Πέμπτη 14 Μαΐου 2015

Μικρή σπουδή στο Μανιφέστο

(Μέρος 1ο)


(Μέρος 2ο)


Κάθε συζήτηση για το Κομμουνιστικό Μανιφεστο ξεκινάει, αναγκαστικά, έχοντας να ορίσει το τι είναι αυτό το κείμενο, ως τι πρέπει να το αντιμετωπίσουμε. Είναι μια πολιτική μπροσούρα; Μια θεωρητική ανάλυση; Ένα ιστορικό ντοκουμέντο; Ένα Ευαγγέλιο των απανταχού αριστερών; Είναι ένα κλειδί που ανοίγει όλες τις πόρτες ή αν το επιχειρήσουμε θα χαλάσουμε και το κλειδί και τις κλειδαριές;

Για να ξεκινάμε σωστά και να μην τσαλαβουτάμε σε ερωτήσεις χωρίς σειρά, πρέπει να τοποθετούμε τα πράγματα μέσα στο ιστορικό τους πλαίσιο. Το Μανιφέστο, λοιπόν, είναι, πρωτίστως, αυτό που λέει το όνομά του: Ένα προπαγανδιστικό κείμενο, γραμμένο το 1848 από τον Μαρξ και τον Ένγκελς (κάποιες αναλύσεις επιμένουν πως το κείμενο φέρει την επεξεργασία και τη γραφή του πρώτου και απλώς την συναίνεση του δεύτερου) για λογαριασμό μιας μικρής οργάνωσης, της Ένωσης των Κομμουνιστών. Το προηγούμενο όνομα της οργάνωσης, ενδεικτικό μικρότερου ριζοσπαστισμού, ήταν Ένωση των Δικαίων και το νέο της σύνθημα (που αντικατέστησε το «Όλοι οι άνθρωποι είναι αδέλφια») ήταν το «Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε!».

Χαρακτηρίζουμε το κείμενο προπαγανδιστικό, γιατί ως σκοπό του είχε να διατρανώσει με τρόπο έντονο -ως και πολεμικό- τις θέσεις της Ένωσης, πράγμα που αφήνει το αποτύπωμά του και σε πολλές διατυπώσεις που έχουν έτσι έναν συναισθηματικό χαρακτήρα, όπως το περίφημο «Ας τρέμουν οι κυρίαρχες τάξεις μπροστά σε μια κομμουνιστική επανάσταση. Οι προλετάριοι δεν έχουν να χάσουν σ’ αυτήν τίποτε άλλο, εκτός από τις αλυσίδες τους. Έχουν να κερδίσουν έναν κόσμο ολόκληρο».1 Είναι, δηλαδή, ένα κείμενο με πρώτιστο σκοπό να προκαλέσει την πολιτική κινητοποίηση. Επίσης, είναι ένα κείμενο βιαστικό, γραμμένο υπό πίεση, γιατί οι δύο συγγραφείς του το είχαν καθυστερήσει και οι ιθύνοντες της Ένωσης τους είχαν προειδοποιήσει πως θα το ανέθεταν αλλού. Ακόμη, είναι ένα κείμενο ιστορικό, γιατί αποτυπώνει την αρχή της συστηματοποιημένης μαρξικής σκεψης, τα πρώτα γερά βήματα του ιστορικού υλισμού, αλλά κυρίως γιατί μας δείχνει τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες της εποχής του και άρα τον τρόπο που αυτές επηρέασαν το σοσιαλιστικό κίνημα και τη σκέψη του Μαρξ και του Ένγκελς. Άρα, είναι και ένα κείμενο όχι απόλυτο, αλλά ιστορικά σχετικό, με την έννοια πως γράφεται σε σχέση με την εποχή στην οποία είναι ενταγμένο, άρα και με τις ανάγκες και τα ερωτήματα που αυτή έθετε στους πολιτικούς επαναστάτες και στους θεωρητικούς αναλυτές. Και αυτό μας πάει στο ότι είναι ένα κείμενο πολιτικό, γιατί παρουσιάζει την τακτική που πρέπει να ακολουθήσουν οι κομμουνιστές στις διάφορες χώρες απέναντι στην αστική τάξη και στα παλιά φεουδαρχικά καθεστώτα, αλλά και τις απαραίτητες πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες τους. Και τέλος, είναι ένα κείμενο θεωρητικό, γιατί εκθέτει μία θεωρία για την εξέλιξη της ιστορίας και για τις δυνάμεις που την καθορίζουν, αλλά και για επιμέρους ζητήματα, όπως το εθνικό φαινόμενο.





Η Θεωρία του Μαρξ: αναστοχασμός και αντιδογματισμός

Ας επιμείνουμε για λίγο σε αυτό το τελευταίο. Η θεωρία είναι χρήσιμη στην καθημερινότητά μας όταν μπορούμε να την εντάξουμε μέσα σε αυτήν. Δηλαδή, όταν μπορούμε να την χρησιμοποιήσουμε ως εργαλείο για να ερμηνεύσουμε τον κόσμο ή (ειδικά αν είναι παλαιότερη) για να δημιουργήσουμε και νέα τέτοια εργαλεία. Το αντίθετο της θεωρίας είναι το δόγμα, δηλαδή μία ιδέα, μια πίστη που αρχίζει και τελειώνει στον εαυτό της, όπως η ιδέα του Θεού, που για αυτό ακριβώς δεν επιδέχεται καμία αμφισβήτηση. Όμως, το Μανιφέστο δεν είναι η Βίβλος, ακριβώς επειδή ο μαρξισμός και ο Μαρξ αμφισβητούνται. Από ποιον; Μα από τον ίδιο τον Μαρξ, πρώτα από όλα! Στον Πρόλογο της δεύτερη γερμανικής έκδοσης του Μανιφέστου, το 1872, οι δύο συγγραφείς λένε πως αν είχαν την εμπειρία των επαναστάσεων του 1848 και της Παρισινής Κομμούνας του 1871, θα είχαν γράψει κάποια πράγματα διαφορετικά:

«Η πρακτική εφαρμογή αυτών των αρχών, εξηγεί το ίδιο το "Μανιφέστο", θα εξαρτηθεί παντού και πάντα από τις υπάρχουσες ιστορικές συνθήκες και γι' αυτό δεν αποδίδεται καθόλου ιδιαίτερη σημασία στα επαναστατικά μέτρα, που προτείνονται το τέλος του ΙΙ μέρους. Αυτό το μέρος θα το παρουσιάζαμε σήμερα από πολλές απόψεις διαφορετικά. Μπρος στην τεράστια ανάπτυξη της μεγάλης βιομηχανίας στα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια και στην κομματική οργάνωση της εργατικής τάξης που προοδεύει μαζί της, μπρος στην πρακτική πείρα, πρώτα της επανάστασης του Φλεβάρη, και πολύ περισσότερο ακόμα της Κομμούνας του Παρισιού, όπου για πρώτη φορά το προλεταριάτο κράτησε την πολιτική εξουσία δύο ολόκληρους μήνες, το πρόγραμμα αυτό πάλιωσε σε μερικά σημεία. Η Κομμούνα, ιδίως, απέδειξε ότι δεν μπορεί "η εργατική τάξη να πάρει στα χέρια της την έτοιμη κρατική μηχανή και να τη βάλει σε κίνηση για τους δικούς της σκοπούς"».

Όμως, παρότι ολόκληρες φράσεις από το Μανιφέστο είχαν πλέον διαψευστεί, οι συγγραφείς δεν άλλαξαν το κείμενο στη δεύτερη του έκδοση, γιατί, όπως έγραψαν, αποτελούσε

«ένα ιστορικό ντοκουμέντο που δεν έχουμε πια το δικαίωμα να το αλλάξουμε. Μπορεί μια μεταγενέστερη έκδοση να βγει συνοδευμένη από μια εισαγωγή, που θα γεφυρώσει την απόσταση από το 1847 ως τα σήμερα. Τούτη η ανατύπωση μας ήρθε τόσο αναπάντεχα, που δεν μας δίνει τον καιρό για μια τέτοια δουλειά».2

Άρα, κρατούσε ο Μαρξ πάντα αυτήν την στάση; Και πάλι όχι! Για παράδειγμα, όπως έχει επισημανθεί από μελετητές, ανάμεσα στον Πρόλογο της γερμανικής έκδοσης του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου3 και τον αντίστοιχο της γαλλικής λίγο αργότερα, υπάρχουν διαφορετικές θέσεις, αναφορικά με το αν υπάρχει δυνατότητα μετάβασης μιας χώρας απευθείας από τη φεουδαρχία στον σοσιαλισμό. Ο Μαρξ, λοιπόν, είναι ένας θεός ασεβής. Ένας θεός που ασεβεί απέναντι στον εαυτό του, ακριβώς επειδή επανεξετάζει το έργο του και το αλλάζει. Και ευτυχώς, ως τέτοιον πρέπει να τον αντιμετωπίσουμε. Ο Μαρξ έχει αντιφάσεις, ακριβώς επειδή δεν είναι θρησκεία, αλλά επιστήμη. Και με μαρξικά κριτήρια θα πρέπει να εξετάσουμε αυτές τις αντιφάσεις, χωρίς να μας τρομάζουν. Αντιδογματικά.

Κι ας σημειώσουμε εδώ δύο φράσεις. Μία του Κορνήλιου Καστοριάδη:

«το μεθοδολογικό “λάθος” -ασυγχώρητο- των μαρξιστών, παλιά ήταν που ανύψωναν σε αιώνια χαρακτηριστικά του καπιταλισμού, τα χαρακτηριστικά μιας φάσης της ανάπτυξής του. Το μεθοδολογικό “λάθος” -ασυγχώρητο- των σημερινών μαρξιστών είναι που ζητούν την αλήθεια για τον κόσμο που τους περιβάλλει, μέσα σε βιβλία γραμμένα πριν από εκατό χρόνια».4

Και μία του ίδιου του Μαρξ, από την 18η Μπρυμαίρ:

«Η κοινωνική επανάσταση του 19ου αιώνα δεν μπορεί να αντλήσει την ποίησή της από το παρελθόν, μα μόνο από το μέλλον. […] Για να φτάσει στο δικό της περιεχόμενο η επανάσταση του 19ου αιώνα, πρέπει να αφήσει τους πεθαμένους να θάψουν τους νεκρούς τους».5

Οι δυο τους, αμφότεροι διανοούμενοι και ιστορία γνωρίζοντες, δεν υποτιμούν με τις φράσεις αυτές τη σημασία του παρελθόντος. Τονίζουν όμως την ανάγκη να μην προσδένεται το παρόν στο παρελθόν και στα δόγματα. Για αυτό, άλλωστε, είχε φτάσει και ο ίδιος ο Μαρξ να πει, όταν αντιμετώπισε μια ομάδα μαθητών του που είχαν αρχίσει να μετατρέπουν την ανάλυσή του σε δόγμα πως «Το μόνο που ξέρω, είναι πως εγώ δεν είμαι μαρξιστής». Ή, όπως θα το έλεγε αργότερα και ο Λένιν:

«Αν όμως αποφύγουμε να κάνουμε ό,τι είναι σκόπιμο κι αναγκαίο θα καταλήξουμε να γίνουμε όμοιοι με τους Ινδούς στυλίτες ασκητές. Δεν θα ‘πρεπε να σαλέψουμε καθόλου, για να μην πέσουμε απ’ την ψηλή κολώνα των δογμάτων μας».6

Ο Μαρξ, λοιπόν, είναι ταυτόχρονα πολιτικός επαναστάτης και φιλόσοφος. Στοιχεία αλληλένδετα, αλλά όχι ταυτισμένα. Γιατί ο Μαρξ δεν βγάζει από την φιλοσοφική του ανάλυση απλώς τα πορίσματα που βολεύουν τις άμεσες πολιτικές ανάγκες του κινήματος, αλλά τοποθετεί τις πολιτικές του επιθυμίες (την επανάσταση και την απελευθέρωση της εργατικής τάξης) στο επίκεντρο της φιλοσοφικής του ανάλυσης, πράγμα πολύ διαφορετικό. Για αυτό και αλλάζει τις αναλύσεις του όταν βλέπει πως και ο κόσμος γύρω του αλλάζει και άρα μαζί του και η προοπτική της επανάστασης. Έρχεται, έτσι, ένα νέο ερώτημα: μπορούμε να χωρίσουμε τον Μαρξ και το έργο του σε περιόδους; Και ποιους σταθμούς θα έχει αυτή η περιοδολόγηση; Θα είναι με βάση την ηλικία του, με βάση τη φάση του επαναστατικού κινήματος, με βάση κάποιο χαρακτηριστικό της φιλοσοφίας του; Και ποιο είναι αυτό; Ο Λουί Αλτουσέρ και οι μαθητές του πρότειναν μια διάκριση ανάμεσα στον νεαρό Μαρξ (ας πούμε, του Μανιφέστου) και τον ώριμο (συμβατικά, του Κεφαλαίου). Κριτήριο τους είναι, μεταξύ άλλων, η μηχανική βεβαιότητα του Μαρξ για μια συγκεκριμένη και αναπόφευκτη εξέλιξη της ιστορίας (αυτό που λέμε «νομοτέλεια»), που ο Αλτουσέρ θεωρεί πως βρίσκεται στη σκέψη του πρώιμου Μαρξ, αλλά απουσιάζει από τον ώριμο. Εδώ η σχετική φιλολογία είναι μεγάλη και θα πούμε μόνο πως υπάρχει και η αντίπαλη άποψη που βλέπει περισσότερο ενιαίο το έργο του Μαρξ και κατηγορεί τη σχολή Αλτουσέρ πως παραλλάσσει τις θέσεις του νεαρού Μαρξ, εμφανίζοντάς μέσα στο έργο του δογματισμό και νομοτελειακότητα χωρίς να υπάρχουν.





