αλλού. Όταν ο Αλέξης Τσίπρας στη Βουλή ανέφερε κάτι για τις εσωκομματικές εκλογές της Ν.Δ. που θεωρήθηκε έμμεση στήριξη στον Βαγγέλη Μεϊμαράκη, ένας βουλευτής της πετάχτηκε και ειρωνικά του αντέτεινε «Με δύο ευρώ μπορείς να ψηφίσεις!», αναφερόμενος στο αντίτιμο του δικαιώματος συμμετοχής στην ψηφοφορία. Αυτήν την εσωκομματική δημοκρατία των δύο ευρώ της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ, την πληρώνουμε χρόνια τώρα όλοι μας, γιατί εξοικειώνει τον κόσμο με την απαξίωση της δημοκρατίας. Και τα ερωτήματα όσο δεν απαντώνται δεν χάνονται, αλλά φουσκώνουν και γίνονται ανεξέλεγκτα.

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2015

Απέχοντας και ψηφίζοντας


Άλλη μια φορά εκλογές και άλλη μια φορά που προέκυψε ένα πλούσιο υλικό προς αξιολόγηση, το οποίο κινδυνεύει να χαθεί μέσα από φωνές που διεκδικούν δικαιώσεις. Εδώ θα περιοριστούμε σε δύο σχόλια για την αποχή και την πολιτική ταυτότητα της ψήφου στον ΣΥΡΙΖΑ.

Η συζήτηση για την αποχή που ξεκίνησε με το κλείσιμο της κάλπης γίνεται με τρόπο που δεν επιτρέπει να δούμε την πραγματική της διάσταση. Η ανάγκη να μειωθεί η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και να δικαιωθούν άλλες επιλογές που αυτοπαρουσιάζονται ως πιο αριστερές και συνεπείς προς το Όχι του δημοψηφίσματος έκανε την αποχή σύνθημα σε στόματα και πληκτρολόγια από όπου μαθαίνουμε πως «ΣΥΡΙΖΑ ψήφισαν λιγότεροι από δύο στους δέκα Έλληνες, άρα μην πανηγυρίζετε».
Αυτό που πρέπει να εξεταστεί εδώ, αν θέλουμε να βγάλουμε κάποιο συμπέρασμα μέσα από τον ορυμαγδό, δεν είναι η συνολική τυπική αποχή και τα ταχυδακτυλουργικά με τους αριθμούς, αλλά η αύξησή της.

Καταρχάς, όμως, να σημειώσουμε τρία πράγματα. Πρώτον, η τυπική συμμετοχή είναι 57% σε εκλογικούς καταλόγους συνολικά 9.840.000 πολιτών. Αν αφαιρέσουμε τους υπερήλικους, τους πολλούς μεταναστεύσαντες και τους νεκρούς -γιατί οι κατάλογοι δεν ανανεώνονται τακτικά και πάντα βρίσκουμε δεκάδες θεωρητικώς υπεραιωνόβιους- το ποσοστό αυτό μεγαλώνει. Ενδεικτικά, θεωρώντας πως το πραγματικό σύνολο των εν δυνάμει ψηφοφόρων είναι οκτώ εκατομμύρια (αρκετά λογικό για μια Ελλάδα έντεκα εκατομμυρίων), η συμμετοχή φτάνει στο 70%, άρα η αποχή στο 30%.
Δεύτερον, πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί με την πολιτική χρήση της αποχής, γιατί, αν την αποδώσουμε στο ότι οι άνθρωποι που την επιλέγουν δεν βολεύονται στο πολιτικό σύστημα και το απαξιώνουν, τότε -αφού εξηγήσουμε το γιατί δεν κατάφεραν αυτούς τους δυσαρεστημένους από το σύστημα να τους πείσουν όσοι κινήθηκαν ενάντια στον ΣΥΡΙΖΑ, τον οποίο κατηγορούσαν πως εξελίχθηκε, υποτίθεται, σε «μία από τα ίδια»- κινδυνεύουμε να της αποδώσουμε ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά που δεν έχει, ενώ, αντιθέτως, παραδοσιακά φέρει μεγάλο βαθμό μικροαστικής πολιτικής αντίληψης, ειδικά για όσους απέχουν σταθερά.

