Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

Κανένας χρυσαυγίτης μόνος του στην κρίση!

Η παρουσία του φασίστα Μιχαλολιάκου, αρχηγού της Χρυσής Αυγής, στον ΣΚΑΙ, αλλά κυρίως η παρουσία του δημοσιογράφου του σταθμού, Κωνσταντίνου Μπογδάνου, απέδειξε με τον καλύτερο και τον πιο κρυστάλλινο τρόπο το γιατί πρέπει, ξεπερνώντας τα αντανακλαστικά και τις συνήθειές μας, να μην αφήνουμε πλέον σε κανένα δημόσιο βήμα τους χρυσαυγίτες χωρίς αντίλογο. Η ένδεια των επιχειρημάτων του δημοσιογράφου του ΣΚΑΙ (αποδεικνύοντας για άλλη μία φορά πως δεν μπορείς να έχεις καμία σοβαρή απαίτηση από τους δημοσιογράφους που έχουν βγάλει το μεγάλο σχολείο των ανεγκέφαλων της… ΔΑΠ), που το μόνο που κατάφερνε να κάνει είναι να αναμασά – ανεπιτυχώς και ενοχλητικά – τα επιχειρήματα για τις ναζιστικές καταβολές της Χρυσής Αυγής, βασισμένα μόνο σε πρωτοσέλιδα του εντύπου της φασιστικής συμμορίας και σε φωτογραφίες των μελών της, κατάφερε να κάνει τον Μιχαλολιάκο συμπαθή. Αποσπασματικές ερωτήσεις, δήθεν (και για αυτό εκνευριστική) ευγένεια και μια χαρακτηριστική αδυναμία να ξεφύγει από τα πρωτόλεια επιχειρήματα κατά της Χρυσής Αυγής που έχουν εξαντλήσει τη δυναμική τους ήδη από την προεκλογική περίοδο.

Αυτό το τελευταίο είναι και το πιο κρίσιμο. Οι δημοσιογράφοι των μεγάλων ΜΜΕ αλλά και οι πολιτικοί του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ δεν είναι σε θέση να απαντήσουν αποτελεσματικά στη Χρυσή Αυγή. Όχι μόνο επειδή είναι φθαρμένα στελέχη ενός απεχθούς συστήματος και άρα αναξιόπιστοι πομποί του οποιουδήποτε μηνύματος, που καταλήγουν να ενισχύουν κάτι όταν του κάνουν κριτική. Αλλά κυρίως, επειδή η επιχειρηματολογία τους δεν μπορεί να ακουμπήσει τα κρίσιμα σημεία που θα αποδομούσαν ριζικά τη Χρυσή Αυγή, τα σημεία που αφορούν την ουσία της πολιτικής της, ειδικά όπως αυτή ξεδιπλώνεται (και εκτίθεται) μέσα στην κρίση.

Έτσι λοιπόν, κάθε φορά που ο Μιχαλολιάκος ένιωθε να στριμώχνεται, πετούσε στον Μπογδάνο μια μπηχτή για τη Ζίμενς, τους μεγαλοδημοσιογράφους που φρουρούνται από την αστυνομία, τις ΜΚΟ που σχετίζονται με τον όμιλο Αλαφούζου και έφερνε με τη σειρά του αυτόν σε δύσκολη θέση, διότι τον εμφάνιζε ως εκπρόσωπο του φθαρμένου συστήματος εξουσίας. Επομένως, ο Μπογδάνος, και κάθε δημοσιογράφος που δρα ως εκπρόσωπος επιχειρηματικών και πολιτικών συμφερόντων, δεν μπορεί να εκθέσει πολιτικά την στάση της Χρυσής Αυγής, διότι αυτό θα επέβαλλε να συγκρουστεί με τα συμφέροντα που υπηρετεί και τις αντίστοιχες πολιτικές αντιλήψεις.

Δεν υπάρχει πλέον άνθρωπος που να μην έχει ακούσει πως η Χρυσή Αυγή είναι μια «νεοναζιστική, ρατσιστική, εθνικιστική» οργάνωση. Και δεν υπάρχει κανένας από αυτούς που την ψηφίζουν που να τον νοιάζει. Δεν το θεωρούν σημαντικό, δεν πιστεύουν πως η Χρυσή Αυγή θα μπορέσει ποτέ να έρθει στην εξουσία και να ανοίξει στρατόπεδα συγκέντρωσης ή απλώς – οι λιγότεροι – το εγκρίνουν. Θέλουν να την χρησιμοποιήσουν σαν μαστίγιο απέναντι στο σύστημα. Να το τιμωρήσουν και να το ξυπνήσουν. Επομένως, ο καλύτερος τρόπος για την αντιμετώπιση της Χρυσής Αυγής δεν είναι πλέον ούτε η Ιστορία, ούτε η «καθαρή» ιδεολογία. Το προνομιακό πεδίο πάλης είναι το βασικό, το ταξικό. Μόνο εμείς, λοιπόν, μπορούμε να εγκαλέσουμε τη Χρυσή Αυγή για το ότι ψηφίζει στη Βουλή υπέρ του χαρίσματος των χρεών των ποδοσφαιρικών ομάδων, κατά της εξεταστικής για τη Ζίμενς, υπέρ του Λάτση και υπέρ της πώλησης της Αγροτικής Τράπεζας και πως αγωνίζονται υπέρ ιδιοκτητών πάρκινγκ και εναντίον λαϊκών δημοτικών αρχών. Γιατί μόνο εμείς είμαστε απέναντι σε αυτές τις πολιτικές που προωθεί και η Χρυσή Αυγή. Μόνο εμείς μπορούμε να τους πούμε πως είναι τζάμπα μάγκες, γιατί αντί να στραφούν εναντίον των τραπεζιτών και των εφοπλιστών, χτυπάνε αυτούς που καθαρίζουν τα τζάμια των τραπεζών και τα καταστρώματα των πλοίων. Στη συνέντευξη στον ΣΚΑΙ, όταν ο δημοσιογράφος ρωτούσε για τις ναζιστικές καταβολές της Χρυσής Αυγής, ο Μιχαλολιάκος γινόταν ηγεμονικός επειδή απαντούσε πως το θέμα δεν είναι ο Χίτλερ αλλά «η μάνα στο Πέραμα που δεν έχει να ταϊσει τα παιδιά της εξαιτίας του Μνημονίου». Εκεί λοιπόν, ο μνημονιακός δημοσιογράφος σιωπά. Το βουλώνει. Κιτρινίζει και αλλάζει θέμα. Ενώ εμείς θα λέγαμε ότι από αυτήν τη γυναίκα που πράγματι πεινάει λόγω του Μνημονίου, εμείς ζητάμε να έρθει μαζί μας για να ακυρώσουμε το Μνημόνιο, να βάλουμε τις τράπεζες υπό δημόσιο έλεγχο και να αυξήσουμε τη φορολογία του μεγάλου κεφαλαίου και των εφοπλιστών, ενώ ο Μιχαλολιάκος έχει να της προτείνει μόνο «να φύγουν οι ξένοι»!

Ας συνειδητοποιήσουμε τη σημασία δύο πραγμάτων και ας φερθούμε αναλόγως. Πρώτον, πως η Χρυσή Αυγή δεν είναι πλέον στο 0,1%, για να υιοθετούμε απέναντί της την τακτική του μη διαλόγου, για να μην της δώσουμε βήμα και την νομιμοποιήσουμε, όπως κάναμε παλαιότερα. Αλλάζουν οι συνθήκες, αλλάζουν και οι τακτικές μας. Δεύτερον, πως εμείς, η Αριστερά και ο ΣΥΡΙΖΑ, είμαστε η μόνη καθαρή δύναμη, το μόνο τίμιο πρόσωπο της πολιτικής στη χώρα. Άρα, οι μόνοι που μπορούν να αποδομήσουν τη Χρυσή Αυγή. Και επομένως, πως δεν έχουμε το περιθώριο να αποσυρθούμε από αυτήν την «πρόσωπο με πρόσωπο» αντιπαράθεση. Και κάτι ακόμη. Ψυχραιμία. Ούτε είμαστε εμείς από κάτω, ούτε η Χρυσή Αυγή βαδίζει προς την εξουσία. Ας μην αφήνουμε τον πανικό να κερδίζει έδαφος. Ας αντιμετωπίσουμε την κατάσταση όπως έχει. Όπως αρμόζει σε αριστερούς.