Η πάλη των τάξεων μπαίνει στην Ιστορία

Στο Μανιφέστο παρουσιάζεται μία θεωρία για τις τάξεις και το ρόλο τους στην ιστορία. Ο ίδιος ο Μαρξ δηλώνει πως δεν είναι αυτός που ανακάλυψε τις τάξεις, ούτε και την μεταξύ τους πάλη, αλλά πως είδε την πάλη των τάξεων ως κεντρικό παράγοντα της ιστορικής εξέλιξης.7 Υποστηρίζει πως σε κάθε κοινωνική μετάβαση μια κοινωνική τάξη γινόταν κυρίαρχη και άλλαζε τον συσχετισμό δύναμης και το κοινωνικό καθεστώς υπέρ της. Για την δική του εποχή, ως αναδυόμενη κυρίαρχη δύναμη βλέπει την εργατική τάξη, το προλεταριάτο, που με την επανάστασή του θα απελευθερωθεί, απελευθερώνοντας μαζί του και όλη την κοινωνία (δηλαδή τις υπόλοιπες εκμεταλλευόμενες τάξεις), αφού για να καταργήσει την εκμετάλλευση που υφίσταται το ίδιο, θα πρέπει να καταργήσει εν τέλει και τις ίδιες τις τάξεις και την ταξική εκμεταλλευτική συγκρότηση των κοινωνιών. Και έτσι, για τον Μαρξ, ο κόσμος θα μπει από το στάδιο της προϊστορίας του σε αυτό της ιστορίας του.

Κάθε ιστορικό στάδιο χαρακτηρίζεται από τον κυρίαρχο τρόπο παραγωγής. Έτσι, στο Μανιφέστο υπάρχει και μια θεωρία για τους ιστορικούς τρόπους παραγωγής. Ο Μαρξ κάνει μία χονδρική κατάταξη και παρουσιάζει το πέρασμα των ανθρώπινων κοινωνιών από το δουλοκτητικό σύστημα, στη φεουδαρχία, στον καπιταλισμό και προοπτικά στον σοσιαλισμό. Τα κριτήρια για τον ορισμό κάθε σταδίου είναι το ποιος κατέχει κάθε φορά τα μέσα παραγωγής, πως τα χρησιμοποιεί, αλλά και το ποια είναι αυτά τα μέσα. Πριν από τον καπιταλισμό εντοπίζει και έναν τύπο παραγωγής, σε χώρες της Ασίας, χωρίς ατομική, αλλά με συλλογική, ιδιοκτησία και νομή των μέσων παραγωγής και με οργάνωση των εργαζόμενων σε τοπικές κοινότητες. Αυτόν τον τρόπο παραγωγής, χωρίς να τον μελετήσει τόσο ενδελεχώς όσο τους δυτικοευρωπαϊκούς, τον ονομάζει «Ασιατικό Τρόπο Παραγωγής».8

Τα κυρίαρχα στοιχεία κάθε τρόπου παραγωγής είναι οι παραγωγικές δυνάμεις και οι παραγωγικές σχέσεις. Στις παραγωγικές δυνάμεις εντάσσονται όλα τα στοιχεία που συμμετέχουν στην παραγωγή, από τις πρώτες ύλες και την τεχνολογία μέχρι την ίδια την εργατική δύναμη. Οι παραγωγικές σχέσεις είναι οι σχέσεις μεταξύ των διάφορων φορέων της παραγωγικής διαδικασίας, πχ φεουδάρχη-αγρότη, αστού-προλετάριου. Διαβάζοντας τις γραμμές του Μανιφέστου, μας δημιουργείται μια εντύπωση πως η μετάβαση από τον ένα τρόπο παραγωγής στον άλλο γίνεται μηχανιστικά, απλώς επειδή οι παραγωγικές δυνάμεις αναπτύσσονται πια τόσο πολύ που ο τρέχων τρόπος παραγωγής εμποδίζει την περαιτέρω ανάπτυξή τους, τις στενεύει, και από αυτήν την ανάγκη προκύπτουν αυτομάτως οι επαναστάσεις που οδηγούν σε έναν άλλο τρόπο παραγωγής. Ένα σχήμα, όπου οι παραγωγικές δυνάμεις μοιάζουν σαν έναν φυτό, του οποίου οι ρίζες μεγαλώνουν πολύ και επειδή δεν μπορούν πια να μεγαλώσουν και να αναπτυχθούν υγιώς μέσα στη γλάστρα -τις παραγωγικές σχέσεις- σπάει τη γλάστρα και μεταφυτεύεται σε μια άλλη, πιο ευρύχωρη.

Όμως, στο παράδειγμα που φέραμε, κάτι λείπει. Υπάρχει ένα χέρι που ποτίζει το φυτό για να μεγαλώσει. Και μετά το παίρνει από την παλιά σπασμένη γλάστρα και το μεταφυτεύει σε μια καινούρια που έχει κατασκευάσει. Όμως, μέσα στην αναλογία που παρουσιάσαμε, σε τι αντιστοιχεί αυτό το χέρι; Στην ταξική πάλη. Το φυτό (παραγωγικές δυνάμεις) μεγαλώνει μέσα σε μια δοσμένη γλάστρα (σχέσεις παραγωγής) επειδή ποτίζεται με νερό (εργασία) από ένα χέρι (ταξικός συσχετισμός δύναμης). Δηλαδή, ο ταξικός συσχετισμός δύναμης είναι αυτός που καθορίζει το πόσης έντασης εργασία θα προσφερθεί (8ωρη ή 12ωρη; Με μεγάλη ένταση και παραγωγικότητα ή με μικρότερη;),9 άρα πόσο θα αναπτυχθούν οι παραγωγικές δυνάμεις μέσα σε καθορισμένες παραγωγικές σχέσεις. Πάμε τώρα πίσω στο παράδειγμα. Αν το φυτό πάρει πολύ νερό αλλά παραμείνει σε μια στενή γλάστρα, τότε δεν θα αναπτυχθεί, αλλά θα σαπίσει. Άρα, η γλάστρα καθορίζει το πόσο θα μεγαλώσει το φυτό. Αντιστοίχως, λοιπόν, οι παραγωγικές σχέσεις καθορίζουν το πόσο θα μεγαλώσουν οι παραγωγικές δυνάμεις (γιατί διαφορετικές παραγωγικές σχέσεις επιτρέπουν διαφορετικούς βαθμούς εκμετάλλευσης των ίδιων παραγωγικών δυνάμεων, πχ η αγροτική καλλιέργεια και η εκμετάλλευση των ορυκτών πόρων επί καπιταλισμού είναι πολύ μεγαλύτερες από ό,τι επί φεουδαρχίας, λόγω των αναγκών του εμπορίου) και όχι το αντίστροφο, όπως ακριβώς η γλάστρα είναι που καθορίζει το πόσο θα μεγαλώσει το φυτό. Τόσο όμως η προσφορά του νερού, όσο και η κατασκευή μιας μεγαλύτερης γλάστρας και η μεταφορά σε αυτήν είναι έργα του χεριού. Δηλαδή, και η προσφερόμενη εργασία και οι παραγωγικές σχέσεις καθορίζονται από τον ταξικό συσχετισμό δύναμης, αυτός είναι ο πιο σημαντικός παράγοντας. Και επειδή ο ταξικός συσχετισμός δύναμης είναι αποτέλεσμα της πάλης των τάξεων, αυτό που σε τελευταία ανάλυση καθορίζει τα πάντα είναι η ίδια η ταξική πάλη.

Με αυτό το παράδειγμα, μόλις σκιαγραφήσαμε μια βασική απάντηση σε ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα του εφαρμοσμένου μαρξισμού. Και τον λέμε έτσι, διότι το ερώτημα αυτό διατυπώθηκε και απαντήθηκε στρεβλά, κυρίως μέσα στην εφαρμογή ενός κάποιου μαρξισμού μέσα σε ένα κρατικό πλαίσιο, αυτό της Σοβιετικής Ένωσης. Το ερώτημα είναι, όπως είδαμε, αν είναι οι παραγωγικές δυνάμεις που καθορίζουν την εξέλιξη των παραγωγικών σχέσεων ή το αντίστροφο. Η απάντηση που δόθηκε στο κράτος της ΕΣΣΔ –μέσα από την σταλινική κατανόηση, κωδικοποίηση και χρήση του μαρξισμού, αυτό που λέμε «ορθόδοξο μαρξισμό»- είναι πως η προτεραιότητα ανήκει στις παραγωγικές δυνάμεις. Το επακόλουθο αποτέλεσμα είναι ότι στο ερώτημα αν η κοινωνική εξέλιξη είναι αντικειμενική και εκ των προτέρων προσδιορισμένη (νομοτελειακή) από σιδερένιους ιστορικούς νόμους ή είναι ανοιχτή και η εξέλιξή της αβέβαιη, η απάντηση που δίνεται είναι η πρώτη. Γιατί αφού η κοινωνική εξέλιξη εξαρτάται πρωτίστως από τη μεγέθυνση των παραγωγικών δυνάμεων, η οποία είναι απολύτως αντικειμενική, μετρήσιμη και υλοποιείται σίγουρα, εξίσου αντικειμενική και προκαθορισμένη θα είναι και η κοινωνική εξέλιξη. Και μάλιστα, σε προκαθορισμένα στάδια, με πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, όσο συγκεκριμένα είναι και τα χαρακτηριστικά του κάθε επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Αυτή είναι η βάση της σταλινικής αντίληψης του μαρξισμού, του «οικονομισμού». Δηλαδή, ο οικονομισμός είναι η πεποίθηση πως η ιστορία εξελίσσεται νομοτελειακά, σε προδιαμορφωμένα στάδια, όσο και όπως αναπτύσσονται οι παραγωγικές δυνάμεις. Είναι το μαρξιστικό δόγμα που μιλώντας στο όνομα της ταξικής πάλης, την πετάει στα σκουπίδια και την αντικαθιστά, ως κινητήριο δύναμη της ιστορίας, με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Και έτσι, επειδή το κράτος της ΕΣΣΔ εκλαμβανόταν ως το πλαίσιο που προστατεύει και αναπτύσσει εντός του τις παραγωγικές δυνάμεις προς όφελος του λαού, το καθήκον των κομμουνιστών επί γης ήταν βασικά το να υποστηρίξουν ως δορυφόροι την ΕΣΣΔ, άρα και την ηγεσία της, δηλαδή το να υποταχτούν σε αυτή. Όπως καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ο οικονομισμός είναι η ενστάλαξη του αυταρχισμού στην κομμουνιστική ιδεολογία, αλλά και της ίδια της αστικής ιδεολογίας στον μαρξισμό, αφού εξοβελίζει τον ρόλο της ταξικής πάλης και την αντικαθιστά από την, υπό την στενή έννοια, οικονομία και παραγωγή. Αν, λοιπόν, πίσω από όλα υπάρχει απλώς η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, τότε η εξουσία που ελέγχει τις παραγωγικές δυνάμεις και ταυτόχρονα κατέχει τη «θεωρία» που λέει το πώς θα τις αναπτύξει προς όφελος του λαού, τότε αυτή η εξουσία δικαιούται να κάνει τα πάντα. Ακόμη και να εξοντώσει τον λαό προς το ίδιο του το όφελος.