Τρίτον, στο δημοψήφισμα η τυπική συμμετοχή ήταν γύρω στο 60%, αλλά, αν μας έλεγε κάποιος πως το πραγματικό ποσοστό του Όχι δεν είναι 62%, αλλά 35%, και πως το 40% των Ελλήνων δεν ψήφισε διότι, για παράδειγμα, δεν του χωρούσε το εκβιαστικό δίλημμα του δημοψηφίσματος, κανένας αριστερός (ή απλώς λογικός) άνθρωπος δεν θα ήταν τόσο δεκτικός σε αυτή τη θέση.

Το συνολικό ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ μειώθηκε κατά μόλις 0,9% και οι συνολικοί του ψηφοφόροι κατά 320.000. Τα ποσοστά του στους αδύναμους οικονομικά δήμους των Β' Αθήνας, Β' Πειραιά και Α' Θεσσαλονίκης ήταν σε εξαιρετικά ύψη είτε μειώθηκαν ελαφρώς (Β' Αθήνας) είτε παρέμειναν σταθερά (Β' Πειραιά) είτε αυξήθηκαν αισθητά (Α' Θεσσαλονίκης), σε ποσοστά μεταξύ 39% και 42%. Τα νούμερα πάντα προσφέρονται για ερμηνείες. Αρκεί αυτές να μην είναι εύκολες. Γιατί τότε βρισκόμαστε με δύο αναλύσεις που κάποια πάσχει, αφού από τη μια λέμε πως ο λαός της 5ης Ιουλίου ήταν ηρωικός λέγοντας το Όχι και, από την άλλη, πως ο λαός της 20ής Σεπτεμβρίου ήταν υποταγμένος στη μοίρα του ψηφίζοντας τον ΣΥΡΙΖΑ για να διεκδικήσει και στις δύο περιπτώσεις μια προοπτική βελτίωσης της ζωής του.

Σε κάθε περίπτωση, η κατά 7% αύξηση της αποχής παραμένει πολύ σημαντική. Δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην κόπωση των ψηφοφόρων από τις συνεχείς εκλογές και τα έξοδα μετακίνησης των ετεροδημοτών. Κομβική της αιτία είναι η απογοήτευση από το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης και την αμφισβήτηση τού κατά πόσο οι εκλογές μπορούν να φέρουν μια διαφορετική πολιτική.

Η ανατροπή αυτής της πεποίθησης θα είναι δείκτης και εργαλείο επιτυχίας της νέας κυβέρνησης, αφενός διότι θα σημαίνει πως θα έχει αποδείξει τη διαφορά των στοιχείων της δικής της πολιτικής -αυτή τη φορά στην εφαρμοσμένη πολιτική, δηλαδή στην καθημερινότητα των ανθρώπων και όχι στη διαπραγμάτευση, όπου η τεράστια προσπάθεια ήταν πολύ δύσκολο να αγνοηθεί-, αφετέρου διότι η συμμετοχή των ανθρώπων στην πολιτική διαδικασία είναι απαραίτητη για την επιτυχία μιας κυβέρνησης της Αριστεράς. Αν οι πολλαπλοί κοινωνικοί ανταγωνισμοί δεν έρχονται στο φως, κανείς δεν θα μπορέσει να τους διευθετήσει προς όφελός μας.

Για μια θετική ψήφο τώρα στον ΣΥΡΙΖΑ

http://www.neolaia.gr/2015/09/17/thetiki-psifo-twra-ston-siriza/


Δεν θέλω να συζητήσω πολύ για την τακτική του ΣΥΡΙΖΑ στη διαπραγμάτευση, γιατί έχουν ειπωθεί σχεδόν τα πάντα. Το σχέδιο ήταν αυτό που ήταν, εγκεκριμένο από συνέδρια και κεντρικές επιτροπές. Διαπραγμάτευση εντός του ευρώ, με όριό μας την επιβίωση του λαού.Αυτή η τακτική βασιζόταν σε κάποιες προϋποθέσεις, κυρίως στο ότι μέσω της διεθνοποίησης του ελληνικού ζητήματος θα δημιουργούνταν στην Ευρώπη μια συμμαχία χωρών ενάντια στη Γερμανία, στο ότι οι εταίροι δε μπορούσαν με τίποτα να σηκώσουν οικονομικά το βάρος της εξόδου μας από την ευρωζώνη και στο ότι θα πιέζαμε μέσω των σχέσεων μας με άλλες χώρες.