Τρίτη 28 Αυγούστου 2012

Όταν το ΚΚΕ αδειάζει το… ΚΚΕ



Στις εκλογές του 2007 μία από τις βασικές τακτικές του ΚΚΕ ήταν να καλεί τους ψηφοφόρους, ακόμη κι αν διαφωνούν με τις θέσεις του, να το ψηφίσουν αναγνωρίζοντας την σταθερότητα του. Το σλόγκαν ήταν ενδεικτικό: «Το ΚΚΕ δεν σου είπε ποτέ ψέματα». Πρόκειται για μια στάση εξαιρετικά συντηρητική και περιορισμένων πολιτικών προοπτικών, άρα απαράδεκτη για ένα κόμμα της κομμουνιστικής Αριστεράς. Μία πολιτική δύναμη που επιδιώκει την κοινωνική αλλαγή δεν μπορεί να έχει ως κύριο επιχείρημα τη σταθερότητα της (έτσι, γενικώς) ούτε να έχει ως βασικό στόχο την ψήφο των διαφωνούντων, χωρίς τη στοιχειώδη αλλαγή των συνειδήσεών τους. Αν κάποιος από τους αντιπάλους του ΚΚΕ εκφωνούσε μία τέτοια θέση, θα κατηγορούνταν αμέσως για καθαρό οπορτουνισμό.

Υπάρχει όμως και μια πραγματολογική διάσταση στο ζήτημα της περιβόητης σταθερότητας του ΚΚΕ. Πράγματι, όπως έλεγε και η διαφήμιση, «το ΚΚΕ δεν είπε ποτέ ψέματα». Απλώς, κατά καιρούς άλλαζε αλήθειες, δηλαδή θέσεις! Οι αλλαγές αυτές, ενίοτε ριζικές, δεν επισημαίνονται από τα στελέχη του. Είναι όμως αρκετές, τόσο σε αναλύσεις όσο και σε ζητήματα τακτικής και στρατηγικής. Λογικό για μια ζωντανή συλλογικότητα, ασύμβατο όμως με την περίφημη ατσάλινη εικόνα του ΚΚΕ.

Στο επίπεδο της ανάλυσης, η πιο μεγάλη στροφή του ΚΚΕ ήταν στο ζήτημα της πτώσης της Σοβιετικής Ένωσης. Το ΚΚΕ υποστήριζε πάντα πως η ΕΣΣΔ κατέρρευσε λόγω της δράσης του Γκορμπατσόφ, που αποτελούσε πράκτορα των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Μέχρι που ξάφνου το 2009, στο 18ο συνέδριο του, το ΚΚΕ αναλύει εκ νέου τα γεγονότα και καταλήγει στο ότι η παλινόρθωση του καπιταλισμού είχε αρχίσει ήδη από τους διαδόχους του Στάλιν. Πρόκειται για μια μεγάλη αλλαγή, η οποία στον λόγο του ΚΚΕ δεν εμφανίζεται ως τέτοια.   

Σε επίπεδο τακτικής και στρατηγικής, η πιο μακρινή αλλαγή που μπορεί να θυμηθεί κανείς είναι αυτή σε σχέση με τον ΣΥΝ: Με ηγεσία Γκορμπατσόφ, γραμμή του ΚΚΕ είναι ο ενιαίος Συνασπισμός. Με την ανατροπή του Γκορμπατσόφ, γραμμή γίνεται η αποχώρηση από το σχήμα. Αλλά ας πάμε στα πιο πρόσφατα. Η γραμμή του ΚΚΕ για το εργατικό κίνημα και τις σχετικές συμμαχίες δεν είναι γραμμική και ενιαία, δεν είναι ίδια πριν και μετά τη δημιουργία του ΠΑΜΕ. Ενώ τη δεκαετία του ’80 αλλά και του ‘90 η στάση του κόμματος ήταν πιο ανοιχτή, η δημιουργία του ΠΑΜΕ σηματοδότησε τη μετάβαση σε μια πολύ πιο σκληρή στάση άρνησης κάθε συνεργασίας και αντίληψης των κινημάτων πρωτίστως ως πεδίο κομματικής οικοδόμησης.

Άλλες επιμέρους αλλαγές και… κωλοτούμπες μπορεί κανείς να σταχυολογήσει πολύ εύκολα, απλώς ανασκοπώντας την πολιτική συγκυρία των τελευταίων χρόνων. Το 2005  πραγματοποιήθηκαν τα δημοψηφίσματα για το Ευρωσύνταγμα. Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ζήτησε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος και στην Ελλάδα το ΚΚΕ αρνήθηκε, υποστηρίζοντας πως το αποτέλεσμα θα ήταν σίγουρα υπέρ του Ευρωσυντάγματος, προσφέροντας του έτσι μία επιπλέον ψευδονομιμοποίηση. Τρομακτική τυφλότητα ενός αριστερού κόμματος που δεν μπορεί να αναγνωρίσει μία τέτοια διαδικασία ως ευκαιρία για πολιτική ενημέρωση και δραστηριοποίηση του κόσμου. Όταν όμως στη Γαλλία άρχισε να διαφαίνεται η προοπτική της νίκης του «Όχι», το ΚΚΕ ξαφνικά το… γυρίζει και απαιτεί δημοψήφισμα! Την ίδια χρονιά ξεσπάνε στα προάστια του Παρισιού τα βίαια επεισόδια της εξέγερσης των μεταναστών. Το ΚΚΕ βλέπει με συμπάθεια τους εξεγερμένους και κατηγορεί τον Σαρκοζί πως, εστιάζοντας στο βίαιο χαρακτήρα των επεισοδίων, αποφεύγει την ανάληψη πολιτικών ευθυνών. Χαρακτηριστικοί είναι οι τίτλοι του Ριζοσπάστη, όπως «η τυφλή βία δεν έχει τυφλά αίτια». Όταν οι ταραχές χτύπησαν και τη δική μας πόρτα τον Δεκέμβρη του 2008, το ΚΚΕ, θαρρείς και ήταν ένα άλλο κόμμα, περιορίστηκε στις καταγγελίες προς τον ΣΥΡΙΖΑ τον οποίο και άφησε μόνο του να αναδεικνύει τη σχέση της βίας με την κοινωνική καταπίεση.

Το 2006, στο κίνημα για το άρθρο 16, η ΚΝΕ αρνούνταν πεισματικά να συμφωνήσει στις Γενικές Συνελεύσεις σε κοινά πλαίσια με τις υπόλοιπες δυνάμεις της Αριστεράς. Τις κατηγορούσε πως τα πλαίσια τους ήταν λειψά και προδοτικά αφού δεν περιελάμβαναν όλα τα «σωστά» αιτήματα και πως «χωρούσαν» ακόμη και την ΠΑΣΠ, αφού τα στήριζε. Τέλος, δεν αποδεχόταν ως μορφή πάλης τις καταλήψεις. Μόλις όμως έχασε τις Γενικές Συνελεύσεις σε όλα τα ΑΕΙ της Ελλάδας, η ΚΝΕ μπήκε στα κοινά πλαίσια, δέχτηκε το περιεχόμενο τους και τα ψήφιζε μαζί με την ΠΑΣΠ!

Θα αναφέρουμε και τα πιο πρόσφατα δείγματα. Το καλοκαίρι του 2011 το ΚΚΕ άλλαξε τρεις φορές θέσεις για τους Αγανακτισμένους. Ξεκίνησε με μία δήλωση της Αλέκας Παπαρήγα που αναγνώριζε έναν πολιτικό χαρακτήρα στο κίνημα και το έβλεπε κριτικά μεν αλλά με διακριτική συμπάθεια και μια σχετική διάθεση προσέγγισης.  Λίγο αργότερα, όταν το κίνημα οξύνθηκε και το ΚΚΕ έμεινε απέξω, η γραμμή του έγινε πολύ πιο σκληρή και απολύτως απορριπτική για τους Αγανακτισμένους. 