Ήταν ο Μαρξ αστρολόγος;

Ας επιστρέψουμε, για λίγο, στο ερώτημα περί της νομοτέλειας. Καταλαβαίνει ο Μαρξ την ιστορία του κόσμου ως διαδοχή προκαθορισμένων σταδίων; Πιστεύει πως μπορείς να προβλέψεις το μέλλον, διαβάζοντας τα άστρα του παρελθόντος; Είπαμε πως με βάση την ανάλυση του Αλτουσέρ και των μαθητών του, ο Μαρξ στα πρώτα του γραπτά έχει τέτοια στοιχεία νομοτέλειας και έμφασης στις παραγωγικές δυνάμεις, αλλά στην πορεία αυτό αλλάζει. Όμως, τέτοια στοιχεία εντοπίζουν ακόμη και στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου (στη φάση του «ώριμου» Μαρξ, όπως λένε), όταν αυτός γράφει την περίφημη φράση «η χώρα που είναι περισσότερο αναπτυγμένη βιομηχανικά δείχνει, στην λιγότερο αναπτυγμένη, την εικόνα του ίδιου της του μέλλοντος». Άλλοι συγγραφείς υποστηρίζουν πως εδώ ο Μαρξ δεν φτιάχνει μια γενική Θεωρία των Σταδίων, όπου κάθε χώρα αναπτύσσεται με ακριβώς τον ίδιο τρόπο, αλλά αναφέρεται μόνο στις καπιταλιστικές χώρες και στο πως εξελίσσεται με τον ίδιο τρόπο η ανάπτυξή τους. Άρα, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο, για παράδειγμα, να περάσει μια χώρα απευθείας από τη φεουδαρχία στον σοσιαλισμό, παρακάμπτοντας τον καπιταλισμό. Και είναι αλήθεια πως στα τελευταία γραπτά του Μαρξ υπάρχει ένας έντονος τέτοιος προβληματισμός σε σχέση με το ενδεχόμενο η ρώσικη κοινωνία να κάνει μια αντίστοιχη μετάβαση, βασισμένη στο πρότυπο των αγροτικών κομμούνων (κοινοτήτων συλλογικής καλλιέργειας της γης) που υπήρχαν στη χώρα. Από όλη αυτή την προβληματική αναδεικνύεται και το ζήτημα του «ευρωκεντρισμού» που πολλοί χρέωνουν στον Μαρξ, δηλαδή του ότι τα αναλυτικά του σχήματα βασίζονται πάνω στη μελέτη μόνο της Ευρώπης -και συγκεκριμένα της δυτικής- και άρα είναι ελλιπή, γιατί δεν συνυπολογίζουν την πραγματικότητα άλλων πολιτισμών. Αντιθέτως, ορισμένοι υποστηρίζουν πως είναι ο Μαρξ που άνοιξε στην Ευρώπη τη συζήτηση για χώρες όπως η Ινδία και θυμίζουν τις μελέτες του για τον ασιατικό τρόπο παραγωγής. Όμως, άλλοι θεωρούν αυτήν ακριβώς τη θεωρία ως υπερβολικά γενική και ακατέργαστη, άρα ως απόδειξη του ότι ο Μαρξ ήταν τελικά ευρωκεντρικός και είχε μικρή γνώση για τα τεκταινόμενα εκτός της γηραιάς ηπείρου. Εν τέλει, αυτό που σίγουρα μπορούμε να πούμε και πρέπει να κρατήσουμε είναι πως ο Μαρξ ως το τέλος διερευνούσε το αν μπορεί να μην υπάρχει αναγκαστικά συγκεκριμένη διαδοχή ιστορικών σταδίων, άρα νομοτέλεια. Και ότι, τόσο ο ίδιος όσο και ο Ένγκελς, ήταν εξαιρετικά εχθρικοί προς κάθε προσπάθεια μετατροπής της θεωρίας τους σε μια μανιέρα, έναν τυφλοσούρτη που θα ερμήνευε τα πάντα με τρόπο γραμμικό. Παραθέτουμε δύο φράσεις, για του λόγου το αληθές, σημειώνοντας πως γράφτηκαν αμφότερες προς το τέλος της ζωής των δύο επαναστατών και στοχαστών:

Ο Μαρξ, το 1877, σε μια επιστολή όπου σχολίαζε την ερμηνεία του έργου του από τον Τσερνισέφσκι, Ρώσο επαναστάτη, στέλεχος των ναρόντνικων, έλεγε:

«Αλλά αυτό δεν αρκεί για τον κριτικό μου. Νιώθει υποχρεωμένος να μεταμορφώσει το ιστορικό μου σχεδίασμα για τη γένεση του καπιταλισμού στη Δυτική Ευρώπη σε μια ιστορικο-φιλοσοφική θεωρία της γενικής πορείας που επιβάλει το πεπρωμένο κάθε λαού -όποιες και αν είναι οι ιστορικές συνθήκες στις οποίες βρίσκεται- ώστε να μπορέσει να φτάσει τελικά στην οικονομική μορφή που εξασφαλίζει, μαζί με τη μεγαλύτερη αύξηση των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνικής εργασίας, την πλέον ολοκληρωμένη ανάπτυξη του ανθρώπου. Αλλά ας με συγχωρήσει. Με τιμά και με κάνει να νιώθω μεγάλη ντροπή».10

Ο Ένγκελς, το 1890, σε ένα γράμμα προς τον Γιόζεφ Μπλοχ, αναφέρει:

«Σύμφωνα με την υλιστική αντίληψη για την ιστορία, ο καθοριστικός παράγοντας σ’ αυτήν είναι, σε τελευταία ανάλυση, η παραγωγή και η αναπαραγωγή της πραγματικής ζωής. Ούτε ο Μαρξ, ούτ’ εγώ είπαμε ποτέ τίποτα παραπάνω. Αν τώρα κάποιος βασανίζει την πρόταση αυτή προσπαθώντας να συνάγει πως ο οικονομικός παράγοντας είναι ο μόνος καθοριστικός, την μεταβάλλει σε μια φράση κενή, αφηρημένη, παράλογη. Η οικονομική κατάσταση είναι η βάση, αλλά τα διάφορα στοιχεία της υπερδομής (σ.σ. εννοεί το εποικοδόμημα), οι πολιτικές μορφές της πάλης των τάξεων και τα αποτελέσματά της, τα Συντάγματα που διαμορφώνονται όταν κερδηθεί η μάχη από την νικηφόρα κοινωνική τάξη, τα νομικά μορφώματα, ακόμα και οι αντανακλάσεις όλων αυτών των πραγματικών αγώνων στα μυαλά εκείνων που συμμετέχουν, πολιτικές, νομικές, φιλοσοφικές θεωρίες και θρησκευτικές αντιλήψεις, και η κατοπινή τους ανάπτυξη σε δογματικά συστήματα, ασκούν επίσης την επίδρασή τους κατά τη διάρκεια των ιστορικών αγώνων και σε πολλές περιπτώσεις καθορίζουν τη μορφή τους».11

Στην ίδια επιστολή, ο Ένγκελς θα υποστηρίξει πως «Για το γεγονός ότι η νεολαία κάποτε δίνει στην οικονομική πλευρά μεγαλύτερη βαρύτητα απ΄ ότι της αναλογεί, φταίμε εν μέρει εμείς οι ίδιοι, ο Μαρξ κι εγώ. Απέναντι στους αντιπάλους μας, ήμασταν υποχρεωμένοι να τονίζουμε τη βασική αρχή που την αρνιόνταν κι έτσι δεν υπήρχε πάντα ο χρόνος, ο τόπος και η ευκαιρία να δώσουμε τη θέση που ταιριάζει και στους άλλους παράγοντες που συμμετέχουν στην αλληλεπίδραση. Μόλις όμως το ζήτημα έφτανε στην περιγραφή μιας ιστορικής περιόδου, δηλ. στην πραχτική εφαρμογή, άλλαζαν τα πράγματα και δεν χωρούσε πια καμιά παρεξήγηση. Δυστυχώς όμως συμβαίνει πολύ συχνά να πιστεύει κανείς ότι έχει καταλάβει τέλεια μια νέα θεωρία και ότι μπορεί να τη χειρίζεται αμέσως, μόλις αφομοιώσει, και αυτό όχι πάντα σωστά, τις βασικές θέσεις. Και δε μπορώ να απαλλάξω απ΄ αυτή τη μομφή πολλούς από τους νεότερους “μαρξιστές”. Έτσι έκαναν την εμφάνισή τους και θαυμάσια σκουπίδια κι απ΄ αυτόν τον τομέα».

Βλέπουμε, λοιπόν, το πόσο εχθρικοί είχαν καταλήξει να είναι οι δύο επαναστάτες απέναντι στην σχηματοποίηση και τη μηχανική αντιμετώπιση του έργου τους. Απέναντι, δηλαδή, στη μετατροπή του σε ένα υπεραπλουστευτικό σχήμα ερμηνείας του παρελθόντος και πρόβλεψης του μέλλοντος, με βάση έναν μόνο παράγοντα, τον οικονομικό, και μάλιστα νοούμενο αποκλειστικά ως «παραγωγικές δυνάμεις». Βεβαίως, από την άλλη, δεν κατέληγαν σε έναν χυλό, δεν πρότειναν την ισοτιμία όλων των παραγόντων, αλλά αναγνώριζαν την σε «τελευταία ανάλυση» καθοριστικότητα (όχι όμως αποκλειστική) που έχει η «παραγωγή και η αναπαραγωγή της πραγματικής ζωής». Ο Μαρξ και ο Ένγκελς αναγνωρίζουν, λοιπόν, την οικονομία, την παραγωγή, ως τη βάση της κοινωνικής πραγματικότητας και τα υπόλοιπα στοιχεία της (πολιτική, θρησκεία, ιδεολογία) ως το εποικοδόμημα, ως αυτά που χτίζονται από πάνω της και εξαρτώνται από αυτήν. Όχι, όμως, ως μια απλή αντανάκλασή της οικονομίας, αλλά σε μια δυναμική σχέση μαζί της, μπορώντας και να την επηρεάσουν την ίδια. Και την σημασία αυτού την καταλαβαίνουμε καλύτερα, αν σκεφτόμαστε πως για τον Μαρξ ο χαρακτήρας της οικονομίας και της παραγωγή είναι κατά βάση απότοκα της πάλης των τάξεων. Ιδού, λοιπόν, άλλη μια φορά, η βασική κινητήρια δύναμη της ιστορίας: η πάλη μέσα στην παραγωγή και όχι απλώς η παραγωγή η ίδια.

Αξίζει εδώ να σημειώσουμε πως για τον Μαρξ, όπως γράφεται στο Μανιφέστο, το καπιταλιστικό κέρδος προκύπτει διά της απόσπασης της υπεραξίας, δηλαδή του απλήρωτου κομματιού της εργασίας του καθενός. Για παράδειγμα, αν στο χρόνο εργασίας μιας ημέρας ο εργαζόμενος παράγει 100 μονάδες προϊόντος και τα χρήματα που παίρνει για μισθό του φτάνουν για να αγοράζει στο εμπόριο τα 40, τότε τα χρήματα που αντιστοιχούν στις 60 μονάδες προϊόντος που δεν μπορεί να αγοράσει είναι η υπεραξία και από αυτό βγαίνει το καπιταλιστικό κέρδος. Τι είναι όμως αυτό που καθορίζει το το ύψος του μισθού; Η τάση των καπιταλιστών είναι, λέει στο Μανιφέστο, να προσφέρουν στον εργαζόμενο έναν μισθό ίσα-ίσα όσο του χρειάζεται για να ανανεώσει την εργατική του δύναμη και να διασφαλίσει πως και τα παιδιά του θα μπορέσουν να έχουν την ίδια ταξική θέση με αυτόν, δηλαδή όσο του χρειάζεται για να φάει και να ντυθεί η οικογένειά του και όχι παραπάνω, ώστε να είναι αναγκασμένος πάντα να εργάζεται. Θα έλεγε κανείς πως αυτή η σύλληψη αφορά την εποχή του Μαρξ και την κατάσταση των εργαζομένων στον 19ο αιώνα. Και πράγματι, έτσι φαίνεται. Αν όμως σε αυτό το «όσο χρειάζεται για να ανανεώσει την εργατική του δύναμη» προσθέσουμε άλλα έξοδα που απαιτούνται σήμερα για να ανανεώσει την οικογενειακή εργατική του δύναμη κάποιος που ανήκει στο επιστημονικό προλεταριάτο, για παράδειγμα τα έξοδα του φροντιστηρίου των παιδιών του, τότε φαίνεται η διαχρονικότητα αυτής της ιδέας. Αυτό, όμως αφορά απλώς την τάση των καπιταλιστών. Δηλαδή, αφορά τους μισθούς που θα έδιναν, αν περνούσε μόνο από το χέρι τους, αν δεν υπήρχαν εργατικοί αγώνες. Επίσης, ο μισθός καθορίζεται και από την ανάγκη να υπάρχει ένα εισόδημα που θα καταναλωθεί από τους εργαζόμενους για να αγοραστούν τα προϊόντα των καπιταλιστών. Και πάλι, όμως, αυτό μπορεί να μην ισχύει, αν οι καπιταλιστές μιας χώρας μπορούν να πουλάν όλα τα προϊόντα τους στο εξωτερικό. Επομένως, σε κάθε περίπτωση, αυτό που καθορίζει τελικά το μισθό και το ποσοστό της υπεραξίας -δηλαδή το ποσοστό της εργασίας του που δεν θα πληρωθεί ένας εργαζόμενος ώστε να βγει το καπιταλιστικό κέρδος- δεν είναι κάποιο αντικειμενικό και μετρήσιμο μέγεθος, αλλά κάτι εντελώς υποκειμενικό: η ίδια η πάλη των τάξεων και οι αγώνες των εργαζόμενων.



1 Καρλ Μαρξ, Φρήντριχ Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, Νεφέλη, Αθήνα, 2002, σελ. 106.

2 Γράφτηκε από τους Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς για τη γερμανική έκδοση του «Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος», Λειψία 1872 Marx-Engels-Werke, τομ. 18, σελ. 95-96.

3 Πρόκειται για τον μοναδικό τόμο του Κεφαλαίου που εξέδωσε ο Μαρξ, αφού οι άλλοι δύο τόμοι εκδόθηκαν, υπό την επιμέλεια του Ένγκελς, μετά τον θάνατό του και είναι μια σύνθεση των σημειώσεών που άφησε πίσω του.

4 Κορνήλιος Καστοριάδης, Το επαναστατικό πρόβλημα σήμερα, ύψιλον/βιβλία, Αθήνα, 2000, σελ. 116.

5 Καρλ Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, Θεμέλιο, Αθήνα, 1986, σελ. 19.

6 Κλάρα Τσέτκιν, Ο Λένιν για τη γυναίκα, Μνήμη, Αθήνα, σελ. 37.