Τελικά, κάποια έγιναν ανεπαρκώς και κάποια καθόλου. Μια συμμαχία στήθηκε. Γαλλία και Ιταλία πήγαν κόντρα στα σχέδια του Σόιμπλε γιατί κατάλαβαν πως θέλει να τις έχει και αυτές υποχείριά του, αλλά δεν ήταν τελικά έτοιμες να το φτάσουν στα άκρα. Ίσως, η σύγκρουση ανεβλήθη για αργότερα. Άλλωστε, οι παραδοσιακές ηγεσίες πάντα ξέρουν να παίζουν με τον χρόνο και τις συνθήκες. Από την άλλη, η Μέρκελ φάνηκε πως όντως ήθελε να αποφύγει το Grexit, αλλά ο Σόιμπλε την πρόλαβε στη στροφή, έκανε καλύτερες κοινωνικές συμμαχίες, τα βρήκε με το ΔΝΤ πίσω από την πλάτη της και τελικά μας εκβίασε με την διάλυση των τραπεζών και την απόλυτη χρεοκοπία, γιατί πίστεψε πως θα άντεχε το οικονομικό κόστος μιας χρεοκοπίας εντός της ευρωζώνης, αλλά όχι το πολιτικό κόστος του να νικήσουμε και να γεμίσει μετά η Ευρώπη από διάφορους ΣΥΡΙΖΑ. Και τέλος, η Ρωσία και η Κίνα όχι απλώς δεν πίεσαν τους δανειστές μας, αλλά μας έβαζαν και ως όρο για να έχουμε εμπορικές σχέσεις και να γίνουν επενδύσεις όπως ο αγωγός αερίου το να παραμείνουμε εντός ΟΝΕ. Τόσο απλά. Το παιχνίδι παραείναι σύνθετο και δεν παίζεται με δικούς μας κανόνες. Παίξαμε πρώτη φορά και δεν μας πήγε καλά.

Για να τα λέμε, λοιπόν, σωστά τα πράγματα, το πραγματικό όριο της τακτικής του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν η παραμονή στο ευρώ, αλλά η αποφυγή της διάλυσης των τραπεζών, δηλαδή της χρεοκοπίας της χώρας, δηλαδή αυτό που είπαμε στην αρχή: η επιβίωση του λαού. Γιατί η άτακτη χρεοκοπία δεν θα άφηνε περιθώριο ούτε για μια στοιχειωδώς ανεκτή διαβίωση, ούτε για πολιτική χωρίς βία και πανικό. Και ασφαλώς, το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ δεν έλεγε για υπογραφή μιας συμφωνίας λιτότητας, αλλά δεν έλεγε και για χρεοκοπία. Και δεν έλεγε, γιατί είναι η ελάχιστη αυτονόητη υποχρέωση που αναλαμβάνει μια κυβέρνηση, η αποφυγή της χρεοκοπίας. Από εκεί και πέρα, κανείς πολιτικός αντίπαλος δεν μπορεί να κουνάει το δάχτυλο. Όχι αυτοί που μας έφεραν ως εδώ, μας έδεσαν χειροπόδαρα και μας έλεγαν να υπογραφεί όποια συμφωνία κι αν μας δώσουν. Μα ούτε αυτοί που υποστήριζαν εδώ και καιρό τη δραχμή αλλά δεν έφεραν ποτέ καμία εμπεριστατωμένη μελέτη, αν και ο Π. Λαφαζάνης δήλωσε στο ντιμπέιτ πως δεν χρειάζεται καμία μελέτη για την αλλαγή του νομίσματος γιατί είναι πολύ απλό πράγμα και ο Κ. Λαπαβίτσας πως χρειάζεται σχέδιο, αλλά μόνο μια κυβέρνηση μπορεί να το βγάλει, άρα παραδέχεται πως ούτε ο ίδιος έχει τώρα σχέδιο. Άλλωστε, ο Τσίπρας προέκυψε πως είχε ζητήσει από τον Βαρουφάκη σχέδιο αντιμετώπισης του Grexit, δεν το απέφυγε, αλλά το σχέδιο δεν ήταν πειστικό. Και δεν μπορούν να κουνάν το δάχτυλο, επίσης, διότι αν πίστευαν ότι είναι αναπόφευκτη η αποτυχία αν δεν πάμε στη δραχμή, όπως λένε (και πάλι, όχι καθαρά) τώρα, θα έπρεπε να μην έχουν συμμετάσχει στις εκλογές του Γενάρη με το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε και να μπουν στην κυβέρνηση και να παρασύρουν τον κόσμο, αλλά να τον προστατεύσουν. Αφού δεν το έκαναν προκύπτει πως ούτε καν αυτοί ήταν σίγουροι για τη θέση τους αυτή. Ακόμη περισσότερο, όμως, δεν μπορούν να κουνάν το δάχτυλο αυτοί που όλο αυτόν τον καιρό υποστήριζαν το σχέδιο και την τακτική που είχε ορίσει ο ΣΥΡΙΖΑ και στο παρά πέντε, δυσαρεστημένοι από την ήττα στη διαπραγμάτευση, ξαφνικά άλλαξαν λεζάντα και χωρίς το παραμικρό ίχνος αυτοκριτικής τώρα καταγγέλουν σφόδρα, λες και δεν ήταν ποτέ στον ΣΥΡΙΖΑ και δεν στήριζαν και συνδιαμορφώναν αυτήν την τακτική που έχασε. Ίσως, γιατί πρέπει να φωνάξουν ακόμη περισσότερο τώρα την νέα τους γραμμή, για να καθιερωθούν στον νέο τους περιβάλλον, ως νεοφώτιστοι.

