Δευτέρα 5 Μαΐου 2014

Το Μνημόνιο στην παιδεία: τα παιδιά-λάστιχα και άλλα κατορθώματα

https://barikat.gr/content/mnimonio-stin-paideia-ta-paidia-lastiha-kai-alla-katorthomata



«Και αν το Μνημόνιο δεν είναι λάθος;». Έτσι ξεκινά προηγούμενο άρθρο του barikat και η ερώτηση αυτή εμπεριέχει την απάντηση. Η πολιτική της λιτότητας που υλοποιείται με τα Μνημόνια δεν είναι απλώς μια σειρά λογιστικών πράξεων και περικοπών, δεν είναι μόνο ένα σχέδιο εξοικονόμησης πόρων, ένα σχέδιο που τελικά “δεν βγαίνει”, γιατί το χρέος αυξάνεται. Αντιθέτως, η λιτότητα είναι ένα εξαιρετικά επιτυχημένο εργαλείο για να υλοποιηθεί μία συνολική αλλαγή του κοινωνικού οικοδομήματος και του τρόπου λειτουργίας του και να προκύψει ένα νέο σημείο ισορροπίας των κοινωνικών δυνάμεων. Μέσω των πολιτικών λιτότητας και του εκβιασμού της Τρόικας επιβάλλονται αλλαγές που και τα προηγούμενα χρόνια οι κυρίαρχες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις ήθελαν αλλά δεν μπορούσαν να υλοποιήσουν: στις εργασιακές σχέσεις, στα ασφαλιστικά δικαιώματα, στην φορολογική πολιτική, στις πολιτικές και κοινωνικές ελευθερίες, στη λειτουργία του κοινοβουλίου, στη διάκριση των εξουσιών, παντού.

Μετά τα εργασιακά, το πεδίο όπου έχουν γίνει οι μεγαλύτερες τομές, οικονομικές και θεσμικές, και όπου ο πραγματικός σκοπός των μέτρων γίνεται πιο σαφής, είναι η Παιδεία. Με το σκεπτικό λοιπόν που παρουσιάσαμε πριν, ας δούμε ποιες είναι αυτές οι τομές και που αποσκοπούν, πέρα από την “περικοπή εξόδων” και τη διασφάλιση του -περίφημου και φανταστικού- “πρωτογενούς πλεονάσματος”.

“Δη δει χρημάτων”: υλικές και έμψυχες περικοπές
Εκεί όπου πρώτα από όλα διαγράφεται το νέο τοπίο της δημόσιας εκπαίδευσης είναι ο προϋπολογισμός της. Η δημόσια χρηματοδότηση μειώθηκε το διάστημα 2009-20014 κατά 35,5% και σχεδιάζεται μείωση της κατά 47% ως το 2016. Έπεσε έτσι στο 2,51% του ΑΕΠ το 2013 και θα φτάσει στο 2,15% το 2016. Ενδεικτικά,ο μέσος όρος των αντίστοιχων δαπανών στην Ευρώπη βρίσκεται σχεδόν στο 5% του μέσου ΑΕΠ.1

Στην Πρωτοβάθμια και τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση έκλεισαν από το 2011 πάνω από 1.200 σχολεία και 120 Επαγγελματικές Σχολές (ΕΠΑΣ). Για το 2014 προβλέπονται 1676 νέες συγχωνεύσεις σχολείων. Μαζί τους καταργήθηκαν πολύτιμες υποστηρικτικές δομές (ενισχυτική διδασκαλία, σχολικές βιβλιοθήκες, συμβουλευτικοί σταθμοί και δομές Σχολικού Επαγγελματικού Προσανατολισμού, ενώ το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο δεν θα λειτουργήσει  ούτε το 2014), σε μια προσπάθεια να εξοικειωθούν οι πολίτες με την ιδέα ότι το κράτος θα προσφέρει δωρεάν μόνο τα απολύτως απαραίτητα. Για τα υπόλοιπα ή πληρώνεις ή απλώς τα στερείσαι.

Και αφού έχουμε πια τόσο λίγα σχολεία, τι να τους κάνουμε τους εκπαιδευτικούς; Και στις δύο βαθμίδες λοιπόν απολύθηκαν 10.000 αναπληρωτές αποκαλύπτοντας σε τι αποσκοπούσε αυτός ο θεσμός: να υπάρχουν άνθρωποι που ενώ καλύπτουν πάγιες ανάγκες, να βρίσκονται σε ομηρεία πελατειακών δικτύων και επιπλέον να μπορούν να “απολυθούν” ανά πάσα στιγμή, παρακάμπτοντας την συνταγματική απαγόρευση για απολύσεις στο δημόσιο.2

Έτσι, έχουμε συνολικά 30.000 λιγότερους εκπαιδευτικούς, δηλαδή μείωση κατά 30% από το 2010.3

Και επειδή προφανώς και πάλι τους έβρισκαν πολλούς, οι κυβερνητικοί ιθύνοντες έστειλαν με υποχρεωτική μετάταξη 5.000 εκπαιδευτικούς στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και σε διοικητικές θέσεις. Τα κενά, λοιπόν, καλύπτονται εκ των έσω, διαμοιράζοντας το ελλιπές προσωπικό. Και παράλληλα, αυξάνεται ο αριθμός των μαθητών ανά τμήμα από 25 στους 30 και γίνονται υποχρεωτικές μετακινήσεις μαθητών σε άλλα σχολεία, ώστε να βγαίνουν λιγότερα τμήματα που θα χρειάζονται και λιγότερους καθηγητές.

Συνολικά για τους εκπαιδευτικούς και των δύο βαθμίδων οι ετήσιες αποδοχέςμειώνονται από 22% έως και 45% για τους νεοδιοριζόμενους εκπαιδευτικούς. Ο εισαγωγικός μισθός είναι 640 ευρώ (από 1070) και ο καταληκτικός 1400 ευρώ (από 1600) καθαρά. Μεγάλες μειώσεις γίνονται και στις συντάξεις και το εφάπαξ. Και επειδή δεν έφταναν αυτά, το ωράριο των εκπαιδευτικών αυξάνεται κατά δύο ώρες. “Σιγά το πράγμα”, θα πει κανείς. “Τι είναι δύο ώρες παραπάνω δουλειά, αν είναι να διασφαλίσεις έτσι τη θέση σου; Άλλωστε, όλοι πρέπει να κάνουμε θυσίες”. Μόνο που εξαιτίας αυτών των δύο παραπάνω ωρών, όχι απλώς δεν γίνονται νέες προσλήψεις, αλλά χιλιάδες εν ενεργεία εκπαιδευτικοί χαρακτηρίζονται ως υπεράριθμοι και μπαίνουν σε υποχρεωτική κινητικότητα! Υποχρεώνονται δηλαδή να μετατεθούν οπουδήποτε στην Ελλάδα, διαλύοντας οικογενειακούς προγραμματισμούς, προβαίνοντας σε «εκτός έδρας» έξοδα (ενοίκια, καύσιμα κλπ) και σε μια σειρά μετακινήσεων σε μέχρι και 4 διαφορετικά σχολεία εβδομαδιαίως, προκειμένου να συμπληρώσουν το νέο τους ωράριο. Δηλαδή, η «εξοικονόμηση» περίπου 215.000.000 ευρώ (είπαμε, πρέπει να μας βγει το “πρωτογενές πλεόνασμα”) προκύπτει από την απώλεια θέσεων εργασίας και την οικογενειακή ταλαιπωρία των εκπαιδευτικών. Και φυσικά, για να υποστηριχτούν όλα αυτά επιστρατεύεται η ισοπεδωτική προπαγάνδα για τους τεμπέληδες εκπαιδευτικούς και αποκρύπτεται ότι ο μέσος χρόνος εργασίας του κλάδου στις χώρες της Ευρώπης είναι 18,5 ανά εβδομάδα, όσος δηλαδή ήταν ως τώρα και ο μέσος όρος στην Ελλάδα.

Μια θεσμική αλλαγή: το κουβάρι αρχίζει να ξετυλίγεται

Ας δούμε τώρα τι άλλα μέτρα συνοδεύουν τις περικοπές. Για να καταλάβουμε έτσι ότι στην πραγματικότητα δεν τις συνοδεύουν απλώς, αλλά είναι αυτά ο βασικός πολιτικός στόχος, αφού αλλάζουν το πλαίσιο της εκπαίδευσης. Και το νέο αυτό πλαίσιο περιέχει πολύ περισσότερα ταξικά φίλτρα και αποσκοπεί στο σπάσιμο του “ταμπού” της δημόσιας δωρεάν εκπαίδευσης, στο να αποδεχτούν δηλαδή οι πολίτες πως το κράτος δεν είναι υποχρεωμένο να τους εξασφαλίζει πρόσβαση σε ποιοτική δωρεάν εκπαίδευση, όπως αντιστοίχως πως πρέπει να πληρώνουν για να εξετάζονται και να νοσηλεύονται σε δημόσια νοσοκομεία. Αλλά πάνω από όλα, το νέο πλαίσιο στοχεύει στο να εμπεδωθεί απολύτως το μοντέλο του ελαστικού εργαζόμενου, χωρίς δικαιώματα και απαιτήσεις. Είπαμε, κάποιοι κάνουν την κρίση ευκαιρία, με τον δικό τους τρόπο και για τα δικά τους συμφέροντα.

Έτσι λοιπόν, μέσα σε όλα αυτά τα μέτρα “δημοσιονομικής πειθαρχίας” βρήκε το υπουργείο την ευκαιρία να αλλάξει το εξεταστικό σύστημα στα Λύκεια για το απολυτήριο και την πρόσβαση στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Έτσι, θεσπίζονται πλέον πανελλήνιες εξετάσεις από την Α΄ Λυκείου, φτάνοντας συνολικά στις τρεις τάξεις τα 39 μαθήματα. Το αποτέλεσμα είναι αυτονόητο και θα προκύψει από τον κανόνα του ανταγωνισμού μεταξύ των μαθητών: τα φροντιστήρια θα αρχίζουν πλέον από την Α΄ Λυκείου.4

Οι συνέπειες; Για όσες οικογένειες το αντέχουν, ακόμη μεγαλύτερα ιδιωτικά έξοδα. Από τους υπόλοιπους, που πλέον είναι οι περισσότεροι, πολλοί δεν θα μπουν καν στον κόπο να συνεχίσουν την εκπαίδευση μετά το Γυμνάσιο, για αυτό και αναμένεται μεγάλη αύξηση της μαθητικής διαρροής, φτάνοντας μέχρι και το ένα τρίο των μαθητών.5 Ήδη, σήμερα είναι η πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας μετά τη Μεταπολίτευση, που μειώθηκε ο αριθμός των κατόχων απολυτηρίου Λυκείου.

Αξίζει εδώ να σημειώσουμε πως στην αιτιολογική έκθεση του σχετικού νόμου ο -καθηγητής σε πανεπιστήμιο κοινωνικών επιστημών- υπουργός παιδείας, αποδίδει την μαθητική διαρροή στο ότι κάποια παιδιά απλώς δεν προσπαθούν αρκετά, αδιαφορούν και τεμπελιάζουν, ουσιαστικά στο ότι “δεν παίρνουν τα γράμματα”. Και πως γίνεται όμως, τα παιδιά που δυσκολεύονται περισσότερο να ανταποκριθούν να προέρχονται κατά συντριπτική πλειονότητα από αδύναμα οικονομικά στρώματα και υποβαθμισμένες περιοχές; Δεν παίζει αυτό κανένα ρόλο για τον υπουργό με την νεοφιλελεύθερη σκέψη; Ή μήπως θα γυρίσουμε σε αντιλήψεις του 18ου αιώνα πως οι φτωχοί είναι φτωχοί επειδή είναι χαζοί; Μήπως θα πρέπει να δούμε τους φτωχότερους σαν εχθρούς; Μα ναι, εκεί είναι το θέμα! Γιατί όταν η αιτιολογική έκθεση του νόμου λέει πως “Ορισμένοι μαθητές λόγω του ότι δεν διαθέτουν την προαπαιτούμενη γνωστική επάρκεια νοιώθουν μειονεκτικά, αλλά και εκτός αυτού παρακωλύουν την απρόσκοπτη μάθηση των άλλων, φαινόμενο το οποίο στις μέρες μας έχει πάρει διαστάσεις και πρέπει να μας προβληματίσει”,χωρίς να εξετάζει τις κοινωνικές αιτίες, τότε δείχνει έναν απειλητικό - και χρήσιμο - εσωτερικό εχθρό. Δείχνει σε κάποιους μαθητές ως υπεύθυνους για ενδεχόμενη αποτυχία τους στην ατομιστική ζούγκλα των Πανελληνίων εξετάσεων, όχι το εξοντωτικών ρυθμών σύστημα αλλά κάποιους άλλους μαθητές! (βλέπε: Κανιβαλισμός για αρχάριους: μια ματιά στο «νέο λύκειο»).

Και αφού δείξαμε τον εχθρό, ποιο είναι το επόμενο βήμα; Να τον εκδιώξουμε. Για αυτό τα “προβληματικά” παιδιά ή θα φύγουν από το σχολείο ή θα στραφούν στην επαγγελματική εκπαίδευση. Λέει η ίδια αιτιολογική έκθεση: «Οι μαθητές σε ποσοστό 75% επιλέγουν το γενικό λύκειο και σε ποσοστό 25% επιλέγουν τις δομές της επαγγελματικής εκπαίδευσης [...]Η σημασία της επαγγελματικής εκπαίδευσης είναι ιδιαίτερα κρίσιμη στις παρούσες συνθήκες, εν μέσω μιας πρωτοφανούς κρίσης η οποία έχει εκτινάξει τα ποσοστά ανεργίας των νέων σε δυσθεώρητα ύψη και η αναμόρφωση της επαγγελματικής εκπαίδευσης μπορεί να αποτελέσει έναν βασικό άξονα αντιμετώπισης του προβλήματος της ανεργίας».Δηλαδή, δεν είστε άνεργοι επειδή δεν υπάρχουν θέσεις εργασίας, αλλά επειδή θέλατε όλοι να σπουδάζετε και δεν έχετε τεχνική κατάρτιση! Τι ωραία...