7 «Όσο για µένα, δε µου ανήκει η τιµή ούτε ότι εγώ ανακάλυψα την ύπαρξη των τάξεων στη σύγχρονη κοινωνία, ούτε ότι εγώ ανακάλυψα τη μεταξύ τους πάλη. Πολύ πιο πριν από µένα αστοί ιστορικοί έχουν περιγράψει την ιστορική εξέλιξη αυτής της πάλης των τάξεων και αστοί οικονοµολόγοι έχουν κάνει την οικονοµική ανατοµία των τάξεων. Ό,τι το καινούριο έκανα εγώ ήταν να αποδείξω: 1) Ότι η ύπαρξη των τάξεων συνδέεται απλώς µε ορισµένες ιστορικές φάσεις ανάπτυξης της παραγωγής […] 2) ότι η ταξική πάλη οδηγεί αναγκαστικά στη δικτατορία του προλεταριάτου, 3) ότι η ίδια αυτή δικτατορία δεν αποτελεί παρά τη μετάβαση στην κατάργηση όλων των τάξεων και σε µια αταξική κοινωνία». Επιστολή του Μαρξ προς τον Βαϊντεµάγερ, το Μάρτη του 1852 (Λένιν, Κράτος και Επανάσταση, Σύγχρονη Εποχή, 2007, Αθήνα, σελ. 42).

8 Για περισσότερα, δείτε εδώ: Γιάννης Μηλιός, «Ο ασιατικός τρόπος παραγωγής», Θέσεις, τεύχος 57, Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1996

9 Εδώ ασφαλώς διαδραματίζουν ρόλο και άλλοι παράγοντες, πέρα από, καθεαυτή, την ένταση της εργασίας, όπως οι τεχνολογικές καινοτομίες. Κι αυτές όμως καθορίζονται εν πολλοίς από τον ταξικό συσχετισμό δύναμης, αφού η επιστημονική έρευνα κατευθύνεται προς τις ανάγκες της κυρίαρχης τάξης και της -υπέρ αυτής- έντασης της παραγωγής. Επίσης, ρόλο παίζει το ποσοστό της εργασίας που θα εκμεταλλευτεί ο εργοδότης για να μπορέσει να το επανεπενδύσει στην παραγωγή, επομένως ο μισθός του εργαζόμενου, άρα και πάλι ο ταξικός συσχετισμός δύναμης, δηλαδή το παράγωγο της ταξικής πάλης.

10 Παρατίθεται στο Maurice Godelier, Μαρξιστικοί ορίζοντες στην κοινωνική ανθρωπολογία, Gutenberg, Αθήνα, 1988, τ’ Α, σελ. 115.

11 Παρατίθεται στο Λουί Αλτουσέρ, Θέσεις, Θεμέλιο, Αθήνα, 1999, σελ. 135.


(Μέρος 2ο)

Τρίτη 31 Μαρτίου 2015

Το ματς, τώρα, παίζεται


Ξεκινάει το πρωτάθλημα. Διαβάζεις τα αθλητικά, μαθαίνεις τις μεταγραφές και νά 'σου η πρώτη αγωνιστική. Κάθεσαι, βλέπεις, όλα καλά. Δεύτερη αγωνιστική, δεν πετάει κιόλας η ομάδα, αλλά έχει μέλλον το πρωτάθλημα, δείχνει κάποια καλά στοιχεία, κοιτάς τον τρόπο παιχνιδιού της, τι πλεονεκτήματα και αδυναμίες έχει κάθε παίκτης, γενικώς σε ψήνει. Και έρχεται η τρίτη αγωνιστική. Η ομάδα σου παίζει καλά, αλλά... μπαμ, πάρε ένα ψεύτικο πέναλτι στο κεφάλι, πάρε και μια κόκκινη κάρτα για διαμαρτυρία, για να σου καεί και το επόμενο ματς, και γεια σας! Σπασμένα νεύρα, αίσθημα αδικίας, απογοήτευση και τελικά αποδοχή της μοίρας σου και απομάκρυνση, αφού δεν μπορείς να κάνεις και τίποτε άλλο από το να εκτονώνεις την οργή σου σε οπαδικές ραδιοφωνικές εκπομπές. Σταματάς, λοιπόν, να ασχολείσαι με τον τρόπο παιχνιδιού, τις τεχνικές και τα συστήματα. Δηλαδή, με το ποδόσφαιρο. Ασχολείσαι μόνο με το παρασκήνιο. Δηλαδή, με αυτό που κάποτε ο Ουμπέρτο Έκο αποκαλούσε "φιλολογία επί της φιλολογίας του ποδοσφαίρου".

Γιατί συμβαίνει αυτό; Διότι συνειδητοποιείς ότι υπάρχει κάτι πίσω από αυτό που βλέπεις. Κάτι που ξεφεύγει  της εποπτείας και του ελέγχου σου. Δεν μπορείς να το επηρεάσεις, ούτε να το υπολογίσεις. Αλλά σίγουρα είναι εκεί και ελέγχει τα πράγματα. Σταυρώνεις λοιπόν τα χέρια και λες: "όλα είναι στημένα, δεν έχει νόημα να ασχολούμαι στα σοβαρά". Κάπως έτσι πραγματοποιήθηκε μέσα στον καιρό των Μνημονίων και η απομάκρυνση των ανθρώπων από την πολιτική. Επειδή έβλεπαν πως ό,τι κι αν έλεγαν προεκλογικά οι μνημονιακές κυβερνήσεις, τελικά δεν εφάρμοζαν τίποτα. Άρα, δεν είχε κανένα νόημα να τα ακούσεις και να τα αξιολογήσεις. Όλα, τελικώς, ήταν κανονισμένα από την παντοδύναμη τρόικα και τα μεγάλα συμφέροντα, κάπου μακριά από εμάς.

Αυτήν την κατάσταση είναι που ανέτρεψε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, με την αντιστοιχία εξαγγελιών και έργων, εξαγγελιών και απόδειξης προθέσεων. Την μεγάλη ανάγκη του κόσμου για μια τέτοια αλλαγή την καταλαβαίναμε όταν προεκλογικά ακούγαμε από παντού: "από τα δέκα πράγματα που λέει ο ΣΥΡΙΖΑ, τα δύο-τρία αν κάνει, ικανοποιημένοι θα είμαστε". Αυτή η σχεδόν απεγνωσμένη επιθυμία των ανθρώπων δεν πήγαζε μόνο από την ανάγκη να ληφθούν άμεσα μέτρα ανακούφισής τους. Είχε να κάνει και με την ανάγκη να δουν πως υπάρχει κάποιος που ορισμένα, έστω, από αυτά που λέει τα υλοποιεί. Την ανάγκη να βρουν από κάπου να πιαστούν για να πιστέψουν πως έχει ακόμη νόημα να ασχολούνται, πως υπάρχει κάτι που τους δίνει τη δυνατότητα να κρίνουν και να αξιολογήσουν οι ίδιοι, πως κάτι ακόμη περνάει από το χέρι τους, πως μπορούν να βγουν από το ψυχολογικό κενό που τους έριχνε η προηγούμενη κατάσταση και το αίσθημα απόλυτης αδυναμίας που γεννούσε. Πως δεν είναι όλα στημένα, άρα αδύνατον να επηρεαστούν.

Κάπως έτσι, φτάσαμε στη μεγάλη αναζωογόνηση του ενδιαφέροντος των ανθρώπων για την πολιτική. Φτάσαμε να ακούμε έκπληκτοι από τα σπίτια των γειτόνων μας να παίζει το κανάλι της Βουλής στις προγραμματικές δηλώσεις. Φτάσαμε στις συγκινημένες φωνές που μας έλεγαν ότι τους αρκεί που ο πρωθυπουργός αυτής της χώρας μίλησε έτσι στη Βουλή, μπροστά σε αυτούς που κυβερνούσαν ώς τώρα και στους ξένους. Και με τα συνεχή δείγματα πως αυτή η κυβέρνηση αυτά που λέει τα πιστεύει, φτάσαμε να έχει πια μετατεθεί το ερώτημα των ανθρώπων από το αν λέει αλήθεια ο ΣΥΡΙΖΑ στο αν θα καταφέρει να κάνει αυτά που θέλει. Ο κόσμος έβλεπε τον Σαμαρά ως εχθρό του και τον ΣΥΡΙΖΑ ως συμπαραστάτη. Και παρακολουθεί ξανά το παιχνίδι με ενδιαφέρον και το καταλαβαίνει αλλιώς. Αυτή είναι η μεγάλη προίκα που φτιάξαμε. Η μαγιά με την οποία θα ζυμώσουμε το κοινό ψωμί της πολιτικής, τη δημοκρατία. Αλλά αυτή τη ζύμη πρέπει να βάλουμε να την δουλέψουν και αυτοί που θα την γευτούν. Για να πιστέψουν πως ήρθε πια ο καιρός να ζουν από τα δικά τους χέρια.

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2015

Πρότυπος ελιτισμός



Φρυάζει τις μέρες αυτές η φιλελεύθερη “ψυχή”. Το “είναι” όλων αυτών που το έχουν ταυτίσει με το “εγώ” τους. Η συνείδηση τους γεμίζει από απελπισία για την επικείμενη κατάρρευση των κατακτήσεών τους. Μάλλον, των κεκτημένων τους. Καλύτερα, των αυτονόητών τους.

Γιατί αυτός ο κλαυθμός και ο οδυρμός; Μα γιατί η νέα αριστερή κυβέρνηση ανακοίνωσε διά του υπουργού παιδείας την πρόθεσή της να καταργήσει τα πρότυπα σχολεία, αφήνοντας σε λειτουργία μόνο τα πειραματικά. Ανακοίνωση που, σαν μικρό φυτίλι, οδήγησε κατευθείαν στην έκρηξη τα πυρά των υποστηρικτών των πρότυπων. Ξεπετάγονται μέσα από τις στήλες των συστημικών εφημερίδων και ιστοσελίδων μίγματα οργής, σοκ, θρήνου και δέος μπροστά στο φάσμα της μεγάλης απώλειας, της μεγάλης ανατροπής. Θα πει κανείς, πως η κυβέρνηση είπε κάτι το βάσιμο: Πως αφού στα πρότυπα σχολεία, σε αντίθεση με τα πειραματικά, όπως λειτουργούσαν επί δεκαετίες, δεν εισάγουν τους μαθητές τους με κλήρωση, αλλά με εξετάσεις, γίνεται σε αυτά ένα κοινωνικό φιλτράρισμα, πως είναι και πάλι, όπως και για την είσοδο στα πανεπιστήμια, τα παιδιά των οικογενειών με μεγαλύτερο οικονομικό και μορφωτικό κεφάλαιο που καταφέρνουν να ανταποκριθούν στις εξετάσεις και να φοιτήσουν στα σχολεία αυτά, τα παιδιά που τους έχει προσφερθεί η δυνατότητα (αλλά και τους έχει επιβληθεί ο καταναγκασμός) να παρακολουθήσουν εντατικά φροντιστήρια και ιδιαίτερα, στα έντεκά τους χρόνια. Και πως αφού, σε αντίθεση με τα πειραματικά, δεν δοκιμάζονται σε αυτά νέες διδακτικές μέθοδοι, αλλά ακολουθούνται οι ίδιες με τα άλλα σχολεία, τότε μετατρέπονται απλώς σε μικρές γυάλες, σε σχολεία όπου εμπεδώνεται η κοινωνική ανισότητα από πολύ νωρίς. Και όχι μόνο αυτό. Εμπεδώνεται και ο ανταγωνισμός, γίνεται αυτονόητη, επειδή βιώνεται σε πολύ μικρή ηλικία, η λογική της “αριστείας”, δηλαδή της διάκρισης.

Και τι με αυτό; Σαν κοσμήματα αραδιάζουν πάνω από την περιγραφή των πρότυπων σχολείων οι θιασώτες τους τις λέξεις: Προάγουν την καινοτομία και την αριστεία. Ανεβάζουν τον πήχη της ποιότητας. Οι εξετάσεις, αντί της κλήρωσης, διασφαλίζουν την δημοκρατία, που βασικά ισούται με την αξιοκρατία, η οποία βασικά ισούται με την αντικειμενικότητα. Από την άλλη, οι λέξεις που αποδίδουν τον χαρακτήρα της αριστερής υπουργικής εξαγγελίας, μοιάζουν βγαλμένες από το ζοφερότερο μέλλον: εξίσωση προς τα κάτω, λαϊκισμός, ισοπέδωση, μαρξιστικές ιδεοληψίες, τυραννία της μετριότητας, αποθέωση της ήσσονος προσπάθειας, απαξίωση της προσπάθειας και της εργασίας, επιβράβευση της αδιαφορίας.

Αυτός ο, τύπου “Μαντάμ Σουσού”, πανικός των φιλελευθέρων, αναδεικνύει ξανά τη βασική διαφορά ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά. Ανάμεσα στη λογική της ανατροπής αυτού του συστήματος και αυτή της διατήρησης – συντήρησής του: η Αριστερά πιστεύει στην ισότητα των ανθρώπων ως μια σχεδόν οντολογική κατάσταση που έχει αναιρεθεί και την οποία προσπαθεί διαρκώς να επαναφέρει. Η Δεξιά δεν πιστεύει στην ισότητα, πιστεύει στη διάκριση και θεωρεί πως ο κόσμος όχι απλώς έτσι είναι, αλλά έτσι πρέπει να είναι. Η μάχη γίνεται για άλλη μια φορά με τις λέξεις. Οι φιλελεύθεροι, οι άνθρωποι το ατόμου και όχι της συλλογικότητας, της τάξης τους και όχι της κοινωνίας, μιλάνε για την “αριστεία”, βαφτίζοντας έτσι τον ελιτισμό τους. Μιλάνε για “δικαιοσύνη”, βαφτίζοντας έτσι την επικράτηση του ισχυρότερου κατά τον ανταγωνισμό. Μιλάνε για την ισότητα ως “εξισωτισμό” και “μετριοκρατεία”, ακριβώς γιατί θεωρούν όλους τους άλλους “μέτριους”.