Χαρακτηριστική είναι επίσης η στάση στο ζήτημα της Ευρώπης. Η πάγια θέση του ΚΚΕ μιλούσε για έξοδο από την ΟΝΕ και την ΕΕ. Σε συνέντευξη της τον Μάιο, η Αλέκα Παπαρήγα δήλωσε όμως πως «η λύση έξω από το ευρώ και δραχμή στις παρούσες συνθήκες είναι καταστροφική».  Ακολούθησαν άρθρα στελεχών του ΚΚΕ –ακόμη και σχετική καμπάνια με αφίσες– που ανασκεύαζαν την δήλωση της Παπαρήγα και επανέφεραν την προηγούμενη θέση του ΚΚΕ, χωρίς όμως να καταφέρνουν να κρύψουν τη μάχη γραμμών που αποκαλύφθηκε πως εξελίσσεται εντός του ΚΚΕ. Πρόσφατος είναι και ο χοντροκομμένος ελιγμός που αναγκάστηκε να κάνει το κόμμα για το «κίνημα της πατάτας», όπου μετά την πρώτη του σκληρή ανακοίνωση,  αναγκάστηκε να βγάλει δεύτερη πιο ήπια και να αποδώσει τις εντυπώσεις που δημιούργησε η πρώτη σε διαστρέβλωσή της από τα ΜΜΕ.

Τέλος, η στάση του ΚΚΕ έναντι της Ακροδεξιάς έχει επίσης παλινωδίες. Μετά τις εκλογές του 2007 η Α. Παπαρήγα δήλωνε, ως αντιπαράθεση προς τον ΣΥΡΙΖΑ που επέμενε να τονίζει το θέμα, πως δεν είναι σημαντικό το ότι μπήκαν στη Βουλή μερικοί βουλευτές του ΛΑΟΣ. Όταν όμως τα ποσοστά του ΛΑΟΣ αυξήθηκαν, το ΚΚΕ άρχισε να επιτίθεται στο κόμμα του Καρατζαφέρη, μιλώντας για επικίνδυνα φαινόμενα εθνικισμού. Σήμερα, εν όψει της ανόδου της Χρυσής Αυγής αλλάζει και πάλι στάση και υποβαθμίζει το φαινόμενο της  ακροδεξιάς κοινωνικής μετατόπισης και την ανάγκη για ιδιαίτερο αγώνα εναντίον των νεοναζί, καθησυχάζοντας τον κόσμο και αντιμετωπίζοντας την Χ.Α., με πρωτοφανή πολιτική τυφλότητα, απλώς ως έναν ακραίο χώρου που στη Βουλή θα γίνει συμβατικός, που «θα βάλει γραβάτες και θα κοινοβουλευτικοποιηθεί»!

Στο διά ταύτα λοιπόν: Όλα αυτά δεν καταγράφονται για να καταδείξουμε το ΚΚΕ ως ένα κόμμα αφερέγγυο, αλλά ως ένα κόμμα που μακράν απέχει της εικόνας που διαμορφώνει για τον εαυτό του και που αντιπαραβάλει με την αφερεγγυότητα των υπολοίπων ως στοιχείο που υποτίθεται ότι μπλοκάρει τη δυνατότητα συνεργασιών. Άρα, για να αφαιρέσουμε μία από τις δικαιολογίες με τις οποίες υποστηρίζεται η άρνηση των συμμαχιών. Κυρίως όμως, η καταγραφή γίνεται για έναν άλλο λόγο. Για να φανεί ότι αν τελικά, σε αυτή τη συγκυρία, η Αριστερά δεν καταφέρει να αγωνιστεί ενωμένη, κοινωνικά και πολιτικά, τότε όλες οι αναφορές και οι αναλύσεις σαν αυτή που παραθέτουμε, θα φαίνονται απλώς σαν μία σειρά μικρών ανούσιων συμβάντων και χαζών συγκρούσεων, με τα οποία κανείς δεν θα έχει νόημα να ασχολείται μπροστά στην εικόνα της κοινωνικής κατάπτωσης που θα έχει μπροστά του. Και τότε, όπως έγινε και με την πτώση του Υπαρκτού, ίσως κανείς δεν θα κοιτάξει ποια Αριστερά είχε τη σωστή και ποια τη λάθος γραμμή.

Κυριακή 19 Αυγούστου 2012

Τα άλογα και το κάρο


Όταν το κόμμα μας, πριν από αρκετά χρόνια, αποκόπηκε από το  όνειρο της κεντροαριστεράς, χρειάστηκε να διασαφηνίσει τη βάση στην οποία θα έθετε το ζήτημα της εξουσίας. Τρεις ήταν οι κύριες παραδοχές, ρητά και άρρητα. Πρώτον, ότι είναι άλλο πράγμα η κυβέρνηση και άλλο η εξουσία. Το ότι κατέχει κανείς την κυβέρνηση δεν σημαίνει πως διαθέτει και την πραγματική εξουσία, δηλαδή πως έχει στα χέρια του έναν κοινωνικό συσχετισμό δύναμης και ιδεολογίας και μια κοινωνική δομή που του επιτρέπει να εφαρμόσει το πρόγραμμά του. Δεύτερον, και ως εκ τούτου, ότι δεν δεχόμαστε πως αρκεί να πάρουμε την κυβέρνηση και εκ των υστέρων θα διαμορφώσουμε το σύστημα στα δικά μας μέτρα. Εντελώς χονδρικά, θα λέγαμε πως αυτή η αντίληψη καταλαβαίνει το κράτος ως ένα μονολιθικό εργαλείο άσκησης εξουσίας που όποιος το έχει στα χέρια του το κάνει ό,τι θέλει. Δεν είναι τυχαίο πως την άποψη αυτή μοιράζονται η σοσιαλδημοκρατία και ο σταλινισμός.

Τρίτον, και για το θέμα μας πιο κρίσιμο από όλα. Λέγαμε ότι, δεδομένων των προηγούμενων, η Αριστερά θα πρέπει να χτίσει την άνοδο της προς την κυβέρνηση με τρόπο ώστε, όταν θα φτάσει εκεί, να έχει ήδη διαμορφώσει σε σημαντικό βαθμό τους όρους που θα της επιτρέψουν να ασκήσει την πολιτική της, δηλαδή να έχει αλλάξει σημαντικά τις συνειδήσεις ενός κρίσιμου μέρους του πληθυσμού και να έχει διαμορφώσει ένα δυναμικό που θα προστατεύσει και θα επιβάλει την πολιτική της. Ρόλο στη διαμόρφωση αυτή της άποψης έπαιξαν και οι εμπειρίες της Λατινικής Αμερικής, με την προσπάθεια ανατροπής του Τσάβες και την περίπτωση της Βολιβίας, όπου κατ’ ουσίαν ένα κίνημα έγινε κυβέρνηση. Ο τρόπος με τον οποίο όλο αυτό το σχήμα των τριών παραδοχών αποκρυσταλλωνόταν ήταν ο εξής απλός: η Αριστερά, για να έρθει στην κυβέρνηση και να μπορέσει να δράσει ως Αριστερά, άρα να πάρει και την πραγματική εξουσία, θα πρέπει να έχει μια υψηλού βαθμού οργανωμένη πολιτική παρέμβαση στους μαζικούς κοινωνικούς χώρους. Η αύξηση της πολιτικής και ιδεολογικής επιρροής της Αριστεράς θα πηγαίνει χέρι χέρι με την αύξηση αυτής της παρέμβασης. Επομένως, για να πάρουμε την κυβέρνηση θα έπρεπε πρώτα να έχουμε κερδίσει την πλειοψηφία σε καμιά εικοσαριά εργατικά σωματεία, δέκα συνδικάτα και πέντε ομοσπονδίες.