Γυμνάσιο-ΙΕΚ-μετανάστευση: ένα Μνημόνιο δρόμος
Ας αγνοήσουμε λοιπόν το ότι και στους τεχνικούς κλάδους τα ποσοστά ανεργίας είναι προφανώς τεράστια κι ας πατήσουμε την πεπονόφλουδα. Πάμε λοιπόν όλοι μας στην Επαγγελματική Εκπαίδευση. Όμως, κι εδώ το παιχνίδι είναι στημένο!
Από τον Σεπτέμβριο του 2013, 2100 εκπαιδευτικοί της επαγγελματικής εκπαίδευσης τέθηκαν σε διαθεσιμότητα, με τον κίνδυνο της απόλυσης. Εντελώς συμπτωματικά, αυτό οδήγησε στην κατάργηση των τριών πιο δημοφιλών τομέων στα δημόσια Επαγγελματικά Λύκεια και στις Επαγγελματικές Σχολές (υγείας-πρόνοιας, εφαρμοσμένων τεχνών, αισθητικής-κομμωτικής). Σας θυμίζουν κάτι; Μα βέβαια, είναι οι ειδικότητες που διδάσκονται στα ιδιωτικά ΙΕΚ και στα Κολέγια! Και έτσι, οι χιλιάδες μαθητές που ξαφνικά είδαν την ειδικότητά που είχαν επιλέξει να καταργείται -αφού έχασαν και έναν ολόκληρο χρόνο που είχαν ήδη παρακολουθήσει σε αυτές τις ειδικότητες- αλλά και όλοι οι υπόλοιποι που ήθελαν να τις ακολουθήσουν, μένουν μπροστά σε έναν μονόδρομο: να γίνουν η μεγάλη πελατεία που το κράτος με χαρά ρίχνει στην αγορά της ιδιωτικής εκπαίδευσης!6

Κι αν σε αυτά προσθέσουμε το ότι στα ΕΠΑΛ οι μαθητές θα εξετάζονται και αυτοί πανελλαδικά και στις τρεις τάξεις, και μάλιστα χωρίς να μπορούν αν αποτύχουν να επανεξεταστούν τον Σεπτέμβριο, τότε η ουρά για τα ιδιωτικά ΙΕΚ μεγαλώνει ακόμη περισσότερο και Χαράς Ευαγγέλια ακούγονται για τα εκπαιδευτικά μαγαζιά, όπως το ΙΕΚ ΑΚΜΗ, που προσφέρει όλες τις ειδικότητες που καταργήθηκαν από τα ΕΠΑΛ και που στα εγκαίνια των νέων εγκαταστάσεων του παραβρέθηκε ο ίδιος ο υπουργός Παιδείας. Αλλά και το ΙΕΚ ΞΥΝΗ, ο ιδιοκτήτης του οποίου πέτυχε τον διακανονισμό της καταβολής των χρεών του στο ΙΚΑ σε... 400 χρόνια (άξιο μεγάλης απορίας το γιατί δεν έχει αξιοποιηθεί ήδη στις διαπραγματεύσεις με την Τρόικα), ενώ ως κεντρικό ομιλητή σε εκδήλωση της επιχείρησής του είχε τον Άδωνι Γεωργιάδη.  Και μετά από όλα αυτά, για να είναι και σίγουρο πως θα έχει κοπεί εντελώς ο δρόμος των παιδιών προς το πανεπιστήμιο, καταργούνται τα ΕΠΑΛ και ιδρύονται στη θέση τους οι Σχολές Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΣΕΚ), με βασική διαφορά το ότι με το απολυτήριο των τελευταίων δεν θα μπορεί κανείς να δώσει εξετάσεις για είσοδο στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Σε ποια ευρωπαϊκή χώρα άραγεωθείται από τα δεκαπέντε ένα παιδί εκτός τυπικής εκπαίδευσης, χωρίς καμία δυνατότητα να επιστρέψει ποτέ;

Όλα αυτά λοιπόν, όπως είδαμε, υλοποιούνται με μοχλό πίεσης το νέο σύστημα εξετάσεων στο Λύκειο. Για την λειτουργία του οποίου τα έξοδα των εισαγωγικών εξετάσεων εκτοξεύονται από τα δύο εκατομμύρια στα έξι! Τελικά, φαίνεται πως για τις κρίσιμες μεταρρυθμίσεις “λεφτά υπάρχουν”, άρα ο στόχος δεν είναι η εξοικονόμησή τους. Τελειώσαμε λοιπόν; Κάθε άλλο. Γιατί υπάρχει κάτι ακόμη που δείχνει πως ο πραγματικός στόχος είναι η πλήρης εμπέδωση ενός νέου δυσμενέστερου για τους εργαζόμενους συσχετισμού δύναμης,ενός σκληρού μοντέλου εργασίας.

Για τους μαθητές της Επαγγελματικής Εκπαίδευσης προβλέπεται ένα τέταρτο έτος “Μαθητείας”, όπου οι μαθητές θα δουλεύουν για 28 ώρες και θα εκπαιδεύονται στο σχολείο μόλις για 7. Δηλαδή ένα έτος ουσιαστικά απλήρωτης και ανασφάλιστης εργασίας ανήλικων μαθητών, δώρο στους εργοδότες αλλά και στα διάφορα ιδιωτικά ΙΕΚ και ΚΕΚ που θα αναλαμβάνουν τη μαθητεία, θα τρέφονται με τα κρατικά χρήματα του ΕΣΠΑ και μετά θα μπορούν ακόμη και να νοικιάζουν τους μαθητευόμενους εργαζόμενους σε εταιρείες, κερδίζοντας χρήματα και από τη μεσιτεία! Είναι τέτοια δε η σημασία του θεσμού αυτού που τα κονδύλια που θα εκταμιευτούν από το ΕΣΠΑ για την υλοποίησή του είναι πολύ μεγάλα. Γιατί; Για δύολόγους. Πρώτον και κύριον, διότι έτσι θα αποδέχονται τα παιδιά από μικρή ηλικία το καθεστώς της επισφαλούς και κακοπληρωμένης απασχόλησηςκαι θα γίνονται οι “απασχολήσιμοι” και “ελαστικοί” εργαζόμενοι που το σύστημα χρειάζεται για να βγει από την κρίση του, την ίδια ώρα που θα στέλνει μαζικά τους υπόλοιπους στη μετανάστευση. Δεύτερον, όμως, οι 40.000 θέσεις μαθητείας που προβλέπονται δεν θα μπορούν να προσφερθούν μέσα από την διαλυμένη ελληνική οικονομία. Και τι θα γίνει τότε; Μα φυσικά οι 15χρονοι και 17χρονοι “μαθητευόμενοι” μέσω της κινητικότητας εντός της ΕΕ θα εξαχθούν σε άλλες χώρες και κυρίως στην Γερμανία. Δηλαδή, θα έχουμε μεταφορά ανθρώπων αλλά και πόρων από το ΕΣΠΑ που προορίζονται για την Ελλάδα σε άλλες χώρες. Μήπως τώρα οι συχνές επισκέψεις του Γερμανού υφυπουργού “Αναπτυξιακής Συνεργασίας” Φούχτελ σε Δήμους της Βόρειας Ελλάδας, όπου η ανεργία σαρώνει, αποκτούν κάποιο νόημα;

Ο στόχος όλων αυτών λοιπόν, είναι ο διαχωρισμός των μαθητών σε δυο διακριτές κατηγορίες. Σε μια μικρή ομάδα, όχι πάνω από 30% σύμφωνα με τις οδηγίες του ΟΟΣΑ, που μέσα από συνεχή ταξικά φίλτρα θα αποφοιτά από το Γενικό Λύκειο και θα εισάγεται στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση,  και μια δεύτερη, πολύ μεγαλύτερη κατηγορία μαθητών, με ελάχιστα στοιχεία γενικής παιδείας που θα προορίζεται για την κατάρτιση και την -τύπου δουλοπαροικίας- μαθητεία στις επιχειρήσεις.

Η Αθηνά κι ο Ιανός: τα δύο πρόσωπα μιας μεταρρύθμισης
Ας μην δημιουργηθεί όμως η εντύπωση πως αυτό το 30% προορίζεται για καμιά θέση κοινωνικής ελίτ. Ούτε καν για μια στοιχειωδώς άνετη διαβίωση. Οι μεταρρυθμίσεις στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση έρχονται να συμπληρώσουν τον ασφυκτικό μανδύα που ράβεται στις προηγούμενες βαθμίδες.

Και πρώτα από όλα, το Σχέδιο Αθηνά. Παρουσιάστηκε ως η επιτομή του νοικοκυρέματος του πανεπιστημιακού τοπίου στην Ελλάδα. Όμως, ο πραγματικός στόχος της κυβέρνησης δεν ήταν αυτός. Αυτό που έχουμε μπροστά μας είναι η πιο μεγάλη και αυταρχική προσπάθεια μεταρρύθμισης στο χώρο των πανεπιστημίων που έχει ζήσει αυτή η χώρα σε κοινοβουλευτική περίοδο. Μία προσπάθεια για τη δημιουργία μιας Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης που θα συμβάλει κεντρικά στο σχέδιο εσωτερικής υποτίμησης της ελληνικής κοινωνίας. Ενός Πανεπιστημίου που θα αναπαράγει την κοινωνική αγριότητα της εποχής των Μνημονίων. Το Σχέδιο αυτό θυμίζει λοιπόν λιγότερο την Αθηνά και περισσότερο τον αρχαίο θεό των Ρωμαίων, τον Ιανό, με τα δύο πρόσωπα.

Το Σχέδιο χαρακτηριζόταν από προχειρότητες και εντυπωσιασμούς (συγχώνευση άσχετων τμημάτων όπως το Λογοθεραπείας με το Εργοθεραπείας, ενοποίηση όλων των ξενόγλωσσων φιλολογιών, πρόταση κατάργησης του Προγράμματος Ψυχολογίας του ΦΠΨ και τελικά αναβάθμισή του σε αυτόνομο τμήμα κλπ), ενίσχυση τοπικών πελατειακών δικτύων (μεγάλη ενίσχυση της Λαμίας -εκλογικής περιφέρειας του αναπληρωτή υπουργού οικονομικών και διαχειριστή πακέτων του ΕΣΠΑ, Σταϊκούρα- με τμήματα ΤΕΙ, προσπάθεια μεταφοράς τμημάτων ΤΕΙ από τη Θεσσαλονίκη στις Σέρρες για να έχει πολιτική προίκα ο Κώστας Καραμανλής ο νεότατος, τιμωρία της Λιβαδειάς με την απομάκρυνση όλων των τμημάτων της προκειμένου να πληρώσουν οι κάτοικοι της το ότι στις εκλογές ανέδειξαν τον ΣΥΡΙΖΑ σε πρώτη δύναμη κλπ) και μείωση των δαπανών, για ένα φτηνό πανεπιστήμιο (η συγχώνευση των τμημάτων οδηγεί άμεσα σε μείωση του αριθμού των διοικητικών υπαλλήλων -ο πολύ μεγάλος απεργιακός αγώνας τους ανέδειξε το ότι 1.700 από αυτούς μπαίνουν σε καθεστώς διαθεσιμότητας και απόλυσης- αλλά και των καθηγητών, μέσω της μη αντικατάστασης όσων συνταξιοδοτούνται).

Το Σχέδιο αποσκοπεί επίσης στην ενίσχυση της αγοράς, της κερδοφορίας του μεγάλου κεφαλαίου. Κι εδώ αρχίζει να κουμπώνει πολύ καλά με τα προηγούμενα. Πρώτα-πρώτα, τα οι εγκαταστάσεις και οι υποδομές που μένουν κενές από τα Τμήματα που μεταφέρονται ή καταργούνται προορίζονται για άμεση ιδιωτικοποίηση μέσω του ΤΑΙΠΕΔ. Κυρίως όμως, με το Σχέδιο Αθηνά ευνοούνται και πάλι τα Κολλέγια, αφού (εντελώς συμπτωματικά!) οι ειδικότητες που καταργούνται από τα ΤΕΙ Αθήνας και Θεσσαλονίκης είναι αυτές που διδάσκονται  και εδώ από τα ιδιωτικά ΙΕΚ και τα Κολλέγια. Πόσο συμπτωματικό μπορεί λοιπόν να είναι το ότι το σχεδιασμό του χάρτη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης το υπουργείο τον ανέθεσε στον όμιλο του ΙΕΚ ΑΚΜΗ (με κόστος 137.000 ευρώ!), στον οποίο ανήκει και το Mediterranean College, που διδάσκει τα αντικείμενα που το Σχέδιο προτείνει να καταργηθούν από τα ΤΕΙ; Και πόσο σαφέστερη άραγε μπορεί να γίνει η σκληρά ταξική επιλογή της κυβέρνησης να πετάξει έξω από τα ΤΕΙ χιλιάδες παιδιά για να τα μετατρέψει σε πελατεία για τα Κολλέγια, μαζί με τα παιδιά που θα πεταχτούν έξω από το σχολείο, μέσω των Πανελληνίων της Α΄ Λυκείου και της κατάργησης των τριών ειδικοτήτων της Επαγγελματικής Εκπαίδευσης;

Όλα τα παραπάνω σημεία όμως θα ήταν λειψά χωρίς το τελευταίο, τον απόλυτο ακαδημαϊκό έλεγχο, για την πλήρη εργασιακή εκμετάλλευση. Το Σχέδιο Αθηνά είναι η μεγαλύτερη προσπάθεια εφαρμογής της Συμφωνίας της Μπολόνια και η μεγαλύτερη ανατροπή που έχουμε ζήσει ως τώρα στα πανεπιστήμια. Η Συμφωνία της Μπολόνια του 1999 προέβλεπε χονδρικά πως η τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ευρώπη πρέπει να λειτουργεί έτσι ώστε να τονώνει την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών οικονομιών. Επομένως, να κάνει έρευνα για τις ανάγκες της αγοράς και να παράγει τους πτυχιούχους που θα αποτελούν το κατάλληλο εκμεταλλεύσιμο επιστημονικό εργατικό δυναμικό που θα μεγιστοποιούσε τα κέρδη των επιχειρήσεων. Το πρώτο επιτυγχάνεται με τη μείωση των δημόσιων δαπανών για την έρευνα, που στρέφει τα πανεπιστήμια προς την αγορά για εξεύρεση πόρων ακόμη και για την επιβίωσή τους, αποτελώντας παράλληλα πεδίο διαφθοράς πανεπιστημιακών και διάβρωσης των λειτουργιών και της αξιοπιστίας των ιδρυμάτων, λόγω των κατευθυνόμενων αποτελεσμάτων της έρευνας. Το δεύτερο προϋποθέτει την ύπαρξη πανεπιστημιακών τμημάτων που δεν θα διδάσκουν πλήρη γνωστικά αντικείμενα αλλά θα χορηγούν πτυχία πάνω σε ένα κομμάτι ενός αντικειμένου. Δηλαδή, τμήματα που θα εκπαιδεύουν αποσπασματικά τους φοιτητές τους, ώστε αυτοί να έχουν περιορισμένες δυνατότητες επαγγελματικής εφαρμογής των γνώσεών τους και άρα να μπαίνουν με δυσμενείς όρους στην αγορά εργασίας κάνοντας υποχωρήσεις στα εργασιακά και άλλα δικαιώματά τους, ειδικά αφού με την πολυδιάσπαση των αντικειμένων και άρα των πτυχίων θα είναι πολύ πιο δύσκολο θεσμικά να συναντηθούν οι εργαζόμενοι κάτω από έναν ενιαίο επιστημονικό ή επαγγελματικό φορέα. Τμήματα, που θα υπηρετούν την νεοφιλελεύθερη χρησιμοθηρική αντίληψη της γνώσης, όπου πχ αντί για “οικονομία” διδάσκονται “χρηματοπιστωτικά”, δηλαδή όχι απλώς ένα μόνο κομμάτι της επιστήμης αλλά και το κομμάτι αυτό που θα έχει μεγαλύτερη -και πρόσκαιρη- ανάγκη ο καπιταλισμός για να αναπτυχθεί, σε βάρος των εργαζόμενων.