Το πιο ενδιαφέρον από όλα, όμως, είναι το ότι αυτοί οι “άριστοι” βαφτίζουν την κοινοτυπία και την απλοϊκότητα τους ως δυναμική και σοφιστικέ σκέψη. Μας λένε πως οι άριστοι υπάρχουν, έτσι κι αλλιώς, μέσα στη ζωή. Πως οι δομές αριστείας, όπως τα πρότυπα σχολεία, αναγκάζουν αυτούς που θέλουν να συμμετάσχουν σε αυτές, να προσπαθήσουν και να βελτιωθούν, μέσα από τον ανταγωνισμό. Μας λένε πως δεν υπάρχει τίποτα κακό στην ανταγωνιστική προσπάθεια. Είναι αστείο. Οι σοφιστικέ φίλοι μας, καταφεύγουν σε αναλογίες που θυμίζουν κουβέντα καφενειακή. Πράγματι, στην κοινωνία υπάρχει ανταγωνισμός. Και γιατί το σχολείο ταυτίζεται με ολόκληρη την κοινωνία; Γιατί πρέπει το σχολείο να ενσωματώνει και να αναπαράγει κάθε χαρακτηριστικό της κοινωνίας; “Για να προετοιμάζει τα παιδιά για αυτήν”, θα έλεγε κανείς. Να τα προετοιμάζει μόνο για να ενσωματωθούν και όχι για να την αλλάξουν; Αυτό δεν λέγεται μόρφωση. Λέγεται συμμόρφωση. Στενή. Το σχολείο πρέπει, λοιπόν, να είναι απολογητής της κοινωνίας; Να προετοιμάζει τα παιδιά μόνο για να αποδέχονται τα βασικά της δόγματα και όχι για να δουν κριτικά και να τα αλλάξουν; “Δεν είναι αυτό το πνεύμα μας, εμείς θέλουμε να υπάρχουν τα πρότυπα σχολεία ακριβώς για να αποκτούν τα παιδιά κριτική σκέψη”, ήδη φωνάζει εναντίον μας το φιλελεύθερο κυματάκι. Πόσο μεγάλα κύματα να σηκώσει, άλλωστε, ένα ποτάμι. Και τότε, γιατί δεν θέλετε να έχουν πρόσβαση στην κριτική σκέψη όλα τα παιδιά; Γιατί να την κρατήσουμε ως μυστικό των λίγων, αυτών που καταφέρνουν να περάσουν κάποιες εξετάσεις; “Γιατί αυτό είναι το αντικειμενικό, άρα το αξιοκρατικό, άρα το δίκαιο, άρα το δημοκρατικό”. Δημοκρατία, δικαιοσύνη και αξιοκρατία, δεν υπάρχει, όμως, χωρίς ισότητα. Πως μπορείς να μιλήσεις για αντικειμενικότητα, όταν εφαρμόζεις ίσα μέτρα και δοκιμασίες σε άνισους ανθρώπους;

Κι αφού θες, αγαπητέ μου φιλελεύθερε, το σχολείο να περιλαμβάνει τον ανταγωνισμό, για να είναι αντιπροσωπευτικό της κοινωνίας, γιατί θέλεις ένα τέτοιο σχολείο να είναι για τους “καλύτερους” (δηλαδή, για όσους έχουν την πρόσβαση σε φροντιστήρια και ιδιαίτερα) και όχι σε παιδιά που να προέρχονται από όλα τα κοινωνικά στρώματα, όπως θα μπορούσε να γίνει με την κλήρωση; Σε ένα σώμα, δηλαδή, ανομοιογενές, όπως είναι η ίδια η κοινωνία; Μα, για αυτό ακριβώς. Γιατί οι φιλελεύθεροι θεωρούν πως το καλύτερο αποτέλεσμα προκύπτει από την ομοιογένεια. Γιατί για τους φιλελεύθερους η αριστεία είναι ζήτημα ατομικό. Έχει να κάνει μόνο με το πως θα συμβάλουν οι πολλοί ώστε να βελτιωθεί, διά του ανταγωνισμού, ο ένας, και ποτέ το αντίστροφο. Για την Αριστερά, όμως, για τον κληρονόμο της πιο βαθιάς ουσίας του ανθρωπισμού, η αριστεία είναι υπόθεση της κοινωνίας. Αφορά το πως οι πολλοί θα βοηθούν τους πολλούς. Αφορά όχι την εξαφάνιση της διαφορετικότητας, αλλά την αξίωσή της. Αφορά όχι την εξαφάνιση των διαφορετικών ικανοτήτων και ταλέντων των ανθρώπων, αλλά την αξιοποίησή τους, ανάγοντάς τα σε ισότιμα. Για την Αριστερά το σχολείο δεν είναι το χρησιμοθηρικό σχολείο του φιλελεύθερου ονείρου. Είναι το σχολείο που την ίδια στιγμή που αξιοποιεί τις κλίσεις των μαθητών, προσπαθεί να βελτιώσει τις ικανότητες όλων με τη συνεργασία και την αλληλεγγύη, προσπαθεί να κλείσει τις αποστάσεις ανάμεσά τους, στέλνοντας τους όλους προς τα πάνω.

Για τους φιλελεύθερους, το σχολείο, όπως η ζωή, πρέπει να είναι πρωταθλητισμός. Χώρος μένει μόνο για τους δυνατούς, οι οποίοι πρέπει να συναναστρέφονται μόνο (και εδώ είναι το κλειδί, στο “μόνο”) άλλους δυνατούς, για να βελτιώνονται. Για την Αριστερά το σχολείο είναι η τρυφερότητα της κοινωνίας προς τα παιδιά. Είναι η προετοιμασία τους για έναν κόσμο που, όπως μας λέει ο Χαλίλ Γκιμπράν, αυτά θα ζήσουν κι εμείς δεν μπορούμε καν να τον υποψιαστούμε. Είναι η προετοιμασία της αλλαγής του κόσμου, η αναζήτηση όλων των ευαισθησιών και ταλέντων των παιδιών και η ενστάλλαξη άλλων τόσων. Είναι ο σεβασμός και η ανάδειξη, αλλά όχι η αποθέωση του ατόμου και της ιδιαιτερότητάς του. Είναι η διαρκής βελτίωση τους ενός, η διαρκής αναζήτησης της υψηλότερης κορυφής, το διαρκές κάλεσμα από μια “άλλη πλάση ξελογιάστρα”, αλλά μέσα από τη βελτίωση και την αναζήτηση όλων. Εμείς, για αυτά ήρθαμε ως εδώ.

Τώρα έχουμε κάτι να χάσουμε

http://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/ftiaxnontas-ayto-poy-tha-exoyme-na-xasoyme


Παραμονές των τελευταίων εκλογών που κέρδισε ο Ούγκο Τσάβες στη Βενεζουέλα, συζητούσαμε με κάποιους συντρόφους από τη χώρα. Τους ρωτήσαμε τι έχει εξαγγείλει η δεξιά αντιπολίτευση για τις δομές που έχει δημιουργήσει η κυβέρνηση, όπως τα τοπικά λαϊκά συμβούλια. Έλεγε ότι θα τα διατηρήσει.

Ασφαλώς, αυτό δεν οφειλόταν στο ότι οι λαϊκές συνελεύσεις αποτελούν πραγματικό κομμάτι μιας δεξιάς πολιτικής. Αλλά ο δεξιός συνασπισμός αδυνατούσε να τις καταργήσει ως απλά δημιουργήματα μιας άλλης κυβέρνηση, αφού αυτές τις δομές τις είχε πάρει ο κόσμος στις πλάτες του και τους είχε δώσει το δικό του περιεχόμενο. Επειδή οι άνθρωποι είχαν πλέον δημιουργήσει οι ίδιοι κάτι, κάτι που πια τους ανήκε, που είχε φύγει από την αγκαλιά της κυβέρνησης, μια κοινωνική κατάκτηση με όλη τη σημασία του όρου, που άρα δεν μπορούσε να ξηλωθεί εύκολα. Είχαν πια κάτι να υπερασπιστούν, γιατί είχαν κάτι να χάσουν.

Όλα αυτά μας θυμίζουν αυτό που τόνιζε ο Κορνήλιος Καστοριάδης, πως για να γίνει πραγματικότητα ο σοσιαλισμός πρέπει οι ιδέες του να είναι κτήμα των ίδιων των εργαζόμενων. Όμως, το κτήμα σου δεν το κληρονομείς απλώς, ούτε το αγοράζεις. Το δουλεύεις, το κάνεις δικό σου μέσα από το σκάψιμο και το φύτεμα, από την αλλαγή του. Η ουσία λοιπόν της φράσης του Καστοριάδη δεν είναι πως ο κόσμος πρέπει να έχει αποδεχτεί τις ιδέες του σοσιαλισμού, αλλά να τις έχει γεννήσει ο ίδιος, ένα μέρος των ιδεών και των πρακτικών του σοσιαλισμού να είναι παιδί της λαϊκής επινοητικότητας, αυτής που, όποτε της δίνεται ένας συντεταγμένος χώρος και μια μορφή ελευθερίας, ξεπετάγεται και μας δίνει δείγματα του τι μπορεί να φτιάξει. Ας θυμηθούμε, για αυτό, λίγο τις Πλατείες του 2011.

Η λαϊκή επινοητικότητα και δημιουργικότητα είναι αυτή στην οποία προσβλέπαμε και για να έρθει η Αριστερά στην κυβέρνηση. Την κινηματική έκρηξη που σαν κύμα θα έφερνε τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία και θα επέβαλε στους αντιπάλους του -αλλά και στον ίδιο- τις εξελίξεις, μακρυά από τη λογική της ανάθεσης. Όμως, αυτές οι βλέψεις δεν επιβεβαιώθηκαν. Οι μεγάλες διαδηλώσεις των Πλατειών ακολουθήθηκαν από μια μεγάλη αποστράτευση, γιατί διαψεύστηκε αυτό που έκανε τον κόσμο να κινητοποιηθεί: είδε πως δεν κατάφερε να μετακινήσει το σχέδιο των μνημονιακών κυβερνήσεων ούτε ένα χιλιοστό. Έτσι, ο κόσμος, ακόμη και τα επιμέρους κινήματα, έριξαν όλη τους την αναμονή και την υπομονή στις βουλευτικές εκλογές. Και εκεί κέρδισαν. Και αυτομάτως, τέθηκε έτσι το ερώτημα: και τώρα τι κανουμε; Πως στερεώνει ο κόσμος την κυβέρνησή του; Πως σπάει η λογική της ανάθεσης;

Επειδή, λοιπόν, η στήριξη αυτή που χρειάζεται η κυβέρνηση δεν εξαντλείται στις συγκεντρώσεις υποστήριξής της κατά τη διαπραγμάτευση, αλλά πρέπει να έχει συνέχεια και να είναι πολύμορφη, ας πάρουμε μια μεθοδολογία από το παρελθόν, το κοντινό και το απώτερο. Στις χώρες της Λατινικής Αμερικής, πολλές από τις αριστερές κυβερνήσεις δεν ήρθαν στην εξουσία ακριβώς πάνω σε μια κινηματική έκρηξη. Όμως, τα κινήματα άνθισαν περισσότερο μετά την εκλογή τους, χάρη στο πιο ευνοϊκό πλαίσιο και τους δρόμους που τους άνοιγε η κυβέρνηση, αλλά και επειδή τότε αυξήθηκαν οι προσδοκίες των πολιτών.

Μετά την άνοδο των αριστερών κυβερνήσεων είναι που δημιουργήθηκαν οι δομές λαϊκής διαβούλευσης, τότε άνθισε το εγχείρημα των συναιτεριστικών επιχειρήσεων και του εργατικού ελέγχου, όταν η κυβέρνηση της Βενεζουέλας έδωσε στους εργαζόμενους το 49% πρώην ιδιωτικών επιχειρήσεων, κρατώντας η ίδια το 51% για να μην μετατατραπούν οι εργαζόμενοι σε μικρούς καπιταλιστές. Ομοίως και στο Εκουαδόρ, η λαϊκή διαθεσιμότητα προέκυψε κυρίως μετά την άνοδο της κυβέρνησης Κορέα και την αποπομπή του ΔΝΤ από τη χώρα. Επίσης, όπως μας θύμισε σε πρόσφατο άρθρο του ο Σταύρος Κωνσταντακόπουλος, δεν ήταν πριν, αλλά μετά την νίκη του Λαϊκού Μετώπου στη Γαλλία το 1936 που προέκυψαν οι μεγάλες απεργίες οι οποίες κέρδισαν την εβδομάδα των 40 ωρών, τις συλλογικές συμβάσεις και την άδεια μετ' αποδοχών. Ακριβώς επειδή, και πάλι, η άνοδος της νέας κυβέρνησης ανέβασε και τις προσδοκίες του κόσμου και δημιούργησε αγωνιστική αισιοδοξία και κινητοποίηση.