Αυτό το σχέδιο δεν ήταν λάθος. Με τα δεδομένα που είχαμε, ο υπολογισμός ήταν λογικός. Απλώς, έπεσε θύμα της πανουργίας της Ιστορίας. Πιστεύαμε πως η άνοδος της Αριστεράς στην κυβέρνηση θα συνέβαινε μέσα σε μια κινηματική έκρηξη. Δεν φανταζόμασταν όμως αυτή την έκρηξη ούτε να λαμβάνει χώρα σε συνθήκες κρίσης, ούτε να είναι κάτι σαν τις «πλατείες». Η έκρηξη ήρθε, αλλά δεν ήταν η συνισταμένη –όπως υπολογίζαμε– της δικής μας σταθερής και ευρείας παρέμβασης στην κοινωνία και ειδικά στους χώρους δουλειάς, χωρίς να σημαίνει ότι δεν υπήρξαν και αυτά.Έχουμε λοιπόν κάτι σαν σχήμα πρωθύστερο. Η πολιτική μας δυναμική έχει αυξηθεί αναντίστοιχα της κοινωνικής μας γείωσης. Για λίγο, το κάρο έχει μπει μπροστά από τα άλογα. Αλλά δεν μπορεί να περπατάει έτσι για πολύ. Δική μας δουλειά είναι τα φέρουμε στη σωστή θέση, να φτιάξουμε τώρα και αναδρομικά αυτές τις κοινωνικές αναφορές και τις οργανωτικές σχέσεις των ανθρώπων με την Αριστερά. Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την άμεση –τη σωματική δηλαδή– εμπλοκή όλων μας σε αυτή την υπόθεση, τη συνάντησή μας με τον κόσμο, που έχουμε πια τα ίδια προβλήματα να λύσουμε.

Καταλάβαμε λοιπόν το πρώτο λάθος: η τεράστια κοινωνική δικτύωση δεν ήταν τελικά απαραίτητη για την κυβέρνηση. Η κρίση τα έφερε έτσι ώστε να την αγγίξουμε. Παραμένει όμως απαραίτητη για την εξουσία, για να μπορεί η Αριστερά να κυβερνά πραγματικά ως Αριστερά, για να μπορεί να συνομιλεί με τον κόσμο απευθείας. Ας καταλάβουμε λοιπόν και το δεύτερο λάθος. Αυτού του τύπου η κοινωνική δικτύωση δεν πρέπει, σώνει και ντε, να είναι του παλαιού τύπου: σωματείο, συνδικάτο, φοιτητικός σύλλογος με την κλασική τους λειτουργία. Ίσως πρέπει να δοκιμάσουμε, πλέον, αυτές οι δομές –τις οποίες πρέπει οπωσδήποτε να διατηρήσουμε– να καλύψουν και τις νέες ανάγκες, και όχι μόνο αυτές της εποχής που φτιάχτηκαν. Και οι νέες ανάγκες είναι της «υποβοηθούμενης αυτοοργάνωσης». «Αυτοοργάνωση», τόσο διότι λόγω της κρίσης οι άνθρωποι πρέπει να συντονιστούν για να τη βγάλουν καθαρή, όσο και διότι η δική μας Αριστερά, από θέση αρχής, δεν καταλαβαίνει τον εαυτό της ως ένα κοινωνικό διευθυντήριο και την κοινωνία ως ένα κουρδισμένο σώμα, αλλά ως ένα σώμα που βουλεύεται και αποφασίζει. Αλλά και «υποβοηθούμενη», διότι η θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης μας επιτρέπει να κάνουμε ακόμη πιο ορατές αυτές τις πρωτοβουλίες, ενδεχομένως και να επιβάλουμε την ενίσχυση του κράτους προς αυτές.

Οι παραπάνω δράσεις θα πρέπει να αποτελούν μια προεπισκόπηση, όσο αυτό είναι εφικτό, του τι θα έκανε μια κυβέρνηση της Αριστεράς, σε σχέση με τις πρωτοβουλίες των πολιτών και πώς θα τους δίδασκε, μαθαίνοντας ταυτόχρονα και η ίδια, να παίρνουν τη ζωή τους στα χέρια τους. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως μια από τις βασικότερες δομές που έφεραν το 1917 τους μπολσεβίκους στην εξουσία με ένα –τελικά– πλειοψηφικό πολιτικό πρόταγμα, ήταν οι εργοστασιακές επιτροπές. Αλλά ούτε και πως αυτές ξεπατώθηκαν, λίγο μετά την κατάληψη της εξουσίας (δηλαδή επί Λένιν και όχι επί Στάλιν), εκκινώντας  τη γραφειοκρατικοποίηση του καθεστώτος.

Η κυβέρνηση της Αριστεράς θα πρέπει να θεσμοποιεί, να οργανώνει και να αναπτύσσει αυτές τις δομές αυτοοργάνωσης και — εξίσου σημαντικό!– να μπολιάζει με τη λογική τους τις «παραδοσιακές» δομές. Δηλαδή, να βοηθάει τα συνδικάτα, τα σωματεία και τους φοιτητικούς συλλόγους, ώστε, πέρα από χώροι διεκδίκησης κλαδικών αιτημάτων, να εξελίσσονται και σε χώρο συνάντησης και συντονισμού των διαδικασιών κοινωνικής αλληλεγγύης, της συνάντησης κράτους και κοινωνικού εθελοντισμού. Για παράδειγμα, το σωματείο εργαζομένων ενός νοσοκομείου μπορεί να είναι ο χώρος που συνεχίζει να διεκδικεί καλύτερους μισθούς και, την ίδια στιγμή, να  οργανώνει το πρόγραμμα με το οποίο οι γιατροί μια φορά την εβδομάδα θα παρέχουν εθελοντικά τις υπηρεσίες τους σε κάποιο κατάλυμα αστέγων ή σε μια υποβαθμισμένη αστική περιοχή. Η διεκδίκηση και η επιβολή καινοτομιών όπως του Συμμετοχικού Προϋπολογισμού (και γενικά δομών κοινωνικής διαβούλευσης) μπορούν να αποτελέσουν σοβαρό έναυσμα για να ενταχθούν οι πολίτες σε μια ουσιωδώς πολιτική διεργασία, ώστε να δοθεί ένα πολύ ισχυρό δείγμα του τι εννοούμε όταν λέμε πως θέλουμε να πάρουμε την κυβέρνηση για να επιστρέψει η εξουσία εκεί από όπου πηγάζει, στο λαό.

Κάποια από τα παραπάνω μοιάζουν, επί της αρχής, αντιφατικά: Διεκδίκηση καλύτερων μισθών και ταυτόχρονα εθελοντική, δηλαδή απλήρωτη, εργασία; Αυτό όμως, αν μπορέσουμε να το πετύχουμε, θα αποτελέσει μια δύναμη με μεγάλο πολιτικό κεφάλαιο, μια άφθαρτη πολιτική δύναμη, με τα πρόσωπά της, που μπορούν να πείσουν πως είναι εδώ για να βοηθήσουν την κοινωνία να σταθεί όρθια. Για να γίνουν αργότερα μια κυβέρνηση που έρχεται μέσα από τους αγώνες της κοινωνίας και πείθει πως προσπαθεί για το καλύτερο, μαζί με τον κόσμο. Και αυτή είναι μια από τις βασικές καθοδηγητικές γραμμές για την ίδρυση του νέου μας κόμματος, του ενιαίου ΣΥΡΙΖΑ: Η δημιουργία ενός κόμματος με δομές και πολιτική πλατφόρμα που να του επιτρέπουν να λειτουργεί ως ένα πολιτικό εργαλείο που να υλοποιεί τα παραπάνω. Με μια όμως κρίσιμη επισήμανση: το Κόμμα δεν είναι το άθροισμα των επιμέρους κινημάτων, ούτε των επιμέρους αιτημάτων. Δεν είναι ο συλλογικός ακτιβιστής, αλλά ο συλλογικός διανοούμενος. Έτσι,  το βασικό του πλεονέκτημα, έναντι άλλων μορφών συλλογική οργάνωσης, είναι ότι μπορεί να παίρνει πολλές επιμέρους οπτικές, ανάγκες, συμφέροντα, να τα ιεραρχεί και να τα συνθέτει σε ένα πολιτικό σχέδιο, σε ένα πολιτικό και κυβερνητικό πρόγραμμα.