Το Σχέδιο Αθηνά ολοκληρώνει αυτό το έργο. Η πρόβλεψη του για τη δυνατότητα να εισάγονται υποχρεωτικές κατευθύνσεις στα τμήματα – ακόμη και από το πρώτο έτος – με απόφαση μόνο του υπουργού, χωρίς καν τη γνώμη των πανεπιστημίων, προοιωνίζει μεγάλες διασπάσεις των επιστημονικών αντικειμένων και των σπουδών. Ήδη αυτό συμβαίνει στα ΤΕΙ όπου σε πολλά Τμήματα έχουν εισαχθεί υποχρεωτικές κατευθύνσεις –και άρα το σπάσιμο του ενιαίου πτυχίου- από το πρώτο έτος. Αυτό όμως επηρεάζει και τους πτυχιούχους των Πανεπιστημίων. Για παράδειγμα, όταν δημιουργείται με το Σχέδιο Αθηνά Τμήμα ΤΕΙ Πολιτικών Μηχανικών είναι προφανές πως αυτό θα λειτουργεί ανταγωνιστικά προς το αντίστοιχο τμήμα των Πολυτεχνείων. Όμως, το Τμήμα των ΤΕΙ, και γενικά όσα Τμήματα ΤΕΙ παραπέμπουν σε αντίστοιχα Πολυτεχνικά, έχουν κατευθύνσεις, άρα παράγουν πιο αποσπασματικά εξειδικευμένους πτυχιούχους. Έτσι, όταν αυτοί μπουν στην αγορά θα δέχονται να δουλέψουν με μικρότερους μισθούς και μειωμένα ασφαλιστικά και άλλα δικαιώματα. Σημαίνει όμως αυτό πως τελικά οι πτυχιούχοι των ΤΕΙ θα προτιμηθούν έναντι αυτών των Πολυτεχνείων; Όχι, αφού οι δεύτεροι θα είναι πληρέστερα καταρτισμένοι, ακόμη κι αν μπουν κατευθύνσεις και στα δικά τους τμήματα, και έτσι θα παίρνουν αυτοί τις (όποιες) δουλειές, αλλά με συμπιεσμένες απολαβές και αποδυναμωμένα δικαιώματα λόγω του ανταγωνισμού από τους πτυχιούχους των ΤΕΙ, οι οποίοι θα λειτουργούν, άθελα τους, ως «εφεδρικός στρατός εργασίας», κατά τον σχετικό ορισμό του Μαρξ. Άρα, όλοι οι εργαζόμενοι θα βγαίνουν χαμένοι και τελικά ο μόνος κερδισμένος θα είναι ο καπιταλιστής που θα μεγιστοποιεί τα κέρδη του. Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε και τη δυνατότητα που δίνει ο νόμος Διαμαντοπούλου (4009/2011) για να χορηγείται σε όσους εγκαταλείπουν το πανεπιστήμιο ένα ενδιάμεσο πιστοποιητικό φοίτησης (κάτι σαν «πτυχίο δεύτερου έτους») καταλαβαίνουμε πόσο περισσότερο θα επιδεινωθεί η κατάσταση.

Όλα τα παραπάνω φυσικά προϋποθέτουν το σπάσιμο της συνδιοίκησης. Την ακύρωση δηλαδή της δυνατότητας των φοιτητών να παρεμβαίνουν θεσμικά στον τρόπο λειτουργίας του πανεπιστημίου και στο επιστημονικό περιεχόμενο των σπουδών τους. Το δρόμο για αυτό τον άνοιξε ο νόμος Διαμαντοπούλου, με την τεράστια μείωση των εκπροσώπων των φοιτητών στα όργανα διοίκησης, τον αποκλεισμό τους από την εκλογή προέδρων τμημάτων και πρυτάνεων αλλά και την θέσπιση των Συμβουλίων Διοίκησης. Κι έτσι φάνηκε τώρα πια πως ο πραγματικός σκοπός αυτής της μεταρρύθμισης δεν ήταν το να απαλλαγεί το πανεπιστήμιο από την «κομματοκρατία» και τη διαπλοκή –όπως έλεγαν αυτοί που εγκατέστησαν αμφότερες– αλλά να απαλλαγεί το αστικό σύστημα εξουσίας από την ενοχλητική δυνατότητα του φοιτητικού κινήματος να παρεμβαίνει στα πράγματα του πανεπιστημίου. Αλλά και από την ίδια την πολύ δημοκρατική –και για αυτό πολύ ενοχλητική για αυτούς, ιδέα– πως οι φοιτητές δεν είναι απλώς εκπαιδευόμενοι αλλά έχουν δικαίωμα και υποχρέωση να αμφισβητούν το περιεχόμενο των σπουδών τους και να διεκδικούν μια καλύτερη συλλογική προοπτική.

Η πειθάρχηση. Και το τέλος
Όλα αυτά εξυπηρετούνται απολύτως από τους κανόνες πειθάρχησης των λειτουργών της εκπαίδευσης. Ο νόμος Μανιτάκη περί αυτοδίκαιης αργίας -που ορίζει πως σε όποιον δημόσιο λειτουργό ασκηθεί δίωξη για οποιοδήποτε αδίκημα, ακόμη και άσχετο με την υπηρεσία του και κάποιες φορές για πλημμέλημα, μπαίνει αυτομάτως σε αργία μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεσή του- κρατά σε αντιδημοκρατική ομηρία τους λειτουργούς και εφαρμόζεται σε βάρος των πολιτικών και συνδικαλιστικών ελευθεριών τους. Ήδη κάποιοι έχουν τεθεί σε αργία επειδή σε βάρος τους εκκρεμούν κατηγορίες για αδικήματα σε σχέση με τη συμμετοχή τους σε διαδηλώσεις.

Η ηλεκτρονική πλατφόρμα myschool απαιτεί την άμεση καταγραφή και ενημέρωση του υπουργείου αναφορικά με στοιχεία όπως οι απουσίες των μαθητών και η συμμετοχή των καθηγητών σε απεργίες, όλα επωνύμως, προκαλώντας την παρέμβαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Στόχος, ένα τεράστιο ηλεκτρονικό φακέλωμα, εργαλείο στα χέρια μιας κυβέρνησης που δεν έχουμε λόγο να εμπιστευόμαστε για το παραμικρό. Και όλα αυτά, μαζί με την ψευδεπίγραφη “αξιολόγηση”, μια διαδικασία φτιαγμένη για να προσφέρει δικαιολογίες και έναν “αξιοκρατικό” μανδύα στις προαποφασισμένες απολύσεις. Και την ίδια ώρα, μαθητές καλούνται στα αστυνομικά τμήματα, ανακρίνονται με ερωτήσεις για το τι ψηφίζουν οι γονείς τους και απειλούνται ότιλόγω της συμμετοχής τους σε μαθητική κινητοποίηση θα κατηγορηθούν για κακούργημα και δεν θα τους επιτραπεί η συμμετοχή τους στις πανελλαδικές εξετάσεις. Με εντολή των ίδιων ανθρώπων που αντιμετωπίζουν τους αγώνες με επιστρατεύσεις και καταστολή, σαν σε μια νοσταλγία της Ελλάδας του γύψου.

Λίγο – λίγο λοιπόν όλα προχωράν και δένουν, ακόμη κι αν πολλοί μας έλεγαν πως είμασταν υπερβολικοί, αρνητιστές και λαϊκιστές όταν τα προεξοφλούσαμε. Συντελείται η απόλυτη ταύτιση της εκπαιδευτικής πολιτικής με την πολιτική των μνημονίων, για τη δημιουργία μίας νέας κοινωνίας, χωρίς τις κατακτήσεις των προηγούμενων γενεών. Για να ακολουθείται το νεοφιλελεύθερο πρόταγμα για την εκπαίδευση: Να μαθαίνεις όλο και περισσότερα για όλο και λιγότερα, μέχρι να ξέρεις τα πάντα για το τίποτα. Κυρίως, για να εφαρμόζεται το σχέδιο της πολύ μεγάλης περιθωριοποίησης της νέας γενιάς, της συντριβής της, της εκπαίδευσής της στο να ζει χωρίς απαιτήσεις, χωρίς όνειρα, χωρίς διεκδικήσεις, χωρίς συγκρούσεις κι αγώνες. Χωρίς καμία ευοίωνη προοπτική για το μέλλον της. Ένα σχέδιο φοβερής ταξικής σκληρότητας, που εκφράζεται με την εξαφάνιση της κρατικής μέριμνας και της κοινωνικής πρόνοιας. Οι καπιταλιστές, ο αστικός συνασπισμός εξουσίας, η κοινωνική ελίτ, το άρχον συγκρότημα, οι «από πάνω», αυτοί που όπως κι αν τους πούμε νιώθουμε πολύ επώδυνα τις επιπτώσεις της δράσης τους, θέλουν να μας πετάξουν έξω από το τρένο, χωρίς να τους νοιάζει που θα καταλήξουμε. Θεωρούν πως αυτό το τρένο έχει θέσεις μόνο για αυτούς. Γελάστηκαν. Στη δική μας γενιά έλαχε το μεγάλο χρέος να τους ξεβολέψουμε. Για τα καλά.



Η μεγαλύτερη μείωση χρηματοδότησης καταγράφεται στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, κατά 25% μόνο στο διάστημα 2012-2014. Συγκεκριμένα, η χρηματοδότηση της Τριτοβάθμιας μειώθηκε κατά 132 εκατομμύρια σε σχέση με το 2013 και 284 εκατομμύρια σε σχέση με το 2012. Αλλά και τα κονδύλια της δευτεροβάθμιας (μαζί με την επαγγελματική) εκπαίδευσης μειώθηκαν κατά 216 εκατομμύρια.

Στη θέση των 10.000 αναπληρωτών, μόλις 2050 προσλήφθηκαν φέτος στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση (οι περισσότεροι μέσω ΕΣΠΑ, δηλαδή με υποαμοιβόμενη, ελαστική απασχόληση), έναντι 3757 το 2012-13 και 5527 το 2011-12.

Από 102.360 εκπαιδευτικούς το 2010, φτάσαμε στους 72.428 το 2013.
Στο πλαίσιο της ίδιας μεταρρύθμισης, ενώ υποβαθμίζονται μαθήματα γενικής παιδείας, όπως οι Ξένες Γλώσσες, η Πληροφορική, η Φυσική Αγωγή και η Αγωγή του Πολίτη (στα ΕΠΑΛ και η Φυσική), προστίθεται μία ώρα Θρησκευτικών!

Με τη μεταρρύθμιση Αρσένη, κατά την περίοδο 1999-2000, όταν και μπήκαν οι πανελλήνιες εξετάσεις και στην Β΄ Λυκείου, πάνω από το 25%μαθητών κόπηκαν. Σύμφωνα με την ΟΙΕΛΕ (Ομοσπονδία Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών) ένας στους τρεις μαθητές του Γενικού Λυκείου και ένας στους δύο του Επαγγελματικού θα οδηγηθούν με το σύστημα Αρβανιτόπουλου διά της βίας έξω από την εκπαίδευση, αφού , με βάση τα πορίσματα συγκριτικής μελέτης του ΚΑΝΕΠ, περίπου 85.000 μαθητές των Γενικών Λυκείων, δηλαδή το 35% του μαθητικού δυναμικού πληθυσμού, ήδη παρουσιάζουν «χαμηλά εκπαιδευτικά αποτελέσματα» και είτε προάγονται οριακά με μέσο όρο βαθμολογίας από 9,5 έως 11 είτε (οι λιγότεροι) επαναλαμβάνουν την τάξη. Στο Τεχνολογικό Λύκειο το ποσοστό αυτό εκτινάσσεται στο περίπου στο 55%.

Αυτή η αλλαγή πλήττει ιδιαιτέρως τις γυναίκες, αφού το 81% των παιδιών που φοιτούν σε αυτές τις ειδικότητες είναι κορίτσια.