Αλλά φτάνει με τους άλλους. Να πάμε στον μόνο που έχει δικαίωμα να κουνάει το δάχτυλο. Στον κόσμο. Που περίμενε να δει να βελτιώνεται η ζωή του μέσα από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Και σε μεγάλο βαθμό, δεν το είδε. Αυτός ο κόσμος που έφτασε να δώσει το μαγικό 62% του ΟΧΙ στο Δημοψήφισμα, που ριζοσπαστικοποιήθηκε ατελώς αλλά έβαλε πλάτη στα δύσκολα. Σε αυτούς τους ανθρώπους αξίζει μια πολύ καλή εξήγηση. Και μαζί, μερικοί πολύ καλοί λόγοι για να τους ζητήσουμε να στηρίξουν ξανά τον ΣΥΡΙΖΑ με ψήφο θετική.

Ο κόσμος αυτός είδε μια κυβέρνηση να δίνει μια μεγάλη μάχη. Αναμφισβήτητα. Αλλά οι καλές προθέσεις και οι προσπάθειες δεν τρώγονται. Σύμφωνοι. Κάποια από τα πράγματα, όμως, που έγιναν την ίδια περίοδο, «τρώγονται», δηλαδή αφορούν την καθημερινότητα και την επιβίωση των ανθρώπων. Μισό εκατομμύριο άνθρωποι ευνοήθηκαν από τον νόμο κατά της ανθρωπιστικής κρίσης, μεταξύ άλλων συνδέοντας πάλι το ρεύμα στα σπίτια τους, ένα εκατομμύριο άνθρωποι και νομικά πρόσωπα ρύθμισαν τα χρέη τους με τον νόμο για τις εκατό δόσεις, 7.500 οικογένειες κέρδισαν ξανά τις δουλειές τους με τις επαναπροσλήψεις στο δημόσιο, η πρώτη κατοικία προστατεύτηκε ρητά από τις τράπεζες, καταργήθηκε το 5ευρώ για τα νοσοκομεία, φρέναρε ο νόμος για τις μαζικές απολύσεις. Δηλαδή, αναιρέθηκαν πράγματα που δεν ήταν απλώς παράπλευρες συνέπειες της πολιτικής των προηγούμενων κυβερνήσεων, αλλά καθαροί στόχοι, ειδικά αν σκεφτούμε τον Γεωργιάδη να φωνάζει «το Μνημόνιο είναι ευλογία» και «δεν θα μου πάρει εμένα την δόξα ο Τόμσεν, εγώ τις θέλω τις απολύσεις», τον Βορίδη να λέει «δηλαδή τι θέλετε, να μην παίρνουν οι τράπεζες τα σπίτια και να μην εισπράττουν τα χρέη;» και τον ίδιο τον Σαμαρά να λέει πως «τα μέτρα του Μνημονίου φέρνουν την ανάπτυξη». Τι θα γινόταν αν στη θέση του ΣΥΡΙΖΑ αυτούς τους μήνες ήταν η ΝΔ; Και τι θα γίνει αν επανέλθει; Θα μείνουν όλα αυτά στη θέση τους ή σε λίγο θα χαθούν ξανά;