Ο ρόλος των κινημάτων είναι σαφής: η προώθηση των αιτημάτων και η κινητοποίηση της κοινωνίας. Ο ρόλος του κόμματος όμως είναι πιο σύνθετος: η θεσμική ολοκλήρωση και η αναβάθμιση αυτής της κινητοποίησης στο πολιτικό επίπεδο. Είναι κάτι πιο πέρα από τους καλούς κινηματικούς αυτοματισμούς μας. Είναι αυτό που μας ζητάει ο κόσμος, άμεσα, και που δεν μπορούμε να το απορρίψουμε ως ανυπόμονο αίτημα ενός πολιτικά ανώριμου σώματος. Και, ευτυχώς, δεν το κάνουμε!

Σύνοδος Κορυφής: Όσο χειρότερα, τόσο καλύτερα;


Η δημόσια συζήτηση για το αποτέλεσμα της τελευταίας Συνόδου Κορυφής, στράφηκε κυρίως γύρω από το αν αποτελούσε πράγματι ήττα της Μέρκελ, όπως επέμεναν τα μεγάλα ΜΜΕ, ή αν δεν προκάλεσε σοβαρές αλλαγές στην ασκούμενη πολιτική. Στη σκέψη όμως κάποιων αριστερών υπάρχει ίσως ένα ακόμη ερώτημα: Θα μας συνέφερε, ως Αριστερά, σε αυτή τη συγκυρία να θεωρηθεί η εξέλιξη ως υποχώρηση της Μέρκελ;

Καταρχάς, η ερώτηση θα είχε ένα κάποιο νόημα αν κάτι τέτοιο ήταν αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης της ελληνικής πλευράς. Από τη στιγμή όμως που αυτό δεν ίσχυσε, και αφού τα όσα κέρδισαν η Ισπανία και η Ιταλία δεν τα απολαμβάνει και η Ελλάδα, τότε καμία πολιτική υπεραξία δεν μπορεί να εισπραχθεί από την κυβέρνηση. Ας πούμε όμως, έτσι, σαν άσκηση, πως μια ελληνική κυβέρνηση διαπραγματεύεται και κερδίζει κάτι για τη χώρα. Αυτή η νίκη της κυβέρνησης, θα συνιστά ήττα για την Αριστερά; Εν πολλοίς, μια τέτοια κουβέντα γίνεται σε συνθήκες εργαστηρίου. Μία μνημονιακή κυβέρνηση, δεμένη σφιχτά με ιδεολογικούς δογματισμούς και συμφέροντα, δεν θα μπορούσε να διεκδικήσει καμία δομική αλλαγή των ασκούμενων πολιτικών. Όμως, μήπως κάποιο μικρό κέρδος, που θα παρουσιαστεί από τα ΜΜΕ ως μεγάλη επιτυχία, θα μπορέσει να ξεγελάσει τον κόσμο και να μειώσει τον ριζοσπαστισμό του; Εδώ, ας θυμίσουμε ότι όταν τα κανάλια προσπάθησαν να παρουσιάσουν τη συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου ως τεράστια επιτυχία του Γιώργου Παπανδρέου, οι παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου πήραν τη σκυτάλη της οργής από τις μεγάλες απεργίες και σε λίγο καιρό ο ίδιος ο Παπανδρέου ήταν παρελθόν. Επίσης, ας έχουμε κατά νου πως δεν είναι και τόσο εύκολο να ξεγελαστεί ο κόσμος, όταν ζει όπως τώρα. Αν η ανεργία δεν απαντηθεί είτε με δημιουργία αξιοπρεπών θέσεων εργασίας, είτε με κοινωνικές πολιτικές, το κλίμα δεν είναι εύκολο να αλλάξει.

Έχουμε λοιπόν ένα από τα πιο παλιά ερωτήματα που αντιμετώπισε η Αριστερά: Όσο χειρότερο για τον κόσμο, τόσο καλύτερα για την ίδια; Δεν θα πω πολλά εδώ εναντίον αυτής της άποψης. Μόνο ότι πρώτον, η ήττα δεν γεννά από μόνη της ριζοσπαστισμό, αλλά, συνήθως, κατάθλιψη και αναχωρητισμό, δεύτερον ότι ο ριζοσπαστισμός δεν είναι πάντα αριστερόστροφος αλλά υπάρχει και ο δεξιόστροφος. Η αλήθεια είναι πως το «όσο χειρότερα, τόσο καλύτερα» φάνηκε να επιβεβαιώνεται μέσα από την σημερινή άνοδο της Αριστεράς στις συνθήκες της κρίσης και από τον καταποντισμό της στις συνθήκες της καταναλωτικής ευφορίας της δεκαετίας του '90. Αυτή όμως είναι μόνο η μεγάλη εικόνα. Μια πιο κοντινή ματιά στην Ιστορία μας λέει αμέσως πως τη δεκαετία του '90 η Αριστερά δεν υποχώρησε επειδή ο κόσμος κατανάλωνε, αλλά επειδή είχαν μόλις διαλυθεί τα καθεστώτα του Υπαρκτού. Ακόμη, τη δεκαετία του '60, επίσης περίοδο καπιταλιστικής άνθησης, τα κοινωνικά ριζοσπαστικά κινήματα δεν υποχώρησαν, αλλά αντιθέτως σημείωσαν έκρηξη. Τέλος, η κρίση έχει χτυπήσει και άλλες χώρες, όπου όμως η δύναμη της Αριστεράς μειώθηκε, όπως η Πορτογαλία ή αυξήθηκε σημαντικά αλλά όχι θεαματικά, όπως η Ισπανία.

Επομένως, ο κοινός παρανομαστής όλων των παραπάνω είναι η δράση της Αριστεράς. Χωρίς αυτήν, καμία συνθήκη δεν οδηγεί από μόνη της πουθενά και κάποιος άλλος θα βρεθεί για να καλύψει το κενό. Θα πει κανείς πως αυτό δεν το αμφισβητείται πλέον και κανένας δεν υποστηρίζει πως οι κακουχίες οξύνουν αμφίπλευρα την ταξική πάλη και ριζοσπαστικοποιούν αυτομάτως τις συνειδήσεις. Μήπως όμως αυτό που τελικά αποδεικνύεται είναι πως η κρίση, το «όσο χειρότερα» που λέγαμε, χωρίς να είναι μονόδρομος για την άνοδο της Αριστεράς, δημιουργεί προϋποθέσεις που (αν συνδυαστούν με τη δράση μας) μπορούν να μεγαλώσουν την κοινωνική επιρροή της; Ας είναι έτσι λοιπόν. Και πάλι όμως, εδώ θα συμφωνήσουμε στο εξής: Πως για να έχει συνέχεια αυτή η αύξηση της επιρροής, χρειάζονται νίκες, ακόμη κι αν δεν έχουν ως άμεσο φορέα την Αριστερά. Αλλιώς, η απογοήτευση που θα σκορπιστεί θα οδηγήσει τον κόσμο στην αναζήτηση άλλων λύσεων. Αντιθέτως, οι ενδιάμεσες νίκες, ακόμη και αν επιχειρείται να παρουσιαστούν ως επιτυχίες άλλων και όχι του λαού (αλλά εδώ είναι και ο ρόλος μας, στο να πείσουμε για το αντίθετο), τονώνουν την αυτοπεποίθηση του κόσμου, και μπορούν να το οδηγήσουν στην κλιμάκωση του αγώνα του.