Ο Αλτουσέρ, το ΕΑΜ και ο ΣΥΡΙΖΑ: μια αστάθμητη συνάντηση

http://www.avgi.gr/article/2289834/o-altouser-to-eam-kai-o-suriza-mia-astathmiti-sunantisi


Ποιες είναι οι συνθήκες που ευνοούν σήμερα την προοπτική της κυβέρνησης της Αριστεράς; Μεταξύ άλλων, δύο που αφορούν το ίδιο το υποκείμενο της, τον ΣΥΡΙΖΑ. Πρώτον, ότι δεν είναι κομμάτι των βασικών σχέσεων εξουσίας και των πελατειακών δικτύων που όριζαν τις πολιτικές αποφάσεις. Άρα, δεν έχει βεβαρυμμένο «πολιτικό μητρώο», αλλά κυρίως δεν έχει τις αντίστοιχες δεσμεύσεις. Δεύτερον, ότι καλείται να κυβερνήσει μέσα σε μια πολύ μεγάλη κρίση της ιδεολογικής ηγεμονίας των αντιπάλων, που με κατάλληλες κινήσεις και πρακτικές μπορεί να ρευστοποιηθεί τόσο πολύ που να εδραιώσει στοιχεία μιας νέας ιδεολογικής ηγεμονίας.

Όλα αυτά θυμίζουν, τηρουμένων των πολλών αναλογιών, τις συνθήκες ισοπέδωσης της ελληνικής κοινωνίας, υπό τις οποίες το ΚΚΕ ανέλαβε με το ΕΑΜ την πρωτοβουλία της Αντίστασης και της οικοδόμησης νέων σχέσεων εξουσίας και καθημερινότητας στις περιοχές που απελευθέρωνε. Τις συνθήκες μέσα στις οποίες η Αριστερά με τις πρακτικές της έδωσε τον αγώνα για τα μυαλά των ανθρώπων. Θυμόμαστε έτσι αυτό που πολύ ωραία μας λέει ο Αλτουσέρ μιλώντας για τον Ηγεμόνα του Μακιαβέλι:

«Το πιο εκπληκτικό με τον Μακιαβέλι, στη θεωρία του για τον Νέο Ηγεμόνα που οφείλει να θεμελιώσει τη Νέα Ηγεμονία, είναι ότι αυτός ο νέος άνθρωπος πρέπει να είναι ένας άνθρωπος του τίποτε, χωρίς παρελθόν, χωρίς τίτλους και φορτία, ένας ανώνυμος, μόνος και γυμνός (δηλαδή στην πραγματικότητα ελεύθερος, χωρίς προκαθορισμούς που θα βάραιναν επάνω του και θα μπορούσαν να παρακωλύσουν την ελεύθερη άσκηση της αρετής του). Κι όχι μόνο πρέπει να είναι ένας γυμνός άνθρωπος αλλά να εντοπίζει ως πεδίο επέμβασής του ένα μέρος που και το ίδιο είναι ανώνυμο, στερημένο από κάθε κοινωνικό και πολιτικό καθορισμό που θα μπορούσε να παρακωλύσει τη δράση του Ηγεμόνα. […] Από αυτή τη συνάντηση ενός ανθρώπου από το τίποτε, γυμνού (δηλαδή ελεύθερου στις εσωτερικές και εξωτερικές κινήσεις του), κι ενός κενού χώρου […] γεννήθηκε η ευκαιρία του και η επιτυχία του».1

Ασφαλώς, ο παραλληλισμός δεν είναι απόλυτος, αλλά αποτυπώνει πολύ καλά το πως το ΚΚΕ πάνω στο διαλυμένο έδαφος της Κατοχικής Ελλάδας και στην απαξίωση του πολιτικού προσωπικού, άρπαξε την ευκαιρία για να ορίσει μια νέα πορεία.

Ο Αλτουσέρ, μιλώντας για την ιδεολογία, μας λέει και κάτι άλλο. Στη ζωή μας υπάρχει τουλάχιστον ένα μεγάλο Υποκείμενο, μια κεντρική έννοια γύρω από την οποία συγκροτείται ο εαυτός μας, ώστε μέσω της σχετικής με αυτό ιδεολογίας να γίνουμε και εμείς υποκείμενα, δηλαδή φορείς μιας ιδεολογίας και δρώντες βάσει αυτής. Χρησιμοποιώντας με έναν απαραίτητο βαθμό σχηματικότητας αυτήν την ανάλυση, λέμε πως αν θεωρήσουμε ότι μέχρι την Κατοχή το κυρίαρχο Υποκείμενο στην Ελλάδα ήταν το Κράτος που μετέτρεπε τα άτομα σε «Έλληνες», που παρήγαγε δηλαδή ιδεολογικά ως υποκείμενο τον «Έλληνα» (εθνική ιδεολογία), τότε παράλληλα υπήρχε το εν δυνάμει (καθότι μικρό ακόμη) ανταγωνιστικό Υποκείμενο, το Κομμουνιστικό Κόμμα, που διά της δικής του ιδεολογίας μετέτρεπε τα άτομα σε υποκείμενα ως «κομμουνιστές» (ταξική ιδεολογία). Όταν όμως στην Κατοχή το Κράτος κατέρρευσε παρήχθη ένα κενό: ποιο είναι τώρα το Υποκείμενο που ορίζει την ιδεολογία και το ρόλο των ανθρώπων; Αλλά τα κενά, όπως επίσης μας λέει ο Αλτουσέρ, η ζωή τα απεχθάνεται και τα καλύπτει γρήγορα. Το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν ήταν Ιδεολογικός Μηχανισμός του Κράτους, γιατί δεν είχε πίσω του κανένα κράτος. Φιλοδοξούσε όμως να παράξει ένα άλλο κράτος, μια άλλη μορφή κοινωνικής οργάνωσης. Και αυτό έκανε, καλύπτοντας αυτό το κενό με τις δικές του πρακτικές, στις περιοχές που απελευθέρωνε.

Έτσι, με την Αντίσταση τη θέση του Υποκειμένου-Κράτος την πήρε το Υποκείμενο-Κόμμα. Αυτό θα επιτελούσε τώρα τις λειτουργίες του Υποκειμένου, αυτό θα έφτιαχνε τα υποκείμενα, αυτό θα όριζε τις ταυτότητες των ανθρώπων. Έπρεπε όμως το νέο Υποκείμενο να παίζει εν μέρει το ρόλο του παλιού. Για αυτό, το νέο Υποκείμενο δεν μπορούσε πια να είναι ακριβώς το Κόμμα, αλλά κάτι ευρύτερο, με μια ιδεολογία και μια πρακτική που να μπορεί να πείθει ευρύτερο κόσμο. Και έγινε το ΕΑΜ. Το νέο Υποκείμενο που, αντικαθιστώντας το διαλυμένο Κράτος, ήταν αναγκασμένο να φτιάχνει κι αυτό «κρατικές» δομές (όπως οι θεσμοί Λαϊκής Αυτοδιοίκησης και Λαϊκής Δικαιοσύνης) αλλά και υποκείμενα – «Έλληνες». Όμως, μπολιάζοντας τα με νέες ιδέες. Για αυτό το λόγο, το νέο Υποκείμενο, το ΕΑΜ, δεν φτιάχνει αμιγώς κανένα από τα παλιά υποκείμενα, ούτε τον «Έλληνα» ούτε τον «κομμουνιστή», με τα παλιά τους περιεχόμενα. Φτιάχνει μια σύνθεση: το «δημοκρατικό λαό». Και εδώ αρχίζει μία νέα πάλη, μια διελκυστίνδα. Γιατί, όπως μας λέει και πάλι ο Αλτουσέρ, αφού η ιδεολογία πλάσει τα άτομα και τα κάνει υποκείμενα, με τη σειρά τους τα υποκείμενα πλάθουν την ιδεολογία. Και αφού το ΕΑΜ έφτιαξε με την ιδεολογία του το «λαό», ο «λαός» θα μπορούσε να διαμορφώσει πλέον την ιδεολογία του ΕΑΜ, της Αριστεράς. Και εδώ παίχτηκε ένα τεράστιο παιχνίδι ηγεμονίας ανάμεσα στις δύο ταυτότητες, ένα παιχνίδι ισορροπίας με τον κίνδυνο η εθνική ταυτότητα να επιβληθεί στην ταξική.

Και ποια κέρδισε τελικά; Όποια μονοκόμματη απάντηση κι αν δώσουμε θα είναι λάθος. Ας σκεφτούμε πως ενώ το ΕΑΜ αυτοπροβαλλόταν ως βασικά πατριωτικό μέτωπο, για δεκαετίες μετά η Δεξιά δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη λέξη «λαός» γιατί, λόγω της έντονης χρήσης του από το ΕΑΜ, είχε ταξικές συνδηλώσεις, παρέπεμπε σε συγκεκριμένα κοινωνικά περιβάλλοντα. Για αυτό και ο Καραμανλής έλεγε «Ελληνίδες - Έλληνες» ενώ ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν αναγκασμένος να λέει «ελληνικέ λαέ». Αυτή η ηγεμονία του ΕΑΜικού λόγου, που έφτασε ως τις μέρες μας, είναι η απόλυτη απόδειξη του ότι το ποια ταυτότητα νικάει σε έναν αγώνα δεν είναι θέμα εκφοράς λόγου, αλλά κυρίως πρακτικών. Η απόδειξη πως στη λαϊκή μνήμη το ΕΑΜ δεν έμεινε μόνο ως πατριωτικό αλλά και ως συγκεκριμένα λαϊκό, διότι «μας έσωσε από την πείνα» με τα σισσίτια, διότι βρήκε μαζί με τους ανθρώπους άλλους τρόπους για να οργανώνουν τη ζωή τους. Με δυο λόγια, επειδή μιλώντας για την «πατρίδα», αγωνίστηκε για το «λαό». Είναι λοιπόν όλα αυτά και η απόδειξη ότι η κατηγορία που διατυπώνεται μερικές φορές εντελώς αναδρομικά προς το ΕΑΜ για «πατριωτική υπερεπένδυση» που οδήγησε στην «ήττα» του, είναι μια κατηγορία ανιστόρητη, γιατί δεν βλέπει την ταξική ιδεολογική νίκη που παρήγαγε το ΕΑΜ διά των πρακτικών του, τόσο πληθωρική που αναγκαστικά εκφραζόταν και μέσα σε άλλους πολιτικούς χώρους. Αλλά και για κάτι ακόμη. Γιατί στόχος του ΕΑΜ ήταν βασικά η απελευθέρωση και τον πέτυχε. Το ΕΑΜ και το ΚΚΕ ποτέ δεν έθεσαν ως στόχο, ούτε για μια στιγμή, την κατάκτηση της εξουσίας με τα όπλα. Δεν το έκαναν καν μέσω του Εμφυλίου, όπου ο στόχος ήταν μία ειρήνευση με καλύτερους όρους. Επομένως, δεν ηττήθηκε ως προς αυτό. Και αυτή ήταν μια συγκεκριμένη στρατηγική, για την οποία πολλά μπορεί κανείς να πει. Αλλά δεν μπορεί να την ξεπετάξει μιλώντας για «πατριωτικές υπερεπενδύσεις», διότι απλούστατα δεν είχε καμία σχέση με κάτι τέτοιο, αλλά με τη γραμμή του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος.

Οι αφελείς –και διανοητικά τεμπέλικες- απόψεις, λοιπόν, του τύπου «έτσι έκανε το ΕΑΜ τότε, έτσι πρέπει να κάνουμε κι εμείς σήμερα» δεν πρέπει να μας οδηγούν αντανακλαστικά στο άλλο άκρο, θυμίζοντας το σημερινό ΚΚΕ που εντοπίζει στο ΕΑΜ, στην ΕΔΑ και στον Ενιαίο ΣΥΝ ως κοινό προβληματικό στοιχείο τον συγχρωτισμό των κομμουνιστών με «μικροαστικά στοιχεία». Στην πραγματικότητα το ΚΚΕ εχθρεύεται τη λογική της ενότητας. Αλλά ενότητα με τη δική σου πλατφόρμα και μόνο, χωρίς να συνδιαλέγεσαι με άλλα νοήματα και λογικές, δεν υπάρχει. Και κυρίως, χωρίς να θέτεις τις βασικές διχοτομήσεις της κάθε συγκυρίας. Για αυτό το ΕΑΜ έβαλε τη διαχωριστική γραμμή πάνω στον πατριωτισμό, η ΕΔΑ στη δημοκρατία και ο ΣΥΡΙΖΑ στα μνημόνια. Με βάση τα δίπολα ξεκινάς να διεξάγεις τον αγώνα για την ηγεμονία, εξειδικεύοντάς τα στη συνέχεια. Η θεωρία και η ιστορία μας δείχνουν λοιπόν έναν δρόμο. Αλλά είναι σκοτεινός και δεν θα φωτίσει ποτέ αν δεν τον περπατήσουμε. Και μόλις το κάνουμε, θα καταλάβουμε πως τελικά τον ανοίγουμε εκείνη ακριβώς τη στιγμή, κρατώντας όμως στα χέρια μας μια καλή πυξίδα. 

1 Λουί Αλτουσέρ, Φιλοσοφικά, Ο Πολίτης, Αθήνα, 1994, σελ. 120-121.

Το δίλημμα

http://www.avgi.gr/article/2224508/to-dilimma

Με τη δημοσιοποίηση του βίντεο της τρυφερής συνομιλίας Μπαλτάκου - Κασιδιάρη αποκαλύφθηκαν απολύτως όλα όσα είτε τα ξέραμε όλοι, είτε κάποιοι τα λέγαμε, αλλά άλλοι δεν (ήθελαν και δεν) τα πίστευαν.