Αυτό είναι, λοιπόν, το στοίχημα. Η δημιουργία διαδικασιών και χώρων από την κυβέρνηση τις οποίες θα σαρκώνει ο κόσμος με τη συμμετοχή του, αλλά και η ανάδυση πρωτοβουλιών του κόσμου που θα ανοίγουν δρόμο στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Το να αποτελέσει η νέα κατάσταση, η νέα ζωή των ανθρώπων και δικό τους παιδί, για να μην μπορεί κανείς να τους το στερήσει. Να έχουν κάτι να χάσουν, κάτι δικό τους. Ένα κτήμα δουλεμένο και σπαρμένο, που να μην αφήνουν κανέναν να τους το ξηλώσει, ούτε καν αυτόν που τους το χάρισε. Για να ανοίγουν η κυβέρνηση και ο κόσμος δρόμους ο ένας στον άλλο. Για να μην ξεχνάμε πως η Αριστερά δεν δίνει τη μάχη απλώς για να ζήσουν οι άνθρωποι καλύτερα. Δίνει τη μάχη για να αλλάξει συνειδητά ο κόσμος. Δηλαδή, δίνει την καθαρή και ανοιχτή μάχη για τα μυαλά των ανθρώπων, για να μπορέσουν να γίνουν οι ίδιοι ενεργοί φορείς του κοινωνικού μετασχηματισμού, της ανατροπής.

Και με αυτό μπορούμε να καταλήξουμε και σε μια απάντηση στο ερώτημα της “αριστερής” αντιπολίτευσης προς την κυβέρνηση της Αριστεράς. Και να ξεκαθαρίσουμε πως “αριστερή αντιπολίτευση” δεν είναι να κρατάς στο χέρι τη λίστα για να ψάχνεις μπας και βρεις κάτι που έταξε η κυβέρνηση και δεν το έκανε ακόμη, ώστε να αρχίσεις να το κουνάς μπροστά της. Υπάρχουν δεξιοί δημοσιογράφοι που το κάνουν επαρκέστατα αυτό. Δεν είναι απλώς το να πλειοδοτείς. Είναι το να δημιουργείς συλλογικές κοινωνικές (να το ξαναπούμε, κοινωνικές!) διαδικασίες και να μπαίνεις στους χώρους που υπάρχουν και που θα δημιουργήσει αυτή η κυβέρνηση και να ζυμώνεις εκεί τις θέσεις σου. Αλλά αναγνωρίζοντας κάθε φορά το κυρίαρχο ερώτημα και παίρνοντας θέσηεπί αυτού. Κατανοώντας την ανάγκη της κάθε στιγμής.

Για παράδειγμα, το ότι όταν συμμετέχεις σε μια συγκέντρωση υποστήριξης της κυβέρνησης κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, το κυρίαρχο ερώτημα στο οποίο πρέπει να απαντάς είναι το αν έχει η χώρα μας το δικαίωμα να αποφασίζει δημοκρατικά ή πρέπει να την κυβερνούν οι αγορές και όχι το δίλημμα “εντός ή εκτός της ΕΕ”. Διότι η απάντηση στον εκβιασμό “ή κάνετε ό,τι θέλουμε ή βγαίνετε από την Ευρωζώνη” δεν μπορεί να είναι “οκ, βγαίνουμε από την Ευρωζώνη”, αλλά η ανατροπή του ίδιου του εκβιασμού, η ανατροπή των όρων με τους οποίους μας καλούν να αποφασίσουμε, ό,τι κι αν θέλουμε εμείς να κάνουμε στο τέλος. Και πάνω από όλα, η κυβέρνηση της Αριστεράς χρειάζεται την κριτική. Αλλά μια κριτική που θα προκύπτει από την ίδια τη συμμετοχή των ανθρώπων στη διαδικασία του κοινωνικού μετασχηματισμού, όχι απ' έξω, καφενειακά και κουνόντας το δάχτυλο με βάση μόνο τις αριστερές εγκεφαλικές αυτάρκειες και πλειοδοσίες. Αλλά, με βάση την κλιμάκωση, κάθε φορά, των αγώνων.

Για όλα αυτά, στην σταθερή κατηγορία των αντιπάλων μας πως θέλουμε να κάνουμε την Ελλάδα σαν τη Λατινική Αμερική, η μόνη απάντηση μπορεί να είναι πως αν και κάθε λαός βρίσκει το δικό του δρόμο του για την κοινωνική δικαιοσύνη, υπάρχει κάτι για το οποίο πραγματικά θέλουμε να κάνουμε την Ελλάδα Λατινική Αμερική: η λάμψη που βλέπεις στα μάτια των ανθρώπων της, ειδικά των νέων και η περιφάνεια τους που έχουν πάρει τη χώρα τους στα χέρια τους και την χτίζουν ξανά, πάνω στις δικές τους πλάτες. Γιατί είναι πια δική τους.

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2015

Εβδομήντα χρόνια μετά τη Βάρκιζα: καμία ήττα δεν είναι για πάντα


Στις 12 του φετινού Φλεβάρη μαζεύονται πάνω μας εβδομήντα χρόνια από την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας. Από την ημέρα που έληξε ο πρώτος κύκλος της επίθεσης στην Αριστερά, για να μην μπορέσει να κυβερνήσει. Της Αριστεράς που είχε πολεμήσει τους Ναζί, της Αριστεράς που είχε στήσει τον κόσμο στα πόδια του, που του είχε δώσει ξανά την αξιοπρέπειά του, που τον έκανε όχι να σκέφτεται και να ονειρεύεται αλλά να χτίζει έναν νέο κόσμο και να διψάει να τον μεγαλώσει και να τον χαρίσει σε όλους. Της Αριστεράς που είχε δεχθεί το «όλοι μαζί», που κυβερνούσε μαζί με αυτούς που στα δύσκολα χρόνια είχαν φύγει από τη χώρα, με την πολιτική ελίτ των προπολεμικών χρόνων που όταν γύρισε ήταν τόσο απονομιμοποιημένη, που αποφάσισε να βγάλει την Αριστερά στην παρανομία. Της Αριστεράς που συγκυβέρνησε, για να θερίσουν τα κορμιά της οι σφαίρες των συγκυβερνητών της.

Πολλές λέξεις ακούστηκαν για τη Βάρκιζα. Και για τις Συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας, πριν από τα Δεκεμβριανά. Για την συναίνεση των εκπροσώπων του ΕΑΜ, απέναντι στους εκπροσώπους των αστικών κομμάτων, να αφοπλισθεί ο ΕΛΑΣ και να μπει υπό τις εντολές των Άγγλων. Για την μετέπειτα υπογραφή της παράδοσης και του αφοπλισμού στη Βάρκιζα, με αντάλλαγμα την αμνηστία για όλα όσα έγιναν στα Δεκεμβριανά. Για την Λευκή Τρομοκρατία που ακολούθησε τη Βάρκιζα, για τους αριστερούς που σφάζονταν στην επαρχία από τις -εξοπλισμένες από την κυβέρνηση- παρακρατικές ένοπλες εθνικιστικές συμμορίες των χαμερπών στοιχείων. Από τους Ταγματασφαλίτες, που ακόμη και σήμερα τους βρίσκεις κάτω από εκπροσώπους της Δεξιάς, αν ξύσεις το ελαφρύ βερνίκι αστισμού που άτσαλα ή τεχνηέντως καλύπτει την αληθινή τους υπόσταση. Λέξεις πολλές. Προδοσία, λάθος, έγκλημα. Όλα αυτά, είναι για να ειδωθούν στο πλαίσιο της εποχής τους. Στην πραγματικότητα, τα «λάθη» δεν έχουν πια μεγάλη σημασία. Ό,τι έγινε, πληρώθηκε. Και είναι πια παλιό κομμάτι στο μεγάλο ταμείο.

Σημασία έχει όμως κάτι άλλο. Πως από τότε το ξέραμε πως δεν θα είναι ποτέ στρωμένος με ροδοπέταλα ο δρόμος για την Αριστερά, ο δρόμος προς την εξουσία, ο δρόμος προς το ξήλωμα όλων αυτών που χτίζονται εδώ και αιώνες. Ξέραμε πως καμιά νίκη δεν είναι παντοτινή, πως πάντα πρέπει να αγωνίζεσαι για να την ξαναστυλώνεις, για να την ανθοφορείς. Ιστορικές αναλογίες ας μην ψάχνουμε. Οι εποχές και τα πλαίσια είναι διαφορετικά, ολότελα. Τότε και σήμερα, όμως, μία αλήθεια στέκεται μπροστά μας: τίποτα δεν είναι παντοτινό. Ούτε οι νίκες, αλλά ούτε και οι ήττες. Όλα στέκουν μέσα στο μεγάλο καζάνι της ιστορίας και περιμένουν τη στιγμή να ανάψουμε τη φωτιά και να αρχίσουμε να τα βράζουμε. Να τους δίνουμε ζωή. Να τα ξεκολλάμε από τη λάσπη.

Στις 12 αυτού του Φλεβάρη, στα Εβδομήντα χρόνια από τη Βάρκιζα, ο δαίμονας της ιστορίας θα γελάει πολύ και θα μας κλείνει με σαρδόνιο και αιματηρό πάθος το μάτι. Γιατί τη μέρα αυτή, θα ξεκινάει το Eurogroup που θα συζητήσεις τις θέσεις της νέας αριστερής ελληνικής κυβέρνησης για την ανάσχεση της ανθρωπιστικής κρίσης στη χώρα. Θα ξεκινάει μια νέα Συμφωνία. Και σήμερα, μια βδομάδα πριν, δεχόμαστε ήδη την πρώτη επίθεση της νέας εποχής. Τον πρώτο γερό εκβιασμό, την πρώτη τρομοκράτηση. Η ΕΚΤ, ο ELA, τα ομόλογα, η ρευστότητα. Στην πραγματικότητα, εμείς κι εσείς. Ή εμείς ή εσείς. Ή αυτοί ή εμείς.

Ας είναι, λοιπόν. Ας παίξουμε κι εμείς λιγάκι το απαγορευμένο παιχνίδι των αναλογιών. Για πρώτη και για τελευταία φορά. Για να το ανατρέψουμε. Γιατί σε αυτά τα μεταχρονολογημένα καινούρια Δεκεμβριανά του Φλεβάρη, εμείς δεν θα ηττηθούμε. Γιατί δεν θα κάνουμε πίσω, δεν θα βυθιστούμε πάλι στη ματαιότητα της ήττας και στη θανατερή βεβαιότητα της μονιμότητάς της. Και σε αυτήν την καινούρια Βάρκιζα, δεν θα πάμε για να διαπραγματευτούμε την ήττα μας. Αλλά για να σαλπίσουμε τη νίκη μας. Για να μεταφέρουμε τη φωνή και την τρανή βούληση των Ελλήνων και των άλλων λαών, για μια άλλη ζωή. Ελεύθερη. Δημοκρατική.

Γιατί τώρα ανασάναμε και δεν ξανακρατάμε την αναπνοή μας από φόβο. Γιατί τώρα που σηκωθήκαμε δεν ξανασκύβουμε. Γιατί ζήσαμε για λίγο ελεύθεροι και μαγευτήκαμε από τη ζεστασιά της αξιοπρέπειας και δεν θα τη χάσουμε από κανέναν, δεν θα μας την πάρει κανείς, γιατί είδαμε πόσο ακριβή είναι, πόσο δύσκολα την ξανακερδίζουμε άμα την έχουμε χαμένη και άγνωρη. Γιατί καμιά νίκη και καμιά ήττα δεν είναι παντοτινές. Γιατί όλα μοιάζουν και τίποτα δεν είναι ίδιο. Γιατί εμείς θα σταθούμε περήφανοι και θα νικήσουμε. Γιατί «ακούσαμε το τραγούδι της θάλασσας και δεν μπορούμε πια να κοιμηθούμε». Γιατί εμείς θα βγούμε στους δρόμους της φωτιάς. Στους δρόμους που νικήσανε παλιά οι άνθρωποι μας τα μεγάλα θηρία. Κι εμείς θα τσακίσουμε το πιο μεγάλο από όλα: το φόβο. Το χάρτινο τίγρη αυτού του κόσμου. Και θα γελάσουμε στα μούτρα του.

Οι φιλελεύθεροι στις κούνιες με το φάντασμα του Στάλιν



Πριν λίγους μήνες, ένα σχόλιο στο twitter από τον Θάνο Τζήμερο, τηλεοπτικά κατασκευασμένη πολιτική φιγούρα του φιλελεύθερου χώρου, υποστήριζε πως οι ελεύθερες απολύσεις είναι ένα μέτρο που φέρνει ευελιξία στην αγορά, άρα κίνητρα επενδύσεων, άρα ανάπτυξη, άρα εν τέλει μείωση των απολύσεων. Απορούσε, μάλιστα, γιατί δεν τα καταλαβαίνει ο κόσμος όλα αυτά τα απλά πράγματα και γιατί δεν προκύπτει μια γενική συνεννόηση.


