Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

Τα “ΑΝ” και η μέθοδος


Ένα άρθρο με τίτλο «Άν δεν είχε συμβεί ο μεγάλος πόλεμος» φιλοξενήθηκε προσφάτως στις ηλεκτρονικές στήλες του alterthess, γραμμένο από τον σύντροφο Χρήστο Λάσκο και αποτελούμενο από δύο τμήματα. Το δεύτερο -το κύριο, θα έλεγε κάποιος- είναι μια αντιπαράθεση προς θέσεις που αποδίδονται στον χώρο που κωδικοποιείται ως «αριστερός πατριωτισμός». Δεν επιθυμώ καθόλου να συζητήσω αυτά τα επιχειρήματα, όχι μόνο γιατί είναι διατυπωμένα σε ένα ύφος νευρικής, εύπεπτης και αυτάρκους πολεμικής που δεν σηκώνει πολλή διαπραγμάτευση και αδικεί την ουσία τους, αλλά κυρίως επειδή τα πιο σημαντικά βρίσκονται στο πρώτο σκέλος, εκεί όπου ο συν. επιχειρεί να προσφέρει μια ιστορική τεκμηρίωση των θέσεών του. Και δείχνει το πόσο εύκολα μπορεί κανείς, λόγω της ευαισθησίας του σε ένα ζήτημα, να ακολουθήσει μια σφαλερή μεθοδολογία σκέψης, την οποία η ιστορική επιστήμη -και κυρίως η αριστερή της εκδοχή- έχουν ρητά καταδικάσει εδώ και πολλές δεκαετίες. Και όταν βγαίνεις σε λάθος δρόμο, τότε κάθε συμπέρασμα είναι λάθος.
Ο αρθρογράφος πέφτει λοιπόν σε δύο σφάλματα. Το πρώτο είναι αυτό που ο ιστορικός Φίλιππος Ηλιού θεματοποίησε ως «ιδεολογική χρήση της ιστορίας». Δηλαδή, η εξέταση της ιστορίας όχι με βάση το τότε, αλλά το τώρα, όχι για την ερμηνεία των γεγονότων μέσα στο πραγματικό ιστορικό τους πλαίσιο, αλλά για την εξαγωγή των επιθυμητών πολιτικών συμπερασμάτων για τις σημερινές συγκρούσεις. Είναι, εν τέλει, ο ίδιος ο ιστορικός αναχρονισμός, που αντί να προσπαθεί να εξηγεί το παρόν από το παρελθόν, καταλήγει να προβάλει το παρόν πάνω στο παρελθόν, ως εάν οι άνθρωποι των προηγούμενων εκατό χρόνων να ήξεραν από πριν την εξέλιξη της ιστορίας, όπως εμείς σήμερα. Κάνοντας δηλαδή αυτό που έλεγε ο Άγγελος Ελεφάντης, να «γεννάμε τους παππούδες μας». Συνέπεια της ιδεολογικής χρήσης είναι και ο ιστορικός εκλεκτικισμός, δηλαδή η χρήση μόνο των στοιχείων εκείνων της ιστορίας που είναι βολικά για το -προαποφασισμένο- συμπέρασμα μας και η εξαίρεση όσων δεν το ευνοούν.
Το δεύτερο σφάλμα είναι το ότι ο αρθρογράφος κάνει ιστορία με τα “αν”, θυμίζοντας όλες αυτές τις ατελεύτητες και ανοικονόμητες συζητήσεις περί του τι θα γινόταν “αν” πχ ο ΕΛΑΣ έμπαινε στην Αθήνα τον Δεκέμβρη του 1944 ή ο Τίτο δεν έκλεινε τα σύνορα και το ΚΚΕ κέρδιζε τον Εμφύλιο. Και το λάθος της ιστορίας του “αν” αποκαλύπτεται εδώ ολοκάθαρα, αφού σε αυτήν την συζήτηση έχουν εξίσου δίκιο και όσοι λένε πως αν γινόταν η Ελλάδα σοσιαλιστική θα άνοιγε το δρόμο για μια πιο δυναμική πορεία του κομμουνιστικού κινήματος σε όλη την Ευρώπη και πως το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα, μαζί με τα βαλκανικά, θα έφερνε πολλά στοιχεία ανανέωσης της στρατηγικής του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, αλλά και όσοι υποστηρίζουν πως αν κέρδιζε τον ΚΚΕ θα εγκαθιδρυόταν στην Ελλάδα ένα σταλινικό καθεστώς και σήμερα θα είχαμε την τύχη των χωρών του ανατολικού μπλοκ, άρα ζήτω που έχασε! Και αυτές οι δύο διαμετρικά αντίθετες θέσεις είναι εξίσου θεμιτές και σωστές, ακριβώς επειδή συγκροτούνται με βάση το “αν” και δεν μπορούν ούτε να επιβεβαιωθούν, αλλά ούτε και να διαψευστούν. Και έτσι, εκεί που κάποιος τοποθετείται από την πλευρά του κομμουνισμού, βρίσκεται να δικαιώνει μια αντικομουνιστική αντίληψη.