Επιβεβαιώνουμε και κάποια λίγα ακόμη. Πως ο Μπαλτάκος είναι ένας ακροδεξιός φιλοναζιστής με «κακές παρέες». Πως το να είσαι «αντικομμουνιστής», όπως έχει δείξει η ιστορία της Ελλάδας και η πικρή πείρα του λαού της, σημαίνει να είναι φασίστας και απατεώνας τυχοδιώκτης. Και πως η κυβέρνηση, η Ν.Δ. και το ίδιο το κράτος είναι πλέον διαβρωμένα από επάλληλα δίκτυα νεοφασιστών πατριδοκάπηλων, παιδιών των περίφημων «νικητών του Εμφυλίου», όπως είχε αυτοπροσδιοριστεί εμμέσως και ο ίδιος ο Σαμαράς.Εντελώς συνοπτικά, αποδείχθηκε πως η Δικαιοσύνη δεν είναι ανεξάρτητη, πως οι συλλήψεις των μελών της Χρυσής Αυγής έγιναν με κυβερνητική παρέμβαση (άρα, το ίδιο και η ως τότε απόκρυψη των εγκλημάτων τους), πως το κίνητρο δεν ήταν ο αντιφασισμός αλλά ο επαναπατρισμός των ακροδεξιών ψηφοφόρων στη Νέα Δημοκρατία, ώστε να ξεπεράσει τον ΣΥΡΙΖΑ. Συμπληρωματικά, πως ο πρωθυπουργός διορίζει εισαγγελείς από το χωριό του, πως το δικαστικό σύστημα είναι δομημένο έτσι ώστε να μην μπορείς να κάνεις μια καταγγελία εναντίον κυβερνητικού στελέχους ή λειτουργού της Δικαιοσύνης και αν τελικά τα καταφέρνεις να μπαίνει στο αρχείο με πολιτική παρέμβαση. Και για κερασάκι, ακούμε πως η εισαγγελέας για να διώξει τους χρυσαυγίτες χρειάστηκε να πειστεί πως είναι ειδωλολάτρες. Με δυο λόγια, χώρα κυκλωμάτων. Μάλλον, χώρα - τραγέλαφος.

Και τώρα; Σήμερα όλες οι κριτικές, οι καταγγελίες και τα ανάθεμα, δεν έχουν άλλον δρόμο να συντείνουν από έναν: αυτόν που διεκδικεί την παραίτηση της κυβέρνησης και την προκήρυξη εκλογών. Η κυβέρνηση Σαμαρά - Βενιζέλου έχει σαπίσει. Με τις αποκαλύψεις έχασε και το τελευταίο παραβάν που είχε απέναντι στους αστούς ψηφοφόρους της, προκειμένου να μην βλέπουν τα αντιδημοκρατικά της αλισβερίσια. Ή αλλιώς, οι ψηφοφόροι αυτοί έχασαν την τελευταία τους δικαιολογία. Τα «παιδιά της νίκης» καταρρέουν. Και τα παιδιά της ήττας; Στην πραγματικότητα οι λέξεις μας παραπλανούν. Όσο είμαστε οι αριστεροί παιδιά των ηττών μας, άλλο τόσο είναι και οι άλλοι. Γιατί οι μεγάλες και μικρές ήττες και ανεπάρκειες της Αριστεράς και των λαϊκών κινημάτων είναι που επέτρεψαν να αναπτυχθούν αυτά που συζητάμε.

Σήμερα όμως, η ιστορία γράφεται και πάλι, σε νέες σελίδες. Η Αριστερά, μέσα από μεγάλους κινηματικούς και θεσμικούς αγώνες, μέσα από δεκαετίες υπομονής, απαξίωσης και πείσματος είναι εδώ. Με τον ΣΥΡΙΖΑ. Τον φορέα του λαϊκού δημοκρατικού πνεύματος του ΕΑΜ και της ΕΔΑ στη σύγχρονη εποχή. Με ολόκληρο το σύστημα εξουσίας απέναντί του, να σκυλιάζει από πρωίας μέχρι νυκτός. Η σύγκρουση είναι τεράστια. Μα απατάται όποιος πιστεύει πως δεν θα μεγαλώσει κι άλλο, ειδικά αν ο ΣΥΡΙΖΑ έρθει στην κυβέρνηση. Και στις μεγάλες ιστορικές συγκρούσεις, οι πλευρές είναι πάντα δύο. Και τα διλήμματα δεν ξεπερνιούνται αν δεν πάρεις θέση. Τουλάχιστον, όχι αν θέλεις να κοιτάζεσαι στο τέλος στον καθρέφτη, με την αίσθηση πως κάτι έκανες με το πέρασμα σου από αυτή τη γη. Στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο το δίλημμα ήταν «δημοκρατία ή φασισμός». Η Αριστερά το κατάλαβε και έτσι οι κομμουνιστές βρεθήκαν για λίγο στο ίδιο στρατόπεδο με την αστική Δεξιά. Υπό τη δική της ηγεμονία. Σήμερα όμως, στην Ελλάδα το δίλημμα είναι «Αριστερά ή εκτροπή». Η Αριστερά είναι ο ΣΥΡΙΖΑ. Αξιόπιστοι συνομιλητές του, με σταθερές θέσεις και με διάθεση πολιτικής ή αγωνιστικής συστράτευσης δεν δείχνουν να υπάρχουν. Στην πορεία, καλοδεχούμενοι, αλλά με τεκμήρια. Το έργο αυτό λοιπόν βαραίνει τον ίδιο. Τους πολίτες και τις άλλες δυνάμεις τους βαραίνει όμως πλέον η στάση τους απέναντί στον ΣΥΡΙΖΑ. Και απέναντι στο δίλημμα. Το οποίο, επειδή οι αποκαλύψεις μπορεί να φουσκώσουν τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής φέρνοντας αυτήν στη δεύτερη θέση, ίσως και να γίνει αργότερα «ΣΥΡΙΖΑ ή Άουσβιτς».

Κόμμα;

http://www.avgi.gr/article/2073952/komma-


Ο Σταύρος Θεοδωράκης έχει τουλάχιστον τρεις εικόνες. Η πρώτη είναι αυτή με την οποία τον γνωρίσαμε την δεκαετία του '90, στα χρόνια του Σημιτισμού. Αυτή του νέου δημοσιογράφου με το ευχάριστο προφίλ, που έκανε κάθε βράδυ μία εκπομπή στην κρατική τηλεόραση, με αξιόλογους καλεσμένους. Οι αναλύσεις του ήταν πολύ συχνά ρηχές, αλλά καλύπτονταν από την παρουσία των συνομιλητών του και τον πιασάρικο τρόπο με τον οποίο καταπιανόταν με τα θέματά του.

Η δεύτερη εικόνα είναι αυτή που μας δίνει εδώ και χρόνια μέσα από την ιδιωτική τηλεόραση. Αυτή είναι και η κυρίαρχη. Εκπομπές όπου καταπιάνεται με "εναλλακτικά" θέματα, συνήθως συνδυαζόμενα με ταξίδια-οδοιπορικά και εξωτερικά γυρίσματα, με ενδιαφέρουσα σκηνοθεσία. Μερικές φορές με πλάνα που επιτρέπουν τη διείσδυση της ματιάς μας σε απρόσιτα σημεία της πόλης και παρέχουν την αίσθηση πως συμμετέχουμε real-time σε οριακά γεγονότα, από επεισόδια στις πιάτσες των Αφρικανών ιερόδουλων μέχρι συγκρούσεις αντιφασιστών–Χρυσαυγιτών. Όλα αυτά όμως δεν καταφέρνουν να σκεπάσουν την εικόνα που κυριαρχεί στις περισσότερες εκπομπές, ενός δήθεν ψαγμένου δημοσιογράφου -στην πραγματικότητα εξαιρετικά αμήχανου και επιφανειακού, που εξακοντίζει χαζές μονολεκτικές ερωτήσεις ("πρέζα;", μιλώντας με τοξιμανείς, "πινέλα;", μιλώντας με ζωγράφους και άλλα τέτοια), με την επιτηδευμένα βαθιά φωνή του.

Η τρίτη εικόνα είναι και η λιγότερο εμφανής, αλλά η πιο κρίσιμη για το νέο κομματικό εγχείρημα του δημοσιογράφου. Είναι αυτή που βγαίνει μέσα από τα γραπτά του. Σταχυολογώ εντελώς ενδεικτικά: «Ο Συνασπισμός και οι Βουλευτές του μετά από σύντομη μάχη με τις αστυνομικές δυνάμεις, πέτυχαν να αναρτήσουν ένα πανό στην πρόσοψη της Βουλής εναντίον των οικονομικών μέτρων.[...] Τι θα λέγαμε λοιπόν αν οι βουλευτές του ΛΑΟΣ, με σταυρούς, μανουάλια και ελληνικές σημαίες, απωθώντας τους αστυνομικούς, ανέβαιναν τα σκαλοπάτια τις Βουλής και έβαζαν ένα πανό που θα έλεγε "έξω οι ξένοι";» ("Οι αλήθειες του προβοκάτορα", 15/3/2010, Protagon) και «Ναι, νικητής των εκλογών ήταν ο Αλέξης Τσίπρας.[...] Μόνο που θα πρέπει να καταλάβει σε ποια Ελλάδα νίκησε.[...]Στην (μόνη"δυτική") χώρα που χιλιάδες άντρες κάνουν σεξ με (ναρκομανείς) πόρνες στο δρόμο χωρίς να χρησιμοποιούν προφυλακτικό. Γιατί πιστεύουν ότι οι Έλληνες δεν κινδυνεύουν από το AIDS, όπως δεν κινδυνεύουν και από την δραχμή. Και μπορούν να ψηφίζουν άφοβα ό,τι ακριβώς τους έρθει, χωρίς προφύλαξη». ("Ψήφος χωρίς προφύλαξη", 7/5/2012, Protagon).

Αυτός είναι ο ειλικρινής Σταύρος Θεοδωράκης. Και τα δείγματά του τα έχουμε. Ένας οπαδός της θεωρίας των άκρων, που δεν διστάζει να περιφέρει ευτέλεια, σεξισμό και λαϊκισμό, στην υπηρεσία του συστήματος που τον εξέθρεψε. Και αυτό είναι το πραγματικό κόμμα που πάει να στηθεί, πίσω από τους απολιτίκ κυματισμούς του "Ποταμιού". Πίσω από το χαλαρό "life style" προφίλ του νέου κόμματος, που θέλει να κλέψει -όπως λέει- ιδέες και από την Αριστερά και από τη Δεξιά, υπάρχει μία δομημένη ιδεολογία, τουλάχιστον του ιδρυτή του. Γι' αυτό και ο Θεοδωράκης είναι ένα στοίχημα. Η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ και του αρχηγού του αφήνει ανοιχτό ένα μέρος του κεντροαριστερού χώρου. Η ΔΗΜΑΡ δεν είναι από τις εκλεκτές του συστήματος, γιατί φάνηκε πως δεν μπορεί να βάλει πλάτη στα πάντα. Γι' αυτό και αναζητούνται νέες λύσεις. Και μπορεί οι εφημερίδες-πυλώνες του πασοκισμού να επιτέθηκαν βιαστικά και αντανακλαστικά στο "Ποτάμι", αλλά ξέρουν πως ένα μέρος του συστήματος ρίχνει πλέον τα λεφτά του σε καινούρια άλογα και περιμένει να δει τι θα τους κάτσει. Περιπτώσεις όπως ο Θεοδωράκης και ο Καμίνης (από τους πρώτους υποστηρικτές της θεωρίας των άκρων) είναι τα πρόσωπα των εναλλακτικών σεναρίων της επόμενης μέρας. Ας τους αντιμετωπίσουμε, λοιπόν, ως αυτό που είναι. Και ως συγκροτημένους υποστηρικτές μια σκληρά συστημικής μνημονιακής πολιτικής αντίληψης και ως υποκριτές που το παίζουν υπεράνω.

Κυριακή 2 Μαρτίου 2014

Οι προϋποθέσεις μια αριστερής συζήτησης για το Κυπριακό

https://barikat.gr/content/oi-proypotheseis-mia-aristeris-syzitisis-gia-kypriako

Κι εκεί που ασχολούμασταν με χίλια-δυο, ενέκυψε αιφνιδίως το ανακινημένο Κυπριακό, πιεστικό και εξελισσόμενο ταχύτατα. Και μαζί αναδύθηκαν τα αντανακλαστικά που είχαν δημιουργηθεί την περίοδο του Σχεδίου Ανάν και ανασυστάθηκαν θέσεις και μετερίζια παλιότερα –που σήμερα θυμίζουν όμως κάτι από φαντάσματα- μη λαμβάνοντας και πολύ υπόψιν τους το έδαφος της κρίσης και των πολιτικών προοπτικών που θέτει. Για να μπορούμε να συζητήσουμε λοιπόν και να συνεννοηθούμε, χρειάζεται να συνομολογήσουμε κάποιες παραδοχές. Ή τουλάχιστον, να το δοκιμάσουμε.


Ζήτημα πρώτο: Το Κυπριακό στη σημερινή του μορφή έχει δημιουργηθεί μετά από πόλεμο. Δεν γίνεται λοιπόν να επανέλθει στην πρότερή του κατάσταση (που ήταν εκρηκτική, έτσι κι αλλιώς) με αμιγώς διπλωματικά μέσα, άρα ούτε και να κρίνουμε τα τελευταία βάσει αυτής της προσδοκίας.  Κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί παρά σε ορισμένες περιπτώσεις που έχουν καταγραφεί στα ανέκδοτα της Ιστορίας, όπως η εισβολή του ελληνικού στρατού υπό τον Πάγκαλο στη Βουλγαρία, για την οποία υποχρεώθηκε από την Κοινωνία των Εθνών σε υποχώρηση και καταβολή αποζημίωσης. Επομένως, ή επιλέγει κανείς την διπλωματική οδό, επιδιώκοντας τα μέγιστα δυνατά οφέλη, ή επιδιώκει μία νέα σύγκρουση.


Ζήτημα δεύτερο: Δεν επιθυμούμε έτσι κι αλλιώς να επανέλθει η Κύπρος στην προ του Αττίλα κατάσταση, γιατί και τότε αποτελούσε εστία διαρκών αναφλέξεων και καθόλου ειρηνικής συνύπαρξης των δύο κοινοτήτων, με ευθύνες και των δύο ηγεσιών. Γιατί κανείς αριστερός δεν μπορεί να προσυπογράφει τις πρακτικές εθνοκάθαρσης του φασίστα στρατηγού Γρίβα, αρχηγού της ΕΟΚΑ αλλά και της προδοτικής οργάνωσης Χ. Θέλουμε έτσι κι αλλιώς μία νέα συνθήκη συνύπαρξης.