Ο ελληνικός φιλελευθερισμός, ως γνωστόν, δεν αποτέλεσε ποτέ ιστορικά έναν διακριτό χώρο. Τρεφόταν πάντα μέσα στη μεγάλη αγκαλιά της παραδοσιακής Δεξιάς. Οι βασικές προσπάθειες για την αυτόνομη συγκρότηση αυτού του χώρου συνέπεσαν, όχι τυχαία, με την περίοδο της Κρίσης και με τα κενά πολιτικής εκπροσώπησης που αυτή δημιούργησε. Πολιτικές ομάδες και πρωτοβουλίες -που πολύ αυτάρεσκα αυτοπαρουσιάζονται ως “κόμματα”- έκαναν την εμφάνισή τους, υιοθετώντας όμως, ακριβώς λόγω της σφοδρότητας της κοινωνικής σύγκρουσης της περιόδου, έναν “φιλελευθερισμό” εντελώς μισανθρωπικό και αυταρχικό, αυτό που συχνά χαρακτηρίζεται ως “ακραίο Κέντρο”. Έναν “φιλελευθερισμό” που δεν κόπτεται καθόλου για τα ανθρώπινα και τα κοινωνικά δικαιώματα αν δεν συνδέονται με την αγορά, που ζητάει λιγότερο κράτος αλλά μεγαλύτερη κρατική κατασταλτική δράση για να αντιμετωπιστούν οι απεργίες και οι διαδηλώσεις, που ακόμη και παραδοσιακά στοιχεία της φιλελεύθερης ατζέντας, όπως τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων, τα έχει ρίξει σε δεύτερη μοίρα. Ασφαλώς, ουδείς λόγος να γίνεται για τα δικαιώματα των μεταναστών, αφού πολύ συχνά ο λόγος των ομάδων αυτών θυμίζει την εκδικητική στάση της Χρυσής Αυγής, προωθώντας την απομάκρυνση και περιθωριοποίηση των μεταναστών.[1]


Αυτός, λοιπόν, ο αυταρχικός φιλλευθερισμός συνοδεύεται από μια μεγάλη πολιτική αφέλεια. Ή από την προσποίησή της.  Μιλάει ως εάν τα πάντα να ήταν απλώς ζήτημα διαλόγου, επιχειρημάτων και πειθούς, δηλαδή μιας ουδέτερης πολιτισμικής ωριμότητας των κοινωνικών υποκειμένων. Κυρίως, καλών προθέσεων και επαρκών ικανοτήτων. Της δημιουργίας μιας “Εθνικής Ελλάδος”, των πιο ικανών ανθρώπων, της “συνωμοσίας του καλού”. Ούτε κοινωνικές διαφορές και ανισότητες, ούτε συγκρουόμενα συμφέροντα, ούτε εκμεταλλευτικές σχέσεις, τίποτα δεν “βλέπει”. Όλα μπορούν να διευθετηθούν στο πλαίσιο μιας λογικής συζήτησης. Για αυτό και απογοητεύονται από αυτό που ερμηνεύουν ως ανωριμότητα των ανθρώπων, όταν αυτοί δεν τους ακολουθούν στις “προφανείς” τους αλήθειες. Θυμίζουν έτσι τον Άγγλο πολίτη της Βρετανικής Αυτοκρατορίας που διαβάζοντας στην εφημερίδα του για τα προβλήματα των αποικιακών χωρών κάγχαζε αυτάρεσκα με αυτό που νόμιζε ως “καθυστέρηση” των λαών αυτών και αδυναμία να λύσουν τα προβλήματά τους, χωρίς να σκέφτεται πως αυτά τα προβλήματα και την ίδια την καθυστέρηση δεν τα προκάλεσε κάποια πολιτισμική αναπηρία, αλλά η ίδια η αποικιακή κατάκτηση και εκμετάλλευση.



Ο φιλελευθερισμός αυτός, λοιπόν, είναι ελιτίστικης μορφής. Γιατί θεωρεί πάντα πως οι ανθρωποι, απλώς, “δεν καταλαβαίνουν”. Και προκαλεί εδώ μεγάλη εντύπωση αυτή η εγγύτητα των φιλελεύθερων με τον σταλινισμό, αφού πάντα η επωδός των θιασωτών του -και ασφαλώς του ίδιου του “Πατερούλη”- για όποιους διαφωνούσαν με τις κομματικές θέσεις ήταν πως απλώς “δεν κατάλαβαν τη γραμμή”. Κι αυτό, λίγο πριν περάσουν στο επόμενο στάδιο, την εξόριση των διαφωνούντων, που πλέον γίνονταν αντικειμενικά εχθροί. Είτε επειδή δεν καταλάβαιναν είτε επειδή ήταν πράκτορες. Πόση διαφορά έχει, αλήθεια; Το δεδομένο είναι πως από ανικανότητα ή από μοχθηρία δεν συμμερίζονταν την μοναδική λογική γραμμή. Άρα, αξίζουν την εξόρισή τους. Αυτό νιώθει κανείς και στην αντιμετώπιση του κόσμου, της μάζας, από τους ελιτιστές φιλελεύθερούς μας: την ανάγκη να πεταχτούν μακρυά αυτοί οι ανάξιοι μας, που καλώς, τελικά, παθαίνουν όσα παθαίνουν, αφού δεν φέρονται “λογικά”.



Για τους φιλελεύθερους της κρίσης, λοιπόν, η κοινωνία δεν είναι ένα πεδίο συγκρούσεων. Τουλάχιστον όχι σοβαρών. Αρκεί ο καθένας να έχει μια κουλτούρα διαλόγου, να μην είναι εγωιστής, να μην έχει υπερβολικές απαιτήσεις και να κάνει και λίγο πίσω. Πόσο τυχαίο να είναι, άλλωστε, το ότι πολλοί από αυτούς έσπευσαν να αποδώσουν την κρίση απλώς και μόνο στα αδηφάγα golden boys και τις χωρίς φρένο επιδιώξεις τους; Έτσι, η κοινωνία μας μοιάζει για αυτούς σαν μια παιδική χαρά, όπου απλώς τα παιδάκια πρέπει να συνεννοηθούν και να σεβαστούν το ένα την επιθυμία του άλλου να κάνει λίγη κούνια. Λίγη ψυχραιμία, μια δόση ωριμώτητας και ας μπούμε στη σειρά για να κάνουμε κούνια όλοι. Άλλωστε, η συνεργασία μπορεί να λύσει όλα τα προβλήματα.



Μόνο που αυτή η ειδυλιακή εικόνα δεν ισχύει ούτε καν στις παιδικές χαρές. Τουλάχιστον, όχι σε  αυτές που δεν βρίσκονται σε καλές περιοχές και που δεν έχουν αρκετές κούνιες για όλα τα παιδάκια και πολλά παγκάκια για να τα περιμένουν άνετα οι γονείς τους. Γιατί σε αυτές τις παιδικές χαρές, οι κούνιες είναι πολύ λιγότερες, οι μισές από αυτές είναι παλιές και ξεχαρβαλωμένες και τα παγκάκια πολύ στενεμένα για να μην κάθονται οι άστεγοι. Όσο λοιπόν κι αν συνεννοηθούν τα παιδάκια, ποτέ κανένα δεν θα χορτάσει να κάνει κούνια, γιατί πάντα θα υπάρχουν πολλά που θα περιμένουν τη σειρά τους για πολύ ώρα, ενώ οι γονείς τους εκνευρισμένοι θα τα πιέζουν για να φύγουν, αφού δεν θα βολεύονται στα παγκάκια. Για αυτό και όχι επειδή δεν θα είναι ώριμα και διαλλακτικά.



Τι μένει λοιπόν; Μένει να δεχτούν όλοι, και κυρίως οι φιλελεύθεροί μας, πως στις καλές παιδικές χαρές τα παιδάκια μπορούν και συνενοννούνται όχι επειδή είναι από κάποια άλλη, καλύτερη, πάστα, αλλά επειδή έχουν πιο πολλές και καλές κούνιες. Και να φροντίσουν, άρα, να αποκτήσουν και τα άλλα παιδάκια, στις άλλες περιοχές, καλύτερες παιδικές χαρές. Και τότε θα δουν πως αυτά ξαφνικά θα συνεννοούνται καλύτερα, χωρίς να έχουν αλλάξει την νοοτροπία τους. Αλλιώς, να ξέρουν πως όταν δεν θέλουν να στερήσουν καμιά κούνια από τους πάνω για τη δώσουν στους κάτω, τότε τα κάτω παιδάκια, αυτά τα ανώριμα και ασυνεννόητα, κάποια στιγμή ανεβαίνουν προς τα πάνω για να κάνουν μια άλλη συνεννόηση. Αλλά τότε, δεν μιλάνε την ίδια γλώσσα με τα πάνω. Και όχι επειδή δεν έχουν μάθει να συζητάν. Αλλά επειδή δεν έχουν, πια, τίποτα να συζητήσουν.


[1]    Ο Θ. Τζήμερος πρότεινε να πληρώνονται οι μετανάστες επισήμως με μισθούς Βουλγαρίας, ενώ ο Στ. Θεοδωράκης τη μία μέρα έλεγε για το δικαίωμα ψήφου των μεταναστών και την επόμενη πως πρέπει να φεύγουν από την χώρα αμέσως μόλις χάνουν τη δουλειά τους. Πρακτικά, δηλαδή, με το που χάνει τη δουλειά του να χάνει και το δικαίωμα ψήφου! 

«Το πού, το τί, το πώς» ή η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ για μεγάλους και μικρούς


Όλες οι συζητήσεις γύρω από το τι θέλει και -κυρίως- τι μπορεί να κάνει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ εξελίσσονται πάνω σε τρία ερωτήματα. Σε τρεις απορίες του κόσμου, σε τρία παγιδευμένα πεδία που προσπαθούν να στήσουν μπροστά του οι πολυάριθμοι αντίπαλοί του, δηλωμένοι κι αδήλωτοι.


Μιλάμε, λοιπόν, για ποσά που δεν επιβαρύνουν το δημόσιο χρέος, δεν δημιουργούν ανάγκες νέας δανειοδότησης της χώρας και ως εκ τούτου το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης δεν μπαίνει καν στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης με την Τρόικα. Κυρίως, όμως, δεν μπαίνει στη διαπραγμάτευση γιατί περιλαμβάνει τα ελάχιστα μέτρα που μπορεί κανείς να πάρει για να βάλει ένα φρένο στην ανθρωπιστική κρίση. Αν δεν ήταν να εφαρμοστούν τέτοια μέτρα δεν θα υπήρχε απολύτως κανένας λόγος για να έρθει μια κυβέρνηση της Αριστεράς. Κι αυτή η διάσταση, η πολιτική, και όχι η στενά λογιστική, είναι το πιο ουσιαστικό κομάτι του ζητήματος των μέτρων: η αναγκαιότητά τους.Αρχικά, οι δύο, πιο τεχνικές ερωτήσεις. Πρώτη και κύρια, το περίφημο «πού θα βρείτε τα λεφτά;». Δεν είναι πια αυτό δύσκολο. Για το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης και όλα του τα μέτρα για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης (την αύξηση του κατώτατου μισθού και της σύνταξης, την επιστροφή των δώρων στους χαμηλοσυνταξιούχους, το δωρεάν ρεύμα σε 300.000 νοικοκυριά κάτω από το όριο της φτώχειας, την επιδότηση σίτισης 300.000 άπορων οικογενειών, την εξασφάλιση στέγης με επιδότηση ενοικίου και την προστασία των σπιτιών από τις τράπεζες, την νοσοκομειακή περίθαλψη για όλους, τη ριζική μείωση του φόρου στο πετρέλαιο θέρμανσης και άλλα μέτρα – βλ. εδώ) υπάρχει κοστολόγηση στα 12 δισ. ευρώ και έχουν οριστεί οι πηγές της χρηματοδότησής του: 3 δισ. από τα δεδομένα πακέτα του ΕΣΠΑ, 3 δισ. από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (τα χρήματα που έχουν δοθεί για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και μπορούν να χρησιμοποιηθούν), 3 δισ. από την επανεκκίνηση της οικονομίας με τη ρύθμιση των χρεών (από τις δόσεις που θα αρχίσουν να καταβάλλονται από τους πολίτες αμέσως, μόλις κουρευτούν και διακανονιστούν τα χρέη τους προς το δημόσιο) και 3 δισ. από την φοροδιαφυγή, που μπορούν να προκύψουν άμεσα, με τις πρώτες κινήσεις του φορολογικού ελεγκτικού μηχανισμού που θα σταματήσει να κάνει ελέγχους σε… κομμωτήρια και περίπτερα και θα ελέγξει επί τόπου τα μεγάλα εισοδήματα. Ειδικότερα, η αύξηση του κατώτατου μισθού θα βοηθήσει κι αυτή τους πολίτες με χρέη στο δημόσιο να εξοφλήσουν ένα μέρος τους, άρα και πάλι τα δημόσια οικονομικά ευνοούνται.

Το δεύτερο ερώτημα είναι το «τι θα κάνετε αν η Τρόικα σας πει “όχι”;». Η νέα κυβέρνηση της Ελλάδας λοιπόν (και όχι απλώς ο ΣΥΡΙΖΑ, το κρατάμε αυτό) θα πάει στους εταίρους μας και θα πει, κοντολογίς: «Το παιχνίδι που παίζουμε όλοι εδώ στην Ευρώπη είναι η δημοκρατία. Δημοκρατικά, λοιπόν, ο λαός μας εγκατέλειψε τις προηγούμενες πολιτικές που υποβάθμισαν δραματικά τη ζωή του και επέλεξε ένα νέο πρόγραμμα. Αφού, λοιπόν, όλοι σεβόμαστε τους κανόνες του παιχνιδιού και καταλαβαίνουμε ότι την πολιτική των Μνημονίων δεν την απέρριψε απλώς ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ο ίδιος ο ελληνικός λαός, θα πρέπει να το δεχτείτε και να συζητήσουμε σε αυτή τη βάση μία νέα, διαφορετική συμφωνία». Αν η ΕΕ επέλεγε να μην το σεβαστεί αυτό, αν επέλεγε να εκβιάσει τον ελληνικό λαό και να παραβιάσει την ίδια τη δημοκρατία επιβάλλοντας του όχι αυτό που ψήφισε, αλλά αυτό που καταψήφισε, εδώ θα είχαμε ένα απείρως μεγαλύτερο ζήτημα από τη διευθέτηση του ελληνικού χρέους: μια βόμβα στα θεμέλια της ΕΕ, που θα είχε αποφασίσει να φερθεί στην Ελλάδα όχι σαν ισότιμη δημοκρατική χώρα, αλλά σαν αποικία! Και, ασφαλώς, θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί πολύ διαφορετικά.