Αυτό λοιπόν που μας φταίει, είναι η συνέχιση της ήττας και αυτοί που την προκαλούν και όχι κάποια μικρή, και εν δυνάμει αποπροσανατολιστική, νίκη. Πόσο μάλλον, αν αυτή η νίκη παρουσιαστεί από εμάς ως αυτό που πραγματικά είναι, ως ένα αποτέλεσμα της πίεσης και του φόβου που προκάλεσε το μεγάλο ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ. Και αν τονίζουμε το πόσο μεγαλύτερη μπορεί να είναι αυτή η νίκη, αν δημιουργηθεί μια κυβέρνηση της Αριστεράς. Είναι αντιφατικό, αλλά αληθινό και για αυτό αξίζει να ειπωθεί έτσι: Ας μην φοβόμαστε να νικήσουμε!

Παρασκευή 27 Απριλίου 2012

Κόκκινες γραμμές και μαύρη προπαγάνδα

http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=681941

Μια από τις πολλές φράσεις και όρους που εισήχθησαν στην καθημερινότητα μας, συγκροτώντας αυτό που θα λέγαμε «το γλωσσάρι της κρίσης», είναι οι περίφημες «κόκκινες γραμμές». Όπως αυτές που διέθετε ο κ. Σαμαράς, οι οποίες εσχάτως εξελίχθησαν από ευθείες σε καμπύλες για να ραγίσουν τελικά και να γίνουν διακεκομμένες. Σαν αυτές που, όπως μας πληροφόρησαν κατά σειρά ο εκπρόσωπος του κυνισμού της εξουσίας κ. Πάγκαλος, και της εξουσίας του κυνισμού κ. Παπαδήμος, δεν έχουμε εμείς, αλλά μόνο οι δανειστές μας. Δανειζόμενοι οι ίδιοι, αλλά και πολλοί άλλοι ένθερμοι ζηλωτές της εξουσίας και του πλούτου, απλουστευτικά σχήματα ερμηνείας με βάση την καθημερινή μας εμπειρία (η οποία βεβαίως αφορά το μικροεπίπεδο της ατομικής μας ζωής και όχι αυτό της πολιτικής, αλλά σιγά μην ασχολούμαστε τώρα με μεθοδολογικές ιδιοτροπίες) μας θύμιζαν διαρκώς: «Όταν δανείζεσαι χρήματα από κάποιον, δεν του βάζεις εσύ όρους, αυτός σου βάζει».

Δεν είναι στις προθέσεις μου να εξηγήσω σε αυτό το κείμενο το γιατί είναι γελοίο να στήνει κανείς τέτοιες αναλογίες, του τύπου «οι οικονομικές σχέσεις των κρατών είναι όπως οι οικονομικές σχέσεις των ανθρώπων», ούτε να αποδείξω το γιατί η συγκρότηση μίας αναλογίας δεν συνεπάγεται και την συγκρότηση μίας απόδειξης. Άλλωστε, αυτή η τεχνική είναι από τις πιο παλιές της ρητορικής τέχνης: Εμφανίζω μια κατάσταση όπου η αλήθεια είναι αυταπόδεικτη, την παραλληλίζω αυθαίρετα με την κατάσταση που εξετάζω και εμφανίζω το συμπέρασμα της μίας ως να ισχύει αναλογικά και για την άλλη. Αλλά, είπαμε: όχι μεθοδολογία. Τι μας μένει; Μα, η Ιστορία. Αυτό που θέλω λοιπόν με αυτό το κείμενο είναι να παρουσιάσω δύο περιπτώσεις στη σύγχρονη ελληνική Ιστορία, που η εξέτασή τους κάνει την επιχειρηματολογία περί μονόπλευρων κόκκινων γραμμών να καταρρέει μέσα σε γέλια και απαξίωση.

Πρώτη στάση. 1942. Η Κατοχή βαθαίνει τις δομές της στην Ελλάδα. Η Αντίσταση και η ήττα του Άξονα στη Μέση Ανατολή, όπως μας θύμισε και ο Μιχάλης Λυμπεράτος πριν από λίγες Κυριακές στην Αυγή,1 προκαλεί την όλο και μεγαλύτερη στρατιωτική παρουσία των αρχών Κατοχής και τη διαρκή αύξηση των οικονομικών τους απαιτήσεων. Για αυτό οι ναζί επιτάσσουν μεγάλες ποσότητες πολύτιμων μετάλλων αλλά και τροφίμων, με αποτέλεσμα τη λιμοκτονία ενός πολύ μεγάλου αριθμού Ελλήνων σε ημερήσια βάση. Ο Μουσολίνι φτάνει να δηλώσει πως «οι Γερμανοί πήραν από τους Έλληνες ως και τα κορδόνια των παπουτσιών τους». Ήδη από το 1941 η υποχρεωτική οικονομική αρωγή της Ελλάδας προς τις αρχές Κατοχής ξεπερνάει το ένα δις μάρκα και τα επόμενα χρόνια πολλαπλασιάζεται. Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο δοσίλογος και τοποθετημένους από τους ίδιους τους ναζί, πρωθυπουργός της κατεχόμενης Ελλάδας, στρατηγός Γεώργιος Τσολάκογλου, ενημερώνει τις ναζιστικές αρχές για την πρόθεση του να παραιτηθεί αν η κατάσταση εξακολουθήσει ως έχει! Αστείο θα ήταν βεβαίως το να υποστηρίξει κανείς πως ο Τσολάκογλου πραγματοποίησε κάποιο πραγματικά πατριωτικό πολιτικό διάβημα με εκείνη του την κίνηση. Αποδεικνύεται όμως η δυνατότητα άσκησης (ή απειλής άσκησης) πολιτικής πίεσης, ακόμη και σε ακραία δεσμευτικές συνθήκες.

Δεύτερη στάση. 1949. Αρχές του χρόνου, με τον Εμφύλιο εν εξελίξει και την παρουσία των ΗΠΑ στην Ελλάδα κυριαρχική όσο ποτέ ως τότε. Το Σχέδιο Μάρσαλ και τα οικονομικά του πακέτα δρομολογούν εξελίξεις στην ελληνική οικονομία και την κοινωνία που περνάνε μέσα από σκληρές διαδικασίες για την τήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Η Διεύθυνση Οικονομικής Συνεργασίας (ECA/G), μία από τις Οικονομικές Αποστολές που δρουν στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο, καταλήγει στο ότι οι τιμές ασφαλείας των αγροτικών προϊόντων δεν θα πρέπει να υπερβούν το 85% των προπολεμικών τους επιπέδων και για αυτό επιμένει στη μείωση των αγροτικών επιδοτήσεων.2 Τον πρώτο μήνα του χρόνου η κυβέρνηση Σοφούλη απειλεί την ECA/G (δηλαδή, εμμέσως τις ίδιες τις ΗΠΑ, από την στήριξη των οποίων εξαρτιόταν η έκβαση του Εμφυλίου), πως σε περίπτωση επιμονής στη μείωση των αγροτικών επιδοτήσεων, θα παραιτηθεί.