Ζήτημα τρίτο: Η οποιαδήποτε πρόταση προερχόμενη από τον ΟΗΕ δεν μπορεί να απορρίπτεται υπό το επιχείρημα ότι είναι σχέδιο των ιμπεριαλιστών που ευνοεί τους σχεδιασμούς τους. Το κρίσιμο είναι να βλέπουμε κάθε φορά τι περιλαμβάνουν αυτοί οι σχεδιασμοί (άλλο οι σχεδιασμοί για την Γιουγκοσλαβία που αποσκοπούσαν στο ξέσπασμα του Εμφυλίου, άλλο για την Κύπρο που στοχεύουν σε μία καπιταλιστική ειρήνευση) και τις δυνατότητες που ανοίγονται μέσα από αυτούς για τη δική μας πάλη. Αν πάμε αυτό το επιχείρημα προς τα πίσω, μας λέει πως δεν θα έπρεπε να είχαν δεχτεί οι επαναστατικές δυνάμεις της Ελλάδας το 1827 τη ναυμαχία του Ναυαρίνου, γιατί αποσκοπούσε στο να τεθεί το νέο κράτος υπό την ηγεμονία των Μεγάλων Δυνάμεων. Άρα, θα προτιμούσαμε κι εκεί μια περήφανη συντριβή της Επανάστασης αντί της κηδεμονευόμενης κρατικής υπόστασης;


Ζήτημα τέταρτο: Μόνο ένας τρόπο υπάρχει για να αρνηθεί κανείς τα παραπάνω: να επιθυμεί την επίλυση του Κυπριακού μέσω μιας μεγάλης σύγκρουσης. Κι αφού για έναν αριστερό δεν μπορεί να αποτελεί προοπτική ο «εθνικός» πόλεμος με την Τουρκία, υποθέτω πως το σχέδιο είναι η «από τα κάτω» ένωση της Κύπρου, μέσω μιας κοινωνικής εξέγερσης των δύο κοινοτήτων που θα οδηγήσει σε μία Λαϊκή Ένωση. Θεμιτός σχεδιασμός, αναμφίβολα. Αν όμως κάποιος θεωρεί πως η Κύπρος θα πρέπει να ενωθεί μόνο με έναν τέτοιο τρόπο (περίπου ως σοσιαλιστική ένωση δηλαδή, με όποια χαρακτηριστικά επιλέγει να προτάξει κανείς: ως κράτος εκτός ΕΕ με αριστερή κυβέρνηση, ως κράτος εντός ΕΕ με πατριωτική κυβέρνηση, ως Λαϊκή Δημοκρατία κλπ) αλλιώς είναι καλύτερα να μείνει ως έχει, τότε θα πρέπει να το πει ρητά, για να συνεννοούμαστε. Και να μας πει και πού βλέπει τις προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο.


Ζήτημα πέμπτο: Για την Αριστερά δεν υπερισχύει κανένα «εθνικό» κριτήριο. Ακόμη και όταν υπεισέρχονται τέτοια στοιχεία, (πρέπει να) γίνεται στην προοπτική εξυπηρέτησης ταξικών συμφερόντων. Δηλαδή, για την Αριστερά δεν υπάρχουν απλώς οι δύο κοινότητες, αλλά εργαζόμενοι και καπιταλιστές Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι. Επομένως, απαγορεύεται απολύτως να διατυπώνει κανείς προτάσεις για το Κυπριακό χωρίς να τεκμηριώνει το πως αυτές θα συμβάλουν στη βελτίωση των όρων ζωής και των Τουρκοκύπριων εργαζόμενων. Ομοίως, δεν μπορεί να επιχαίρει για το «Όχι» του 2004, ξεχνώντας εντελώς αβασάνιστα πως η πλειονότητα (65%) των Τουρκοκυπρίων ήταν με το «Ναι». Δεν μπορεί δηλαδή από θέση Αριστεράς, ούτε να αγνοεί ότι στο Ελληνοκυπριακό «Όχι» δεν ήταν κυρίαρχος ο αντιιμπεριαλισμός αλλά ένας εξαιρετικά οξυμένος υπερπατριωτισμός μέχρι και εθνικισμός, ούτε ότι το 35% του τουρκοκυπριακού «Όχι» προερχόταν από υποστηρικτές του Ντενκτάς. Δεν γίνεται να κλείσουμε ως αριστεροί τα μάτια μας στο ότι το 65% των Τουρκοκυπρίων που ψήφισαν το «Ναι» επιθυμούσαν να ξεφύγουν από τη δεσποτεία του Ντεκτάς, της Τουρκίας και των Γκρίζων Λύκων, αλλά και να πάρουν ευρωπαϊκά διαβατήρια για να έχουν πρόσβαση στην κινητικότητα εντός της ΕΕ, όπου οι εργασιακές συνθήκες είναι πολύ καλύτερες από τον Τ/Κ τομέα. Εκτός αν επιλέξουμε να τους δούμε όχι με όρους διεθνιστικής αλληλεγγύης, αλλά αντίπαλου εθνικού πόλου, που εκ των πραγμάτων και ανεξαρτήτως των εσωτερικών κοινωνικών και πολιτικών του χαρακτηριστικών ταυτίζεται με την Τουρκική ηγεσία και για αυτό θέλουμε να τους κρατήσουμε αποκλεισμένους ή ηγεμονευόμενους, ειδικά τώρα που έχουν προκύψει και οι ενεργειακοί πόροι. Αλλά αυτό ούτε το λες διεθνισμό, ούτε προσφέρει καμιά ορθολογική προοπτική ειρηνικής συνύπαρξης.


Ζήτημα έκτο: Για την Αριστερά υπάρχει πάντα η σοσιαλιστική προοπτική. Και σήμερα υπάρχει και η κρίση. Επίσης, η προοπτική κυβέρνησης της Αριστεράς στην Ελλάδα. Ρωτάμε λοιπόν: Η σοσιαλιστική προοπτική ευνοείται από τη σημερινή κατάσταση στην Κύπρο, με τους εργαζόμενους των δύο κοινοτήτων να τίθενται αντιμέτωποι; Η οικονομική κρίση, αλλά και η πολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή, που δημιουργούν την ανάγκη σε ΗΠΑ και Τουρκία να διευθετηθεί το Κυπριακό για να μην είναι άλλη μία αποσταθεροποιητική εστία στη Μεσόγειο λόγω των ενεργειακών της κοιτασμάτων, αποτελεί πεδίο εκμετάλλευσης μόνο από την πλευρά των κυρίαρχων; Που χάθηκε ένα από τα μεγαλύτερα μαθήματα του μαρξισμού, αυτό για τις ποικίλες αντιφάσεις του καπιταλισμού και, ειδικά του Λένιν, για την εκμετάλλευσή τους; Η κυβέρνηση της Αριστεράς θα είναι προτιμότερο να οργανώνει τη συνεργασία της στο πλαίσιο των διεθνών της σχέσεων (είτε εντός, είτε εκτός ΕΕ) με μία ενιαία Κύπρο ή με ένα κράτος δισυπόστατο και εγγενώς ασταθές, με μεγαλύτερη αδυναμία χάραξης ενιαίας πολιτικής;


Αυτά τα ολίγα. Επί της αρχής και καταρχάς. Για να συνεχίσουμε να συζητάμε.

Αλήθειες και ψέματα για έναν Κανονισμό


Στο Συντονιστικό των Νέων ΣΥΡΙΖΑ κατατέθηκαν δύο προτάσεις για τον κανονισμό διεξαγωγής της Ιδρυτικής Συνδιάσκεψης της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ. Διαφωνήσαμε ρητά με τον κανονισμό που προέκριναν τα περισσότερα μέλη του Συντονιστικού διότι περιείχε στοιχεία αρνητικά ως και απαράδεκτα για μια τέτοια διαδικασία. Εξηγούμε παρακάτω τα σημεία της διαφωνίας μας, τις προτάσεις μας και το σκεπτικό της όλης διαδικασίας, αποδεικνύοντας πως όλα αυτά δεν είναι απλώς οργανωτικά ζητήματα αλλά κάποια από τα θεμέλια στα οποία χτίζεται η νέα μας Οργάνωση που όταν αντιμετωπίζονται διαφορετικά αυτό γίνεται απλώς εκ του πονηρού.

Ο διαχωρισμός παλιών-νέων μελών και το δικαίωμα της ψήφου
Υποστηρίξαμε εξαρχής πως όλα τα μέλη της Οργάνωσης, παλιά και νέα, για να έχουν δικαίωμα ψήφου θα πρέπει να έχουν παρακολουθήσει τουλάχιστον μία προσυνδιασκεψιακή διαδικασία. Αυτό πολιτικοποιεί τη διαδικασία και μειώνει το εκφυλιστικό φαινόμενο του να ψηφίζει κάποιος χωρίς να έχει ακούσει τη συζήτηση αλλά ούτε και τις τοποθετήσεις των υποψηφίων συνέδρων. Ως τώρα, στην Νεολαία και στον ΣΥΡΙΖΑ ισχύει το αντίθετο, αλλά αυτή είναι μία από τις χειρότερες παρακαταθήκες που θα μπορούσαμε να πάρουμε στις αποσκευές μας για την νέα μας οργάνωση. Τελικά, από τα περισσότερα μέλη του Συντονιστικού προκρίθηκε μια πρόταση που φτιάχνει μέλη δύο ταχυτήτων. Για την ακρίβεια, μέλη που έχουν διαφορετικούς όρους για να αποκτήσουν το ίδιο δικαίωμα: Ενώ τα νέα μέλη (όσα εγγράφηκαν από τον Ιούλιο κι έπειτα) είναι υποχρεωμένα να παραστούν σε μία προσυνδιασκεψιακή συνεδρίαση για να έχουν δικαίωμα ψήφου, τα παλιά μέλη (στα οποία μάλιστα περιλαμβάνονται και τα κάτω των 32 χρόνων μέλη του ΣΥΡΙΖΑ που μεταφέρονται στις λίστες της Νεολαίας με ένα τηλέφωνο, χωρίς αυτοπρόσωπη εγγραφή και συχνά χωρίς να τους έχει δει κανείς!) μπορούν να ψηφίσουν για συνέδρους ακόμη κι αν δεν έχουν πατήσει σε μία συνεδρίαση. Αυτό φτιάχνει μία παράλληλη απολίτικη και αντιδημοκρατική διαδικασία και είναι ένα σαθρό θεμέλιο για τη γέννηση της νέας μας οργάνωσης.

Το μέτρο για την εκλογή συνέδρων
Από τα περισσότερα μέλη του Συντονιστικού προτάθηκε το μέτρο ¼ και σταυροδοσία 40% επί του αριθμού των συνέδρων. Πρόκειται για το μεγαλύτερο μέτρο με το οποίο έχει γίνει ποτέ συνέδριο Νεολαίας στο χώρο μας. Αντιπροτείναμε το μέτρο ½ και σταυροδοσία 30% για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, ακριβώς επειδή έχουμε Συνδιάσκεψη και όχι συνέδριο και επειδή ιδρύουμε μια νέα Οργάνωση (όχι από το μηδέν, αλλά σίγουρα από την αρχή), θα πρέπει να έχουμε μία όσο γίνεται μεγαλύτερη συμμετοχή των μελών μας στην διαμόρφωση της βασικής φυσιογνωμίας αυτή της νέας Οργάνωσης. Το ιδρυτικό κείμενο προσφέρει άλλωστε αυτή τη δυνατότητα, αφού είναι μόνο 12 σελίδων και ανοίγει πολύ χώρο στη συζήτηση και στη συνδιαμόρφωση. Δεύτερον, διότι όσο πιο μεγάλο είναι ένα μέτρο, τόσο περισσότερο ευνοούνται όσοι, καλώς ή κακώς, συμμετέχουν σε κάποιον εσωτερικό «μηχανισμό». Αντιθέτως, το μικρότερο μέτρο –για αμιγώς μαθηματικούς, άρα αντικειμενικούς, λόγους- ευνοεί την αντιπροσώπευση όλων των απόψεων, και των μειοψηφικών, αλλά και την εκλογή ως συνέδρων είτε νέων μελών είτε ανθρώπων που δεν έχουν πολωθεί προς κάποια πλευρά. Το μεγαλύτερο μέτρο μας φτιάχνει ένα σώμα «ειδικών και έμπειρων» της κάθε πλευράς οι οποίοι –για άλλη μία φορά- θα κληθούν να διαμορφώσουν τις κρίσιμες αποφάσεις. Και τα πρώτα αποτελέσματα εκλογής συνέδρων επιβεβαιώνουν απολύτως αυτήν την εκτίμηση.

Τα διορισμένα μέλη του Κεντρικού Συμβουλίου
Ο προτεινόμενος από τα περισσότερα μέλη του Συντονιστικού κανονισμός προβλέπει πως από τις συνιστώσες που αποτελούσαν ως τώρα τους Νέους ΣΥΡΙΖΑ θα υπάρχουν τέσσερα μέλη διορισμένα ως υπεράριθμα στο νέο όργανο, συγκεκριμένα από το Κόκκινο Δίκτυο και την ΑΝΑΣΑ. Πλήθος και εδώ τα προβλήματα: Δίνονται διορισμένα μέλη σε συνιστώσες οι οποίες είτε έχουν διαλυθεί εντός του ΣΥΡΙΖΑ (αλλά φαίνεται πως λειτουργούν ακόμη εντός της Νεολαίας!), είτε αποτελούν πλέον τάσεις και όχι συνιστώσες. Μάλιστα, οι δυνάμεις του Κόκκινου Δικτύου συμμετέχουν στην Αριστερή Πλατφόρμα, μαζί με το Ρεύμα, άρα λειτουργούν με το ένα πόδι ως συνιστώσα και με το άλλο ως τάση, διεκδικώντας και τα διορισμένα και τα εκλεγμένα μέλη. Και το επιχείρημα για όλα αυτά είναι πως πρέπει να εκφραστούν όλοι και πως το ίδιο έκανε κι ο ΣΥΡΙΖΑ. Και ποιος εμποδίζει κάποιον να εκφραστεί και να μπει στο Κεντρικό Συμβούλιο, αφού στο συνέδριο έτσι κι αλλιώς θα υπάρχουν λίστες που θα διευκολύνουν την έκφραση των μειοψηφιών, ακόμη και των μικρότερων; Και γιατί πρέπει να ακολουθήσουμε όλα τα γραφειοκρατικά βήματα του ΣΥΡΙΖΑ του 2012, ενώ βρισκόμαστε σε μια νέα κατάσταση; Μήπως επειδή με αυτές τις εύνοιες προς τις συνιστώσες στήνονται συμμαχίες στο εσωτερικό της Νεολαίας; Μα προφανώς για αυτό! Αλλά έτσι δεν φτιάχνουμε νέα οργάνωση, φτιάχνουμε μια οργάνωση που εφαρμόζει τα παλιά γραφειοκρατικά κόλπα που στο τέλος πάντα απογοητεύουν και αποστρατεύουν τα μέλη, γιατί καταλαβαίνουν πως όλα παίζονται στο επίπεδο των παζαριών κορυφής και όχι στους συσχετισμούς και τη δράση των μελών.