Ο κόσμος, επίσης, θέλει να δει κάποια ισοδύναμα για τα μνημονιακά μέτρα. Και κυρίως, θέλει να πειστεί πως η χώρα δεν θα είναι σε τόσο ασφυκτικό κλοιό, ώστε να μην μπορεί να ασκήσει καμιά δικιά της πολιτική, ώστε να μην μπορεί να βγει από το καταστροφικό σπιράλ της λιτότητας. Και εδώ τα πράγματα είναι δύσκολα, γιατί τα μέτρα είναι υφεσιακά και αν εφαρμοστούν πλήρως θα μεγαλώσουν τη φτώχεια. Αλλά είναι και εντελώς απλά. Γιατί όπως και να είναι η κατάσταση, είναι πολύ προτιμότερο να την αντιμετωπίσει με μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δίπλα του, που θα μάχεται για να ανοίγει όσο πιο πολλές ρωγμές μπορεί στη συμφωνία και να δημιουργεί αναστατώσεις στην Ευρώπη. Ήδη, το κλίμα δείχνει να αλλάζει. Από την πανευρωπαϊκή κατακραυγή προς τη Γερμανία, μέχρι την εκλογή του αριστερού Κόρμπιν στην ηγεσία των Εργατικών στην Αγγλία, τα πράγματα ήδη ανακατώνονται. Δεν χάθηκε ο πόλεμος. Χάθηκε ο στόχος να αλλάξουμε τα πάντα μέσα σε έξι μήνες. Δικαιούμαστε όμως να κάνουμε την προσπάθεια να αλλάζουμε κάθε φορά όσο πιο πολλά μπορούμε, να αλλάζουμε έτσι το συσχετισμό δύναμης και να μπλεκόμαστε σε αυτό το σύνθετο πολιτικό παιχνίδι, από το οποίο ο αναχωρητισμός δεν λύνει κανένα πρόβλημα.

Τέλος, αν ήθελα συνοπτικά να απαριθμήσω κάποιους ακόμη λόγους για τη στήριξη στον ΣΥΡΙΖΑ θα έλεγα πως:
Τα ευρωπαϊκά αριστερά κόμματα και κινήματα αλλά και τα συνδικάτα ελπίζουν πολύ στον ΣΥΡΙΖΑ και κοιτάν πάντα στην Ελλάδα με ελπίδα. Μια ήττα του ΣΥΡΙΖΑ θα τους έστελνε το μήνυμα πως όλα τέλειωσαν, το αριστερό φιλολαϊκό εγχείρημα στην Ελλάδα κατέρρευσε, δεν υπάρχει πια ελπίδα και εναλλακτική και θα γυρνούσαν τα πάντα πολλά χρόνια πίσω.
Η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ θα είναι μια νίκη του Σόιμπλε, ένας απόλυτος θρίαμβος του εκβιασμού. Η κατάρρευση κάθε πεδίου αντίστασης, η απόλυτη παράδοση του ελληνικού λαού στη λιτότητα, η απόλυτη παραδοχή της μοίρας μας.
Όχι απλώς θα αναιρεθούν, σε περίπτωση ήττας, τα επιτεύγματα της κυβέρνησης, αλλά η χώρα θα επιστρέψει συνολικά στα χέρια αυτών που την έφεραν ως εδώ και η απογοήτευση που θα έρθει στον κόσμο θα είναι τεράστια, όλοι θα πιστέψουν πως τίποτα πια δεν μπορεί να αλλάξει, ούτε στο ζήτημα της διαφθοράς, της διαπλοκής, της λειτουργίας του κράτους.
Πιστεύουν κάποιοι αριστεροί πως αν ο ΣΥΡΙΖΑ τώρα χάσει, θα μείνει χώρος για να φτιαχτεί ένα νέο αριστερό εγχείρημα που θα ανθίσει σύντομα επειδή θα υπερασπίζεται τα συμφέροντα του κόσμου. Τίποτα πιο απατηλό. Γιατί η πολιτική διαδικασία δεν είναι αυτόματη και άρα το ότι θα εκπροσωπήσεις τα συμφέροντα του κόσμου δεν σημαίνει ότι ο κόσμος θα προστρέξει. Διότι, απλούστατα, όταν κατέρρευσε ο Υπαρκτός Σοσιαλισμός η ήττα του παρέσυρε όλες τις εκδοχές της Αριστεράς, από τις πιο απολογητικές του μέχρι τις πιο κριτικές, ακόμη και αυτές που με την κατάρρευση δικαιώθηκαν απολύτως στην κριτική τους. Αλλά για τον κόσμο διαψεύστηκε οτιδήποτε αριστερό και μας πήρε είκοσι χρόνια για να υπάρξει ξανά η Αριστερά με σοβαρούς όρους. Έτσι και τώρα, αν καταρρεύσει το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ, το πιθανότερο είναι πως κανένα άλλο αριστερό εγχείρημα δεν θα μπορέσει να συμμαζέψει την απελπιστική απογοήτευση των λαϊκών στρωμάτων και η εξέλιξη θα μοιάζει με κατολίσθηση. Το ρίσκο παραείναι μεγάλο για να παίζουμε, γιατί το κενό που θα δημιουργηθεί δεν ξέρουμε ποιος θα το καλύψει και ειδικά με δεδομένο πως η Χρυσή Αυγή παραμένει τρίτο κόμμα και η απελπισία θα τροφοδοτήσει τη βία. Η διατήρηση του ΣΥΡΙΖΑ είναι βασικός όρος για τη διατήρηση της κοινωνίας.