Δύο περιπτώσεις, λοιπόν, κυβερνήσεων με εξαιρετικά ισχυρές σχέσεις εξάρτησης. Δύο κυβερνήσεις οι επικεφαλής των οποίων έχουν την ευθύνη για την αντιμετώπιση των τεράστιων κοινωνικών συγκρούσεων της εποχής τους και άρα κάθε λόγο να μη χαλάνε κανένα χατίρι στους προστάτες τους. Και όμως, το ένστικτο της πολιτικής τους αυτοσυντήρησης και ο φόβος της πολιτικής αποτυχίας και της κοινωνικής έκρηξης τους οδήγησαν μέχρι την απειλή της παραίτησης. Μέχρι, δηλαδή, μια προσπάθεια χάραξης μιας «κόκκινης γραμμής». Περισσότερο ή λιγότερο πραγματικής ή υποκριτικής. Είναι λυπηρό αλλά αληθινό πως η στάση της πολιτικής εξουσίας της Ελλάδας μέσα στην κρίση είναι ως τώρα τέτοια που της είναι άβολο να συγκριθεί ακόμη και με τα γεγονότα που προαναφέραμε. Όσοι έχουν παίξει μέχρι στιγμής με το μέλλον του ελληνικού λαού, εμφανίζοντας τις επιλογές τους ως έναν εξαναγκασμένο μονόδρομο τον οποίο οι ίδιοι τραβάνε παρά τη θέλησή τους, έχουν να επιλέξουν ανάμεσα σε δύο μόνο ερμηνείες: Ή έχουν φανεί κατώτεροι ακόμη και των κυβερνήσεων των συνεργατών των ναζί και των ΗΠΑ ή οι πολιτικές επιλογές τους είναι στην πραγματικότητα συνειδητές και απολύτως επιθυμητές και, εν τέλει, σκληρά ταξικές. Άρα, θα μπορούσαν να θέσουν κόκκινες γραμμές, αλλά απλώς δεν το επιθυμούν. Διότι τα Μνημόνια είναι η εφαρμογή των δικών τους πολιτικών ιδεών και η υπεράσπιση των δικών τους ταξικών συμφερόντων. Δύσκολα μονοπάτια όμως αυτά, ειδικά σε μέρες που πλησιάζει η εκλογική κρίση και οι κυβερνήσεις προσπαθούν να εμφανίσουν την οικονομική κρίση ως φυσικό φαινόμενο και να εξαφανίσουν τις ευθύνες τους σαν σκουπίδια κάτω από το χαλί. Δύσκολα, δηλαδή, βρίσκει διάθεση κανείς να αναμετρηθεί με την Ιστορία, τη στιγμή που αυτή ετοιμάζεται να ρίξει πάνω του ό,τι πιο βαρύ έχει αυτός ο κόσμος. Τη σκιά της.

 


1 Μιχάλης Λυμπεράτος, «Το κατοχικό δάνειο: μια αναγκαία υπενθύμιση», Η Αυγή, 18.3.2012.



2 Γιώργος Σταθάκης, «Η οικονομία κατά τον Εμφύλιο», στο Ηλίας Νικολακόπουλος, Άλκης Ρήγος, Γρηγόρης Ψαλίδας (επιμ.) Ο Εμφύλιος Πόλεμος. Από τη Βάρκιζα στο Γράμμο, Θεμέλιο, Αθήνα 2002, σελ. 65

Λαϊκισμός είναι να σπέρνεις φόβο για να θερίσεις ψήφους

http://rednotebook.gr/details.php?id=5327

Οι παλαιότεροι αριστεροί και οι αριστερές πρέπει να νιώθουν φοβερά μπερδεμένοι τον τελευταίο καιρό, λες και ακούν την φωνή τους να τους έρχεται κατάμουτρα, σαν αντίλαλος, από την απέναντι πλευρά. Πρακτικές και ήθη για τα οποία κατηγορούσαν τις αντίπαλες πολιτικές δυνάμεις, όλως αιφνιδίως εμφανίζονται να τους χρεώνονται και μάλιστα πιεστικά και χωρίς δικαίωμα υπεράσπισης και απολογίας. Η Αριστερά ξαφνικά κατηγορείται πως προωθεί το πελατειακό κράτος, τις διεφθαρμένες συνδικαλιστικές ηγεσίες και, πάνω από όλα, τη βία και τον λαϊκισμό. Ποιος να το έλεγε στις γενιές των αριστερών που τράφηκαν με τις αφηγήσεις της βίας του κράτους της Δεξιάς και την απέχθεια προς τον πληθωρικό λαϊκισμό του ΠΑΣΟΚ, πως σήμερα θα βρίσκονταν να απολογούνται και να παιδεύονται για αμαρτίες ξένων γονέων;

 
Η κατηγορία περί λαϊκισμού είναι ίσως η πιο ενδιαφέρουσα και κρίσιμη. Βεβαίως, η έννοια του λαϊκισμού ξηλώνεται για να χωρέσει όλα όσα μας καταμαρτυρούν οι αντίπαλοι μας, για την ακρίβεια οι κοινωνικοί μας εχθροί: έλλειψη προτάσεων, μη ρεαλιστική θέαση της πραγματικότητας, και κυρίως μη αποδοχή της αναγκαιότητας του Μνημονίου και των μέτρων που το συνοδεύουν. Θεωρούμαστε λοιπόν λαϊκιστές επειδή απαιτούμε να μην κοπούν οι μισθοί και οι συντάξεις, να μην διαλυθούν οι εργασιακές σχέσεις και να μην ιδιωτικοποιηθούν οι υπηρεσίες προσφοράς δημόσιων αγαθών. Επειδή δηλαδή, δήθεν, χαϊδεύουμε τα αυτιά του κόσμου και του τάζουμε πράγματα που δεν μπορούν να γίνουν. Πράγματι, αυτά που λέμε δεν μπορούν να γίνουν μέσα στο πλαίσιο των ασκούμενων πολιτικών. Δεν μπορούν να γίνουν όσο η προτεραιότητα δεν δίνεται στους όρους ζωής των ανθρώπων αλλά στο σχέδιο βίαιης απόσπασης του πλούτου από την κοινωνική πλειονότητα προς όφελος της κοινωνικής ελίτ, όπως γίνεται άλλωστε σε όλες τις κρίσεις. Δεν γίνονται αν δεν στεναχωρήσουμε τις τράπεζες και τους μεγαλοεργολάβους που περιμένουν να αρπάξουν κοψοχρονιά τη δημόσια περιουσία. Κανένας λαϊκισμός λοιπόν. Απλώς, ένα ριζικά διαφορετικό πολιτικό σχέδιο.

Από την άλλη πλευρά, είναι οι κοινωνικοί μας εχθροί αυτοί που πρέπει να μας εξηγήσουν κάποια πράγματα. Όταν παρουσιάζουν τα μέτρα ως μονόδρομο, όταν λένε πως δεν μπορούν να θέσουν όρους και «κόκκινες γραμμές» στην Τρόικα και κυρίως όταν τρομοκρατούν την κοινωνία διαρκώς με την απειλή της χρεωκοπίας και εσχάτως των μεταναστών, κρύβοντας πως το σχέδιο τους είναι ακριβώς η χρεωκοπία, δηλαδή η εσωτερική υποτίμηση, τότε δεν λαϊκίζουν; Ο λαϊκισμός έχει ως βασικά χαρακτηριστικά την ψευδολογία και το παιχνίδι με τα συναισθήματα του δέκτη. Η άσκηση τρομοκρατίας, η χρήση δηλαδή του αισθήματος του φόβου, είναι ένα κατεξοχήν μέσο λαϊκισμού. Διότι μετά από την πρόκληση πανικού ακολουθεί η εμφάνιση του ηγέτη (του Βενιζέλου, του Σαμαρά, του Παπαδήμου) ο οποίος έρχεται να καθησυχάσει το λαό (που ο ίδιος φόβισε!) και ως στοργικός πατέρας του έθνους να υποσχεθεί πως θα μας προφυλάξει από την καταστροφή αρκεί να τον εμπιστευτούμε τυφλά και να κάνουμε ό,τι μας υποδείξει. Λαϊκισμός λοιπόν δεν είναι μόνο το να λες ευχάριστα πράγματα. Μερικές από τις πιο γνωστές λαϊκιστικές φιγούρες της ιστορίας βάσισαν τη ρητορεία τους στον φόβο της καταστροφής, στην τρομακτική απειλή του εξωτερικού και εσωτερικού εχθρού.