Η ψηφοφορία επί των κανονισμών
Το Συντονιστικό Νέων ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ένα εκλεγμένο όργανο. Στήθηκε πέρσι για να συντονίσει τη διοργάνωση του Φεστιβάλ μας, με έναν εκπρόσωπο από κάθε συνιστώσα, ανεξαρτήτως μεγέθους. Δεν είναι λοιπόν ένα αντιπροσωπευτικό όργανο, ακόμη και μετά τη διεύρυνση του με άλλα δύο μέλη από τη Νεολαία ΣΥΝ. Επομένως, δεν έχει δικαίωμα να αποφασίζει διά πλειοψηφίας (όπως θα δικαιούνταν το εκλεγμένο Κεντρικό Συμβούλιο), αλλά μέσω καθολικής συναίνεσης. Πράγματι, δώσαμε τελικά όλοι στο Συντονιστικό την ευθύνη για τη διεξαγωγή της Συνδιάσκεψης. Για αυτό και δεχτήκαμε να βγάλει το κείμενο της Συνδιάσκεψης, αλλά και να θέσει σε ψηφοφορία στη βάση όλα τα εναλλακτικά κείμενα. Δεν του δώσαμε όμως και το δικαίωμα να παραβιάσει την ίδια του τη φύση και να λειτουργήσει ως εκλεγμένο όργανο, μέσω ψηφοφοριών. Για αυτό και σε αυτό εδώ το κείμενο δεν μιλάμε για την «πλειοψηφία» του Συντονιστικού, αλλά για τα «περισσότερα μέλη» του.

Κρίναμε λοιπόν πως από τη στιγμή που δεν υπάρχει πλήρης συμφωνία στο Συντονιστικό για τον κανονισμό, αντί να προκρίνουμε την γραφειοκρατική επίλυση των διαφορών μας μέσα από τις ατελείωτες συνεδριάσεις του Συντονιστικού, η πιο δημοκρατική λύση θα ήταν η προσφυγή στη βάση. Να γυρίσει η εξουσία στις Οργανώσεις Μελών Νέων ΣΥΡΙΖΑ και να αποφασίσουν τα ίδια τα μέλη για τον κανονισμό. Προτείναμε μάλιστα και συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα με το οποίο θα μπορούσε να ολοκληρωθεί η διαδικασία χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση της Συνδιάσκεψης. Και όλα αυτά έγιναν διότι ο κανονισμός δεν είναι κατά κανέναν τρόπο ένα «απλώς οργανωτικό ζήτημα», όπως μας έχει ειπωθεί. Από κάτι τέτοια «οργανωτικά» ζητήματα, ειδικά όταν αφορούν το χτίσιμο μια οργάνωσης, είναι που καθορίζεται συχνά η δημοκρατικότητα της. Και το δείξαμε ήδη, με την ανάλυση που προηγήθηκε.

Τα αντεπιχειρήματα
Τις προηγούμενες μέρες θέσαμε την πρόταση μας σε όλες τις ΟΜ Νέων ΣΥΡΙΖΑ, οι περισσότερες εκ των οποίων δέχτηκαν ως δημοκρατική διαδικασία την ψηφοφορία επί του κανονισμού και τη διεξήγαγαν. Από την πλευρά του Συντονιστικού ακούσαμε διάφορα αντεπιχειρήματα. Τα περισσότερα από αυτά ήταν πιθανές και απίθανες αιτιάσεις οργανωτικού χαρακτήρα (ποιος θα μαζέψει τα αποτελέσματα, πως θα γίνει η ψηφοφορία ταυτόχρονα σε όλη την Ελλάδα, πως θα μεταφερθούν τα επιχειρήματα, πως θα κατατεθούν και άλλες προτάσεις κλπ). Η μόνη απάντηση είναι πως αν υπήρχε βούληση από την πλευρά των συντρόφων να δώσουμε το λόγο στη βάση, τότε θα είχαν συμβάλει ώστε τα όποια προβλήματα να ξεπεραστούν. Δεν υπήρξε ποτέ στην ιστορία της Αριστεράς μία περίπτωση όπου τα οργανωτικά ζητήματα μιας ιδέας δεν ξεπεράστηκαν αν υπήρχε η πολιτική βούληση να ξεπεραστούν. Και ακόμη κι αν δεχόμασταν πως τα προβλήματα αυτά είναι υπαρκτά, τότε σίγουρα θα προτιμούσαμε μια πρόταση με οργανωτικά προβλήματα, παρά μία με βαθιά πολιτικά προβλήματα.

Επί του πολιτικού, τα αντεπιχειρήματα ήταν συγκεκριμένα και συχνά πρόδιδαν μία έλλειψη ψυχραιμίας, μια αδυναμία να αντικρουστεί η πρόταση μας που ήταν δημοκρατική και καθιστούσε τη βάση αποφασιστικό παράγοντα για τις εξελίξεις στη νέα μας Οργάνωση. Ακούσαμε ότι το συνεδριακό σώμα πρέπει να είναι μικρό για να είναι βουλευόμενο (αλήθεια, σε αυτές τις συνθήκες, το μικρό σώμα που –προφανώς- θα απαρτίζεται κατά συντριπτική πλειοψηφία από μέλη της Οργάνωσης, που θα τα έχουν λήξει όλα από πριν, ο καθένας με την πλευρά του, και δεν θα περιμένουν τη Συνδιάσκεψη για να διαμορφώσουν άποψη, θα είναι ένα πράγματι βουλευόμενο σώμα ή ένα σώμα που είτε συζητάει επί τέσσερις ημέρες είτε ψηφίσει απευθείας για ΚΣ θα είναι ένα και το αυτό; Το μικρότερο μέτρο και η παρουσία περισσότερων ουδέτερων και νέων μελών είναι που θα άμβλυνε αυτήν την κατάσταση και θα έκανε τη Συνδιάσκεψη ένα πραγματικά βουλευόμενο σώμα), ότι το μεγάλο σώμα γίνεται μια αρένα και ότι μπορεί να παρασυρθεί πιο εύκολα από ρητορείες, ατάκες και κινήσεις εντυπωσιασμού (δηλαδή λέμε ότι η βάση είναι ανώριμη και παρασύρεται εύκολα ενώ οι 400 έμπειροι και ειδικοί θα ανταποκριθούν καλύτερα στο έργο αυτό; Πόσο ελιτίστικη είναι μια τέτοια αντίληψη; Κι αν είναι έτσι, τότε να δώσουμε στη βάση την ευκαιρία να εκπαιδευτεί και να ωριμάσει. Αλλά αυτό γίνεται μόνο με την ανάληψη ευθύνης!), ότι με το μεγάλο συνεδριακό σώμα θα μιλήσουν 200 άτομα σε ένα σύνολο 1.000, άρα μόνο το 20% των συνέδρων, ενώ με το μικρό σώμα θα μιλήσουν σχεδόν όλοι (μικρή λεπτομέρεια: και στις δύο περιπτώσεις μιλάει ο ίδιος αριθμός συνέδρων, μόνο που στην πρώτη οι ίδιοι που μιλάνε –οι ειδικοί- είναι και αυτοί που κρίνουν, ενώ στη δεύτερη περίπτωση τους κρίνουν πολλοί περισσότεροι), πως και το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ είχε πολλά μέλη και για αυτό δεν έγινε πολιτική κουβέντα (δηλαδή, αν στο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ συμμετείχαν 500 σύνεδροι –που θα ήταν μια ολιγαρχία των στελεχών- αυτοί θα έκαναν καλύτερη συζήτηση; Φταίνε τα μέλη της βάσης που η συζήτηση μονοπωλήθηκε από το ευρώ-δραχμή και την ύπαρξη λιστών και συνιστωσών ή οι επιλογές συγκεκριμένων ομάδων που πήγαιναν προς τα εκεί την κουβέντα; Μήπως δεν έχουμε δει και συνεδριάσεις της ΚΕ που είναι φτωχές σε κουβέντα;), πως μεταξύ των συντρόφων που δεν θα μπορούσαν να ψηφίσουν αν επικρατούσε η πρόταση μας για την υποχρεωτική παρουσία σε μία προσυνδιασκεψιακή συνεδρίαση υπάρχουν και σύντροφοι πολύ σημαντικοί με απόψεις ιδιαίτερης αξίας (υπάρχουν άραγε σημαντικοί και ασήμαντοι σύντροφοι;), πως η πλειοψηφία της Νεολαίας ΣΥΝ δεν συμφωνούσε με τον ex officio διορισμό μελών στο ΚΣ αλλά οι συνιστώσες πίεζαν πολύ και σχεδόν μας εκβίασαν ότι θα έφευγαν από τη Συνδιάσκεψη, οπότε αναγκαστικά το δέχτηκε (δηλαδή, έπρεπε κι εμείς να αρχίσουμε τους εκβιασμούς; Ή μήπως οι δικοί μας εκβιασμοί δεν θα έπιαναν, γιατί η απουσία μας από τη συνδιάσκεψη δεν θα ήταν και τόσο ανεπιθύμητη;), πως η πρόταση μας για το μεγάλο μέτρο αποδυναμώνει τον προσυνδιασκεψιακό διάλογο, διότι στέλνει τα μισά μέλη κάθε ΟΜ ως συνέδρους (αντιθέτως, δίνοντας στα μέλη την προοπτική του να ψηφίσουν στην Συνδιάσκεψη αυξάνεται το πολιτικό τους ενδιαφέρον μέσω της ανάληψης ευθύνης και γίνεται πιο ζωντανός ο διάλογος, από ότι θα ήταν αν πίστευαν πως για άλλη μια φορά θα είναι αμφίβολο αν ο λόγος τους θα περάσει στα ψηλά πατώματα και θα έχει βαρύτητα).

Για το κλείσιμο
Και κάποια λίγα ακόμη. Για να τελειώνουμε με τα «οργανωτικά». Γιατί κατηγορηθήκαμε πως αντί να συζητάμε για την κυβέρνηση της Αριστεράς και τα υπόλοιπα πολιτικά ζητήματα βάζουμε τις ΟΜ να συζητάνε για τον κανονισμό. Τίποτα πια ψευδές από αυτό! Όχι μόνο διότι, όπως δείξαμε, αυτά τα «οργανωτικά» ζητήματα του κανονισμού είναι εξόχως πολιτικά, αλλά και επειδή οι κατήγοροί μας από την ηγεσία αγνοούν επίτηδες το ότι έχουμε γράψει και καταθέσει στον προσυνδιασκεψιακό διάλογο ένα ολόκληρο κείμενο Πολιτικής Συμβολής, που συζητιέται σε όλες τις ΟΜ. Αλλά και τίποτα πιο υποκριτικό από αυτό, αφού εκστομίζεται από τους ίδιους ανθρώπους που στο τελευταίο συνέδριο της Νεολαίας ΣΥΝ επέλεξαν αντί να συζητάμε για την κυβέρνηση της Αριστεράς, τα χαρακτηριστικά της και τους αγώνες που θα μας πάνε σε αυτήν, να τοποθετούνται σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα και γενικώς για την εσωτερική λειτουργία της οργάνωσης και τη δημοκρατία, λες και είμαστε σε μια ιστορική συγκυρία που μας επιτρέπει την τόσο μεγάλη ομφαλοσκόπηση. Ομφαλοσκόπηση το να μιλάς για την εσωτερική δημοκρατία; Όχι. Αλλά το να μιλάς μόνο για αυτήν, σίγουρα ναι. Και σίγουρα υποκρισία το να την παραμερίζεις όταν δεν σε βολεύει.

Από την αρχή της συζήτησης για τη δημιουργία της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίξαμε πως πρέπει αυτή να γίνει άμεσα και σοβαρά. Για αυτό και προτείναμε να πάμε σε Ιδρυτικό Συνέδριο. Μας αντιπαρατέθηκε η πρόταση για Συνδιάσκεψη «για να ζυμωθούμε με τις υπόλοιπες συνιστώσες», χωρίς όσοι την υποστήριζαν να είναι σε θέση να μας πουν αν αυτή θα βγάλει όργανο, αν θα διατηρείται παράλληλα η Νεολαία ΣΥΝ κλπ. Καταλήξαμε στην κοινή πρόταση της Ιδρυτικής Συνδιάσκεψης, την οποία όπως φαίνεται καταλάβαμε διαφορετικά. Εμείς την θεωρήσαμε ως μία ευκαιρία για να ανοιχτούμε στον κόσμο και να τον καλέσουμε να διαμορφώσει μαζί μας την νέα οργάνωση. Οι σ/φοι την κατάλαβαν ως μία ευκαιρία ελεγχόμενης και κλειστής μετάβασης από την Νεολαία ΣΥΝ+φίλοι στην Νεολαία ΣΥΡΙΖΑ, με παράλληλη διαφύλαξη των συσχετισμών. Για αυτό και η καμπάνια μας άργησε έξι μήνες και όταν έγινε ήταν λειψή. Για αυτό και η Νεολαία ΣΥΝ ένα μήνα πριν την ίδρυση της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ προχώρησε σε εκλογή νέου Γραφείου Σπουδάζουσας, για να φέρει προ τετελεσμένου την νέα Οργάνωση. Όλα αυτά πήγε να σπάσει η πρότασή μας για ευρύτερη συμμετοχή των μελών στην διαδικασία με το μικρότερο μέτρο, για την μη ύπαρξη διορισμένων στελεχών και για την ψήφιση των κανονισμών (δηλαδή, των όρων δημιουργίας της νέας μας οργάνωσης) από τη βάση των μελών μας. Πήγε να σπάσει την ελεγχόμενη μετάβαση στην νέα Οργάνωση, την ακόμη μεγαλύτερη ενδυνάμωση των μηχανισμών, τη μη διάχυση της εξουσίας στη βάση, τη μη διεύρυνση της δημοκρατίας. Και η άρνηση όλων αυτών, απλώς επιβεβαίωσε την ανάλυσή μας για τις προθέσεις των συντρόφων.