Αν λοιπόν θεωρούμε πως η Αριστερά είναι κι αυτή μια πολιτική δύναμη και άρα δικαιούται -μάλλον, είναι υποχρεωμένη- να χάνει κάτι για να κερδίσει κάτι άλλο, να πετυχαίνει επιμέρους νίκες, όσες μπορεί να φέρει ο αγώνας της σε κάθε συγκυρία και σε κάθε συσχετισμό δύναμης, ακριβώς για να μπορεί με μικρές και μεγάλες νίκες, συγκρούσεις και τομές να μετατοπίζει τον συσχετισμό δύναμης στην πορεία κερδίζοντας έδαφος, αν η Αριστερά θεωρούμε πως δικαιούται και αυτή να πάρει λίγο χρόνο για να μπορέσει να βελτιώσει τη θέση της και να δώσει μάχες με καλύτερους όρους, και πως μπορούμε να την κρίνουμε σε βάθος χρόνου και όχι μόνο σε εφτά μήνες, τότε αξίζει μια θετική ψήφος στον ΣΥΡΙΖΑ. Με την προϋπόθεση πως ο ΣΥΡΙΖΑ θα αναζητά διαρκώς τους τρόπους (γιατί θα είναι συνδυασμών τρόπων και μαγικές συνταγές δεν υπάρχουν) που θα του επιτρέπουν στο τέλος να ξεπεράσει τον εκβιασμό, αν του τεθεί εκ νέου.

Σε αντίθεση με τις φωνές που έλεγαν ότι έπρεπε ο ΣΥΡΙΖΑ αφού έχασε και δεν κατήργησε τα Μνημόνια να παραιτηθεί, πως δεν έπρεπε να υπογράψει τη συμφωνία και να αμαυρώσει το όνομα της Αριστεράς, εμείς λέμε πως το όνομά μας θα το αμαύρωνε το να εγκαταλείψουμε τον κόσμο μόνο του, αντιμέτωπο με τις συνέπειες και των δικών μας ενεργειών. Η συνεπής αριστερή στάση δεν είναι το «έτσι που τα κάναμε, ας φύγουμε μια ώρα αρχύτερα». Η συνεπής με τις καλύτερες στιγμές της Αριστεράς στάση είναι το «έτσι όπως τα κάναμε, έτσι όπως μας τα έκαναν, έτσι πως έγιναν τα πράγματα, δεν έχει σημασία, θα κάτσουμε εδώ να τα υποστούμε όλα μαζί με τον κόσμο, να τα παλέψουμε. Να αναλάβουμε, δηλαδή, το βάρος, να προσπαθούμε συνέχεια να προστατεύουμε τους ανθρώπους σαν εμάς και την ίδια στιγμή, καθημερινά, να ακούμε την κριτική τους». Όχι άλλα καθαρά αλλά αδούλευτα χέρια, όχι άλλες περήφανες ήττες. Είναι πια η ώρα να μην κάνουμε πίσω.