Υποστηρίζουμε όμως πως δεν θα φτάσουμε με τίποτα εκεί. Πρώτα, για οικονομικούς λόγους. Διότι η ΕΕ δεν μπορεί να σηκώσει οικονομικά την αποχώρηση μιας χώρας από το ευρώ. Κι αυτό το λένε ποια πάρα πολλές επίσημες φωνές στο εξωτερικό (Financial Times, Bloomberg, Guardian, Γερμανικό Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών), που ξορκίζουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Ενδεικτικά, η γερμανική εφημερίδα Die Welt υποστήριξε πως ένα κούρεμα του χρέους της Ελλάδας μπορεί να κοστίσει 40 δισ ευρώ στη Γερμανία, ενώ η έξοδος της Ελλάδας από την ΟΝΕ, 70 δισ! Αυτό θα ρίξει πάρα πολύ τη δύναμη του ευρώ και θα διαλύσει την πολιτική ισχύ της ΟΝΕ, που βασίζεται ακριβώς στο ότι όποιος μπαίνει δεν βγαίνει. Δεύτερον, για πολιτικούς λόγους. Διότι ακόμη κι αν η Ελλάδα έφευγε από την ΟΝΕ, τι θα έκανε μετά η Γερμανία με την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ιταλία, που έχουν αντίστοιχα προβλήματα; Θα είχε ανοίξει το δρόμο για να φύγουν και αυτές, άρα για να διαλυθεί η Ευρωζώνη.

Από την άλλη, όταν το ίδιο ερώτημα απευθύνεται στα στελέχη της κυβέρνησης, για το πως θα αντισταθούν στις απαιτήσεις της Τρόικας και αν έχουν εναλλακτικό σχέδιο για την ασφάλεια της χώρας, τότε η κούφια απάντηση που δίνεται είναι του τύπου «με εμάς ως συνομιλητές η Τρόικα θα δεχτεί να λάβει πιο ήπια μέτρα». Όμως, όλα τα ως τώρα μέτρα, αλλά και το περίφημο mail Χαρδούβελη που η κυβέρνηση προσπάθησε να κρατήσει κρυφό αλλά διέρρευσε και αποδεικνύει πως αν ξαναβγεί η Νέα Δημοκρατία θα εφαρμόσει ακόμη σκληρότερα μέτρα, δείχνουν πως η κυβέρνηση είναι σίγουρη πως θα υπάρξει συμφωνία με την Τρόικα, επειδή στην πραγματικότητα δεν θα υπάρξει καμία διαπραγμάτευση, αλλά πλήρης αποδοχή των αιτημάτων της, γιατί τελικά αποτελούν και δικούς της στόχους.

Αλλά επειδή, όπως ήδη είπαμε, η κρίσιμη διάσταση δεν είναι η τεχνική, αλλά η πολιτική, ας πάμε λίγο παρακάτω κι ας κάνουμε μια μικρή προσομοίωση. Η νέα ελληνική κυβέρνηση συναντιέται στην Ευρώπη με τους εταίρους μας ως ισότιμη και ανακοινώνει πως: 1) Το χρέος της Ελλάδας δεν είναι βιώσιμο 2) Η αποπληρωμή του χρέους δεν μπορεί να προχωράει σε βάρος της ζωής των Ελλήνων, με κόστος την εξαφάνιση όλων των κοινωνικών και ανθρώπινων δικαιωμάτων. 3) Για αυτό ζητάμε τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του ονομαστικού χρέους και ρήτρα ανάπτυξης, δηλαδή το να πληρώνουμε δόσεις μόνο όταν η οικονομία μας έχει ανάπτυξη. Αλλιώς, προτεραιότητα μας θα είναι οι ανάγκες των ανθρώπων. Τι είναι αυτό που ζητάμε λοιπόν; Ακριβώς ό,τι ίσχυσε και για τη Γερμανία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν το 1953 διεγράφη το μεγαλύτερο μέρος του χρέους της. Τον μόνο τρόπο για να συνεχίσει η Ευρώπη να αποτελεί ενιαίο και αλληλέγγυο χώρο. Και πάλι όμως το ερώτημα επιμένει: Και γιατί να τα δεχτούν όλα αυτά στην ΕΕ; Πως θα τους υποχρεώσετε; Και ποιος θα συμμαχήσει μαζί μας;

Υπάρχει εδώ μία εξαιρετικά κρίσιμη λεπτομέρεια. Ότι αυτό το πακέτο που θα διεκδικήσει όχι ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά η ελληνική κυβέρνηση, η κυβέρνηση δηλαδή μιας χώρας ισότιμου μέλους της ΕΕ, δεν ευνοεί μόνο την Ελλάδα. Ευνοεί και τις άλλες χώρες με αντίστοιχα προβλήματα, την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ιρλανδία, ακόμη και την Ιταλία. Στην Ισπανία και την Ιρλανδία, μάλιστα, στις δημοσκοπήσεις έρχονται και εκεί πρώτα δύο κόμματα της Αριστεράς, το Podemos και το Sin Fein, με πρόγραμμα όμοιο με του ΣΥΡΙΖΑ. Επομένως, τώρα το ερώτημα θα το βάλουμε εμείς: Πόσο εύκολο θα είναι για τον Ιταλό κεντροδεξιό, τον Ισπανό δεξιό, τον Πορτογάλο δεξιό και τον Ιρλανδό δεξιό πρωθυπουργό να αρνηθούν ένα πρόγραμμα που μπορεί να μην συμφωνεί με τις ιδέες και τα συμφέροντά τους, αλλά ευνοεί τους πολίτες τους; Θα ρισκάρουν μια ανατροπή τους; Πως θα αντισταθούν στις πιέσεις του κόσμου τους, από την ώρα που θα έχει πια φανεί με την στάση της ελληνικής κυβέρνησης και του ΣΥΡΙΖΑ πως η πολιτική της Γερμανίας και των Μνημονίων μπορεί να αμφισβητηθεί; Και κάτι ακόμη. Ας μην βλέπουμε την πραγματικότητα ως κάτι στατικό, σαν μια φωτογραφία που δεν αλλάζει. Η πραγματικότητα είναι δυναμική. Οι αντιφάσεις του συστήματος και οι εσωτερικοί του ανταγωνισμοί είναι υπαρκτοί. Οι πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις, ακόμη και στην Ιταλία και τη Γαλλία αλλά και την ίδια τη Γερμανία που συμμετέχουν στα δίκτυα εξουσίας αλλά αντιτίθενται στην πολιτική της Μέρκελ, ακόμη κι αν δεν είναι πολύ ριζοσπαστικές, είναι υπαρκτές και ήδη εκδηλώνονται δημοσίως.

Τα πρώτα δύο ερωτήματα τα θέτουν κυρίως πολίτες μεγαλύτερης ηλικίας και όσοι παρακολουθούν την κατάσταση αποστασιοποιημένοι από την κοινωνική κίνηση. Στην πραγματικότητα, είναι οι ερωτήσεις που θέτουν τα δελτία ειδήσεων των οκτώ. Υπάρχει όμως και το τρίτο ερώτημα, που αγγίζει πιο πολύ την ουσία του ζητήματος και το θέτουν σχεδόν αποκλειστικά οι νεότεροι. Αυτό θα μπορούσε να συμπυκνωθεί ως εξής: «Εγώ δεν φοβάμαι ότι θα μας βγάλουν έξω από την ΟΝΕ και πιστεύω πως θα καταλήξουμε σε μια κάποια συμφωνία για το χρέος. Αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ μου υπόσχεται πως θα αυξήσει το μισθό μου στα 751 ευρώ. Πώς θα γίνει αυτό, σε μια ρημαγμένη οικονομία, και στις μικρές επιχειρήσεις; Και, κυρίως, πώς θα αναγκάσει την επόμενη μέρα τον εργοδότη μου να δώσει αυτά λεφτά;»

Στο πρώτο απαντάμε πως η αύξηση των μισθών είναι αναπτυξιακό μέτρο, γιατί θα φέρει χρήματα στην αγορά, θα την επανακινήσει και έτσι θα μπορέσουν να βγουν και οι μισθοί. Άλλωστε, μέχρι τώρα η μείωση των μισθών δεν έφερε μεγαλύτερες επενδύσεις. Έφερε μόνο μείωση της αγοραστικής δύναμης του κόσμου, άρα μείωση των πωλήσεων, άρα απολύσεις και κλείσιμο επιχειρήσεων, δηλαδή αύξηση της ανεργίας. Και το βαρέλι αυτό δεν έχει πάτο. Καιρός, λοιπόν, να δοκιμάσουμε μια άλλη μέθοδο.

Το τελευταίο ερώτημα όμως βρίσκει τον στόχο στην πιο βαθιά πολιτική ουσία του ζητήματος. Και ο ΣΥΡΙΖΑ εδώ έχει απαντήσει προ πολλού: Δεν είναι Μεσσίας και σωτήρας και δεν λέει σε κανέναν «ψήφισέ με κι άσε με να σου λύσω όλα σου τα προβλήματα». Χωρίς την στήριξη και τη δράση του κόσμου μετά τις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να σώσει κανέναν. Έτσι λοιπόν, η κυβέρνηση της Αριστεράς θα αυξήσει με νόμο τον κατώτατο μισθό, θα ξαναθεσπίσει την κυριακάτικη αργία υπέρ των εργαζομένων και των μικρών και μεσαίων καταστηματαρχών, θα στήσει ξανά στα πόδια της την επιθεώρηση εργασίας για να ελέγχει τους εργοδότες για τις σχετικές παραβάσεις και θα φτιάξει νόμους που θα ευνοούν τη συλλογική δράση και τους αγώνες των εργαζόμενων και δεν θα επιτρέπουν στα δικαστήρια να βγάζουν εννιά στις δέκα απεργίες «παράνομες και καταχρηστικές». Αλλά εδώ αρχίζει η ευθύνη του κόσμου, των ίδιων των εργαζόμενων που θα πρέπει να εκμεταλλευτούν αυτό το νέο πλαίσιο, να οργανωθούν και να αγωνιστούν συλλογικά και αλληλέγγυα για τα συμφέροντά τους. Η παρουσία μιας αριστερής κυβέρνησης δεν θα εξαφανίσει τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς και τα συγκρουόμενα συμφέροντα των κοινωνικών τάξεων και ομάδων. Αλλά θα φτιάξει καλύτερες συνθήκες για να κρίνονται αυτοί οι ανταγωνισμοί υπέρ των πολλών. Σε τελευταία ανάλυση, λοιπόν, η κυβέρνηση και οι πολίτες θα βρίσκονται σε μία σχέση που θα θυμίζει ένα αμφίδρομο τανγκό. Ο ένας θα τραβάει τον άλλο πιο αριστερά, ο ένας θα ανοίγει δρόμους στον άλλο. Η κυβέρνηση στον κόσμο, ο κόσμος στην κυβέρνηση. Γιατί καμιά μεγάλη αλλαγή δεν επιτεύχθηκε χωρίς τη δραστηριοποίηση του κόσμου και η Ελλάδα και η Ευρώπη χρειάζονται μεγάλες αλλαγές. Γιατί η Αριστερά υπάρχει για να αλλάζει τις δομές και τις συνθήκες, όχι να τα αφήνει ίδια και να τα διαχειρίζεται. Για αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα είναι απλώς «ένα ΠΑΣΟΚ που δεν θα κλέβει». Αλλά μία άλλη κυβέρνηση, που κανείς ως τώρα δεν έχει ξαναδεί στην Ελλάδα. Μία κυβέρνηση που θα δώσει χώρο έκφρασης στον κόσμο, που θα μεταβιβάσει στους πολίτες κάποιες από τις εξουσίες της. Για να φτιάξει τις δικλίδες ασφαλείας που επιτρέψουν στους πολίτες να δημιουργήσουν τις δικές τους κατακτήσεις, που κανείς δεν θα μπορεί να διανοηθεί να τους στερήσει.

Τα τρία αυτά ερωτήματα συμπυκνώνουν όλα όσα θα ακούσουμε στην προεκλογική περίοδο. Οδηγούν σε μια διπλή ανάγκη. Οι μεγάλοι να σταματήσουν να φοβούνται πως τα πάντα μπορούν να διαλυθούν και οι νέοι να πιστέψουν πως τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν. Οι μεγάλοι να σταματήσουν να φοβούνται και οι νέοι να αρχίσουν να ελπίζουν. Για τη μεγάλη ανατροπή και τη μεγάλη συμπόρευση πριν, αλλά κυρίως μετά τις εκλογές. Για να ζήσουμε αλλιώς. Γιατί έχουμε μόνο μια ζωή και δεν θα την περάσουμε σκυφτοί. Αλλά θα ζήσουμε μαζί μια από αυτές τις στιγμές της Ιστορίας που οι άνθρωποι κοιτάνε τον ήλιο θαρρετά και ορίζουν τις ζωές τους, τιμώντας το όνομα του ανθρώπου και πετώντας από πάνω τους αυτούς που το προσβάλουν.