Και για όλους αυτούς τους λόγους, θα δεχτούμε την κριτική σε ένα μόνο σημείο. Πως δεν προτείναμε αμέσως την προσφυγή στη βάση, αλλά προκρίναμε αρχικά το να απευθυνθούμε στην ΠΓ του ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι είναι, είμαστε κι εμείς παιδιά του παλιού κόσμου. Και πολλές φορές σκεφτόμαστε και πράττουμε με τα δικά του μυαλά. Αλλά καταφέρνουμε κάποτε να σταθούμε και έξω από τον εαυτό μας, έξω από τον παλιό κόσμο. Και να τον κοιτάζουμε κριτικά. Και να τον διορθώνουμε. Και αν όσοι έφτασαν να μας κατηγορήσουν ακόμη και για πολιτική ιδιοτέλεια έβγαζαν για λίγο το κεφάλι τους μέσα από τις συζητήσεις και τις διαπραγματεύσεις κορυφής (όπου η πολιτική κουβέντα φτωχαίνει συνεχώς, μέχρι εξαφάνισης, σε αντίθεση με τη συζήτηση στη βάση που όλο και πλουταίνει και για αυτό θέλουμε να εκφραστεί στη Συνδιάσκεψη) και το έστρεφαν στον πραγματικό κόσμο, θα είχαμε ήδη αφήσει –όλοι μαζί- αυτόν τον παλιό κόσμο πίσω μας. Η πραγματικότητα άλλωστε έχει τους δικούς της ρυθμούς και είναι εξαιρετικά επώδυνοι. Η κοινωνία δεν μπορεί να μας περιμένει.

Η Νεολαία ΣΥΡΙΖΑ στην εποχή των αναγκών


― Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
― Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
― Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
― Φταίει πρώτ' απ' όλα το κρασί!

Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!

Με τίτλο «Για τη νεολαία και τη Νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ» ο σύντροφος Πάνος Χριστοδούλου, μέλος του ΚΣ της Νεολαίας ΣΥΝ έγραψε ένα άρθρο για τον χαρακτήρα της νέας μας οργάνωσης. Διαφωνώ τόσο πολύ με αυτό το κείμενο, που καταλήγω να το θεωρώ πολύτιμο. Διότι αναδεικνύει με τον πιο καθαρό τρόπο την τεράστια αμηχανία που χαρακτηρίζει εν μέρει όλους μας, αλλά κάποιους απολύτως, απέναντι στις ανάγκες που δημιουργεί η πολιτική συγκυρία.

Ο συν. προσπαθεί να ερμηνεύσει το γιατί η Νεολαία μένει σε τόσο μικρό αριθμό μελών, αναντίστοιχο προς τον ΣΥΡΙΖΑ των 35.000 οργανωμένων. Η πρώτη απάντηση που δίνει παραπέμπει ουσιαστικά στο 1989, αφού μας εξηγεί πως πλέον το να είσαι οργανωμένος στην Αριστερά δεν είναι μόδα, όπως ήταν για τους γονείς μας. Μόνο που το ίδιο ακριβώς ίσχυε όλα αυτά τα χρόνια και για την ΚΝΕ, η οποία όμως είχε πετύχει μία πολύ μεγαλύτερη μαζικότητα από τη δική μας. Επίσης, επικαλείται ως δυσκολία το «τέλος των ιδεολογιών». Και εκεί όμως που οι ιδεολογικές συγκρούσεις παρέμεναν όλα αυτά τα χρόνια ζωντανές και ισχυρές, στα πανεπιστήμια, δεν καταφέραμε ποτέ να προσεγγίσουμε ούτε τις εκλογικές καταγραφές ούτε τη μαζικότητα της ΠΚΣ και των ΕΑΑΚ. Άρα, μάλλον κάτι άλλο ισχύει, που δεν μας το λέει αυτή η εξαιρετικά εύκολη απάντηση, η οποία, όπως λέει και ο ίδιος ο συν. «όπως κάθε εύκολη απάντηση, είναι συνήθως λάθος».

Δηλώνει επίσης ως αιτία το ότι «η πλειοψηφία των νέων δεν έχει μνήμες από συλλογικούς αγώνες». Αλήθεια; Και πότε είχε η «πλειοψηφία» των νέων τέτοιες μνήμες; Ούτε στη δεκαετία του '60 δεν ίσχυε αυτό. Αλλά τέλος πάντων, άλλο είναι το κύριο. Πότε είχαμε λοιπόν, τα τελευταία 30 χρόνια, πιο μαζικούς νεολαιίστικους αγώνες από τις Πλατείες; Και τι καρπωθήκαν οργανωτικά από αυτό οι οργανώσεις Νεολαίας μας; Σε σχέση με την μαζικότητα του αγώνα και τη σφοδρότητα της σύγκρουσης -και με αυτά που καρπώθηκε το κόμμα-, τίποτα. Απολύτως τίποτα.

Βλέπουμε λοιπόν μια πολύ έντονη τάση να αποδίδεται η μη μαζικοποίηση (αν και για κάποιο λόγο δεν λέγεται ποτέ έτσι) των οργανώσεών μας στις «αντικειμενικές συνθήκες». Απλώς εδώ αντί να μιλάμε για το βαθμό ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων μιλάμε για την κρίση αντιπροσώπευσης και την κρίση των ιδεολογιών. Και καταλήγουμε έτσι σε βολικές και καθησυχαστικές ερμηνείες. Διότι ο συν. μας το λέει ευθέως: δεν χρειάζεται να νιώθουμε «τύψεις και ενοχές απέναντι σε μιαν αόρατη υποχρέωση που συνεχώς μας κρίνει». Η «αόρατη υποχρέωση» είναι ασφαλώς το να αντιστοιχηθούμε επιτέλους στις ανάγκες του καιρού μας, να γίνουμε περισσότεροι και πιο οργανωμένοι και έτσι τελικά να ζήσουμε αλλιώς. Και ας μου εξηγήσει κάποιος: Γιατί είναι κακό το να θεωρεί μία συλλογικότητα ότι έχει πάρα πολλά ακόμη να κάνει και να νιώθει άσχημα γιατί δεν τα κάνει; Και για να μην μπερδευόμαστε με τους ψυχολογικούς όρους, όπως οι τύψεις και οι ενοχές, που αφορούν άτομα και να μιλήσουμε για συλλογικότητες, ας το κάνουμε πιο καθαρό. Γιατί είναι κακό να νιώθουμε συλλογικά, ως οργάνωση, μια ανεπάρκεια; Είναι αυτό «αυτμαστίγωμα»; Όχι. Παλιά το λέγανε αυτοκριτική.
Τα κεφάλια μέσα

Κάποια στιγμή έρχεται η ώρα που ο συγγραφέας του κειμένου παρουσιάζει το τι πρέπει να κάνουμε για να ξεφύγουμε από αυτήν την κατάσταση. Κι εδώ είναι η μεγάλη αποκάλυψη. Όλο το βάρος της ανάλυσης πέφτει πάλι σε εμάς. Στους ήδη ανήκοντες στην Αριστερά. Και ούτε καν στη δράση μας. Αλλά, για ακόμη μία φορά, στην ανάλυση. Στην ανάγκη εμείς «να ξεφύγουμε από την κατάσταση που υπάρχει στην κοινωνία», εμείς «να αντιληφθούμε την ιδιαιτερότητα του εαυτού και των γύρω μας», σε εμάς να βασιστεί «η ιδιαίτερη επεξεργασία» για την νεολαία, από εμάς να προκύψει μια «ένας νέος τρόπος σκέψης». Ακόμη και το να μάθουμε να σκεφτόμαστε αλλιώς, κι αυτό από μόνοι μας θα το μάθουμε! Όχι από τον κόσμο ή μαζί με τον κόσμο, αλλά από μόνοι μας. Αρκεί «να μη θεωρούμε τον εαυτό μας ως κάτι ξένο προς τη σημερινή νεολαία». Ναι, αλλά αυτή η «σημερινή νεολαία» ποια θέση έχει μέσα σε αυτήν την εξίσωση; Πως την λαμβάνουμε υπόψιν αν ρίχνουμε όλο το βάρος σε εμάς;

Το κενό φαίνεται λίγο παρακάτω. Γιατί εκεί που περιμένεις να διαβάσεις το πως θα συγκροτήσουμε αυτόν τον νέο τρόπο σκέψης, ο συν. πετάει τη μπάλα στην κερκίδα και παραθέτει μια σειρά από γενικόλογες κοινοτυπίες, όπως ότι πρέπει να δώσουμε στον κόσμο ελπίδα, να μάθουμε τη χαρά του συλλογικού αγώνα, να ξανααποκτήσουμε τη χαμένη μας αθώωτητα, να ξεπεράσουμε τους φόβους μας και άλλα τέτοια. Είναι αυτό απάντηση; Όχι. Είναι αμηχανία. Και αδυναμία. Μια τεράστια αδυναμία.

Και κάπου εδώ αποδεικνύεται το αδιέξοδο. Γιατί αν ψάχνοντας τη λύση για το «έξω» παραμένεις στο «μέσα», τότε απλώς θα φτάνεις ξανά και ξανά μπροστά στο αδιέξοδό σου και θα αναμασάς τα ίδια και τα ίδια. Γιατί αν δεν δεχτούμε πως η λύση βρίσκεται στον κόσμο, πως η οργάνωσή μας επιβάλλεται να ανοίξει τώρα στον κόσμο, να τον πλησιάσει ως μαθητής η ίδια και όχι μόνο ως δάσκαλος, να «οργανώσει την εισβολή των μαζών στο κόμμα μας και να μη τη φοβηθεί», όπως ψηφίσαμε όλοι (αν και κάποιοι δεν το πίστεψαν ποτέ) στο τελευταίο συνέδριο της Νεολαίας ΣΥΝ και όχι πως το καθήκον μας είναι (όπως κάποιοι είπαν, αλλά δεν τόλμησαν ποτέ να ψηφίσουν) «να περάσουμε στην κοινωνία την κουλτούρα της Αριστεράς», τότε καταλήγουμε απλώς να ψάχνουμε μαγικές συνταγές.

Κι αν πιστεύεις πως, όπως πλέον λέγεται και δημοσίως, εμείς, τα υπαρκτά μέλη της Αριστεράς, πρέπει «να εκπαιδεύσουμε τον κόσμο στη δημοκρατία» (εξαιρετικά αντιφατικό, όταν πριν από λίγο καιρό οι ίδιοι άνθρωποι έλεγαν πως οι Πλατείες – δηλαδή ο κόσμος – δίδαξαν σε εμάς και την οργάνωσή μας τη δημοκρατία!), πως η μαζική είσοδος νέων ανθρώπων στην Οργάνωση θα της αλλοιώσει τη φυσιογνωμία, αν πιστεύεις πως μόνο η Αριστερά πρέπει να αλλάξει τον κόσμο και όχι ο κόσμος την Αριστερά, τότε καταλήγεις να ψάχνεις τη φιλοσοφική λίθο, που θα μετατρέπει διά μαγείας τους νέους σε αριστερούς.

Και θα πει κανείς: Τι νόημα έχουν αυτά που λες; Μήπως είναι έξω από τις πόρτες μας τίποτα χιλιάδες άνθρωποι κι εμείς δεν τους ανοίγουμε να μπουν; Μα και μόνο η ερώτηση αυτή δείχνει το πρόβλημα. Γιατί οι άνθρωποι δεν είναι, βεβαίως, έξω από την πόρτα μας, αλλά και δεν πρόκειται να έρθουν ποτέ από μόνοι τους. Γιατί αν φοβάσαι πως ο κόσμος θα σε αλλοιώσει, τότε δεν πας ποτέ να τον συναντήσεις. Και για κάτι ακόμη. Αν πιστεύεις πως το πιο κρίσιμο για την Νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ θα είναι να παραμείνει απολύτως ριζοσπαστική, ακόμη και με τον κόσμο που θέλει να εκφράσει να παραμένει έξω από αυτήν, προκειμένου να μπορεί να στρέφει προς τα αριστερά την κυβέρνηση της Αριστεράς, τότε δεν θέλεις πρωτίστως μια οργάνωση εργαλείο μαζικών και νικηφόρων κοινωνικών αγώνων. Θέλεις πρωτίστως μια οργάνωση - ομάδα εσωτερικής πίεσης, με αριστερή πατέντα. Αυτό όμως είναι άχρηστο. Και ειδικά σήμερα, επικίνδυνο. Κι αν θέλεις να κάνεις κάτι τέτοιο, τότε, ασφαλώς, δεν φροντίζεις να μεγαλώσει η Οργάνωση. Τότε αφήνεις να περάσουν εφτά μήνες χωρίς να οργανώσεις καμπάνια εγγραφής νέων μελών, αν και έχεις την υποχρέωση. Τότε ζητάς να γίνει η ιδρυτική Συνδιάσκεψη της νέας μας Οργάνωσης με 200-250 συνέδρους όλους κι όλους, να χαθεί ο πλουραλισμός των απόψεών μας, να μην δοθεί η ευθύνη σε όσο περισσότερο κόσμο γίνεται να συνδιαμορφώσει τη φυσιογνωμία της Οργάνωσής μας. Γιατί ο κόσμος εκπαιδεύεται και έτσι, μέσα από την ευθύνη. Όχι με τα λόγια.

Ο υπαρκτός σοσιαλισμός κατέρρευσε προ πολλού. Η υπαρκτή οργάνωσή μας όμως αρνείται να δώσει το χώρο της. Το παλιό πεθαίνει και το νέο πασχίζει να γεννηθεί. Οι παλιές ταυτότητες, οι παλιές πρακτικές, η ελιτίστικη αντίληψη για τη σχέσης της Αριστεράς με τον κόσμο, όλα αυτά πρέπει να δώσουν τη θέση τους στον κόσμο και στις ανάγκες του. Γιατί σε αυτή την εποχή φτάσαμε. Την εποχή των αναγκών.