 
Το να σπέρνεις λοιπόν φόβους για να θερίσεις ψήφους είναι καθαρός λαϊκισμός. Για την ακρίβεια, η μετατροπή των πολιτών σε μη-πολίτες διά της τρομοκρατίας των «μονόδρομων», άρα διά της στέρησης της δυνατότητας επιλογής και της αναγωγής της πολιτικής στην απόφαση του μεγάλου εθνοπατέρα, είναι μία από τις χειρότερες και πιο αυταρχικές μορφές λαϊκισμού. Θα μπορούσε να συμπυκνωθεί στη φράση «εγώ μόνο ξέρω το καλό σου και για να το πετύχω μπορεί να αποφασίσω ακόμη και να σε θυσιάσω». Πρόκειται για την πολιτική σχέση ηγεμόνα – υπηκόου, θυμίζει τη σχέση Θεού – πιστού. Μία σχέση που δεν αφήνει καθόλου χώρο σε κάτι που αυτά τα χρόνια βρέθηκε στα ματωμένα στόματα ανθρώπων σε όλες τις πλευρές του κόσμου: τη Δημοκρατία.

Τρίτη 20 Μαρτίου 2012

«Βαλκανικός» φιλελευθερισμός: Ατελής, αφελής και επικίνδυνος

http://rednotebook.gr/details.php?id=5126

Η ταινία Βαλκανιζατέρ ήταν μία από τις πιο επιτυχημένες ελληνικές παραγωγές της τελευταίας δεκαετίας του 20ου αιώνα, μεταξύ άλλων επειδή κατάφερνε να αναδείξει μία σειρά στοιχείων που οι πιο πολλοί από εμάς αναγνώριζαν ως κοινούς τόπους των βαλκανικών λαών. Δεσπόζοντα μεταξύ αυτών κάποια στοιχεία που συγκροτούν την κυρίαρχη –και για εμάς τους ίδιους– εικόνα των Ελλήνων. Η έμπνευση, η πατέντα, το κόλπο και κυρίως ένας ιδιαίτερος τρόπος να μετασχηματίζονται τα πάντα σε «βαλκανικής» κοπής πράγματα και να εκφράζονται με ιδιαίτερους – και συνήθως μπερδεμένους, ευκαιριακούς και πρόχειρους – τρόπους.

Μεταξύ των όσων μετασχηματίζονται επί τω «βολικότερω» όταν περνάν τα σύνορα της Ελλάδας είναι μερικές φορές και οι πολιτικές ιδεολογίες, με τελευταία περίπτωση αυτήν την φιλελευθερισμού. Έχει επισημανθεί και παλιότερα πως το κόμμα της Ντόρας Μπακογιάννη είναι ένα εξαιρετικό δείγμα κουτσού φιλελευθερισμού. Είναι ένα κόμμα που επικαλείται τον φιλελευθερισμό, αλλά δεν ανοίγει κανένα από τα θέματα που παραδοσιακά βρίσκονται στην πολιτική ατζέντα των αντίστοιχων ευρωπαϊκών κομμάτων. Ούτε για την εκκοσμίκευση του κράτους και την απαγκίστρωση του από την εκκλησιαστική ανάμιξη μιλάει, ούτε προς τον εθνικισμό και τον ρατσισμό στήνει μέτωπο, ούτε τον διαχωρισμό μαλακών – σκληρών ναρκωτικών διεκδικεί, ούτε τα δικαιώματα των γυναικών και των ομοφυλόφιλων υπερασπίζεται. Προσαρμόζεται δηλαδή πλήρως στις ιδεολογικές ανοχές του δεξιού (κυρίως) φάσματος της ελληνικής κοινωνίας και στα αποθέματα πολιτικού προσωπικού που είχαν περισσέψει τη στιγμή της ίδρυσής του και δεν προβάλει ούτε καν αυτά τα ταξικώς ακίνδυνα, αρχικά τουλάχιστον, θέματα. Πόσο πολιτικά φιλελεύθερο κόμμα να κάνεις άλλωστε με στελέχη τον Μαρκογιαννάκη, τον Καλό και, μέχρι πρότινος, τον Κιλτίδη;

Στο πλαίσιο του «βαλκανικού φιλελευθερισμού» ο πολιτικός του φορέας δικαιούται να ανασύρει ακόμη και προτάσεις ακροδεξιάς πατέντας, όπως αυτή περί διευρυμένη οπλοχρησίας από την πλευρά των πολιτών, την οποία πρότεινε ο Γ. Καρατζαφέρης και υιοθέτησε γραπτώς ο Τάκης Μίχας, Γραμματέας Διεθνών Σχέσεων της Δημοκρατικής Συμμαχίας. Το ελάχιστο που μπορεί να κάνει κάποιος βλέποντας πως ένα κόμμα που, στα λόγια, υποστηρίζει τον εκσυγχρονισμό του κράτους με βάση τα ευρωπαϊκά πρότυπα, υιοθετεί μία θέση η οποία παραπέμπει σε παραδοσιακές κοινωνίες του 18ου αιώνα και στον πολιτισμό των όπλων του Νότου των ΗΠΑ, είναι να μιλήσει για αντίφαση. Μπορεί όμως να μιλήσει και για απλή και καθαρή βλακεία, την οποία προκαλεί ο ταξικός πανικός των ανθρώπων τα συμφέροντα των οποίων εκφράζονται από αυτόν τον πολιτικό χώρο.

Υποτίθεται πως η φράση «δρακόντειοι νόμοι» μας είναι οικεία ακριβώς επειδή για τους νόμους του νομοθέτη Δράκοντα στην Αρχαία Αθήνα έχουμε διδαχτεί ήδη από τα χρόνια του Δημοτικού. Διδαχθήκαμε, λοιπόν, την αποτυχία αυτών των νόμων, οι οποίοι, ακριβώς λόγω της υπερβολικής τους αυστηρότητας, οδήγησαν σε αύξηση των φαινομένων παραβατικής συμπεριφοράς. Αλλά και πάλι, δεν χρειάζεται ιστορική γνώση αλλά στοιχειώδης ψυχραιμία –και βεβαίως ανθρωπισμός– για να σκεφτεί κάποιος πως αν π.χ. οι διαρρήκτες γνωρίζουν πως οι κάτοικοι ενός σπιτιού πιθανότατα θα οπλοφορούν και θα τους χτυπήσουν, το πιθανότερο είναι πως θα πυροβολούν πάντα πρώτα οι ίδιοι! Επίσης, πόσο μυαλό χρειάζεται για να σκεφτεί κανείς πως αν σε συνθήκες κοινωνικής κρίσης δοθεί γενικευμένο δικαίωμα οπλοχρησίας, τότε θα βρεθούν εξοπλισμένες και ομάδες που επιδιώκουν την πρόκληση κοινωνικού χάους και την επιβολή αυταρχικών λύσεων;

Προφανώς εδώ η απάντηση δεν βρίσκεται ούτε στη μέτρηση της νοημοσύνης ή της πολιτικής οξύνοιας όσων αλλοφρόνων φιλελευθέρων τρέχουν να γραφτούν ομαδικά σε λέσχες σκοποβολής. Η ερμηνεία έχει να κάνει με τον ταξικό πανικό. Και την αδυναμία των ανθρώπων αυτών να δουν πέρα από τη μύτη τους, γιατί εκεί βρίσκεται μια λύση που δεν τους αρέσει καθόλου. Η αντιμετώπιση της παρανομίας με την επίλυση των κοινωνικών αιτιών της, άρα με την αναίρεση των προνομίων τους και το άνοιγμα μιας απειλητικής για αυτούς κοινωνικής προοπτικής. Και όσο η κρίση και οι φόβοι που τους δημιουργεί θα τους κάνει να αποφεύγουν με μανία τέτοιες σκέψεις, τόσο περισσότερο θα καταφεύγουν σε άλλες, εκκωφαντικά βλακώδεις. Κυρίως, όμως, ανεύθυνες και επικίνδυνες. Οι παράλογες αυτές θέσεις είναι ένας καλός δείκτης του πόσο στριμωγμένοι είναι οι φορείς της κυρίαρχης ιδεολογίας. Μας θυμίζουν όμως πάντα πως όταν κανείς βρίσκεται σε πανικό, μπορεί να γίνει καταστροφικός. Τι άλλο ανέδιδε το φασιστικό φαινόμενο στην Ευρώπη, πέρα από τη μυρωδιά του φόβου, πρωτίστως, των αστών;