Εν προκειμένω, λοιπόν, ο συν. Λάσκος μας λέει πως «η συζήτηση, συνεπώς, περί του ποιο θα ήταν το μέλλον, αν δεν είχε συμβεί [ενν. ο πόλεμος], είναι θεμιτή. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, για όσους δεν βολεύονται με νομοτέλειες και κατανοούν την ιστορία σε σημαντικό βαθμό ως ενδεχομενική». Εξόχως αντιφατικά όμως, προσθέτει πως «Αν τα μεγάλα ευρωπαϊκά εργατικά κόμματα δεν συμπεριφέρονταν ως εξόχως πατριωτικά τον Αύγουστο του 1914 είναι πολύ πιθανό πως ο Μεγάλος Πόλεμος δεν θα ξεκινούσε ποτέ, ή, τουλάχιστον, δεν θα ήταν τόσο μεγάλος. Αν, δηλαδή, οι σοσιαλδημοκράτες της εποχής δεν μετατρέπονταν σε σοσιαλπατριώτες [...] όλα θα ήταν πολύ διαφορετικά. Κυρίως, θα ήταν πολύ διαφορετικές οι προοπτικές του κοινωνικού μετασχηματισμού, του σοσιαλισμού». Γιατί λοιπόν αντιφατικά; Μα διότι είναι η ίδια η σκέψη του συντρόφου που γίνεται εδώ νομοτελειακή, θεωρώντας πως “αν” τα σοσιαλιστικά κόμματα δεν έμπαιναν στον πόλεμο, αυτό αυτομάτως θα σήμαινε μια διαφορετική εξέλιξη, ακόμη και την αναίρεση του πολέμου. Ας ρωτήσουμε όμως, στην ίδια λογική: Και “αν” οι εργάτες τελικά απλώς παράκουαν τα κελεύσματα των κομμάτων τους; Και “αν” έτσι τα σοσιαλιστικά κόμματα απλώς απαξιώνονταν, περιθωριοποιούνταν και διαλύονταν, ανίκανα να ηγεμονεύσουν μεταξύ των μελών και των ψηφοφόρων τους; Τα ενδεχόμενα είναι επίσης πιθανά και άρα το σκεπτικό στέκει εντελώς στον αέρα.
Προφανώς εδώ κάτι εξορίζεται από τον υπολογισμό. Και αυτό είναι ο ρόλος της κυρίαρχης ιδεολογίας. Οι στατιστικές δείχνουν πως πάνω από το 90% των εργατών κατατάχθηκε στους εθνικούς στρατούς. Άρα, υπήρχε κάτι παραπάνω από μια λάθος γραμμή. Υπήρχε μια ιδεολογία που δεν θα ξεριζωνόταν έτσι εύκολα. Οι εργάτες ήταν, ατυχώς, πατριώτες. Ο συν. μοιάζει να θεωρεί πως τα σοσιαλιστικά κόμματα είχαν μαζικοποιηθεί βασισμένα σε μια απολύτως διεθνιστική πλατφόρμα και μπορούσαν να καθοδηγήσουν ευθύγραμμα τις μάζες σε αυτήν την κατεύθυνση ανεξαρτήτως της δικής τους κουλτούρας, να μην βλέπει πως η μαζικοποίηση συνεπάγεται και αντιφατικά χαρακτηριστικά, την ενσωμάτωση στοιχείων που θέλεις να καταπολεμήσεις. Αλλά δεν βλέπει και την ιστορική συγκυρία, το ποια ήταν η κατάσταση στα νεοδημιουργημένα τότε εθνικά κράτη. Δηλαδή, το ότι τότε ζούσε η πρώτη μόλις φουρνιά που γεννήθηκε μέσα σε εθνικό κράτος, η πρώτη γενιά με διαμορφωμένη εθνική ταυτότητα που δεν θα την αποχωριζόταν έτσι εύκολα. Δεν βλέπει πως στους ίδιους τους εργάτες ο διεθνισμός μπορούσε να συνδυάζεται (αντιφατικά και προβληματικά, αλλά πραγματικά) με τον πατριωτισμό. Άλλωστε, όπως μας μαθαίνει ο Hobsbawm, «οι ανθρακωρύχοι της Νοτίου Ουαλίας που κατέπληξαν τους επαναστάτες συνδικαλιστές και διεθνιστές ηγέτες τους σπεύδοντας να καταταγούν στο στρατό, το ίδιο πρόθυμα οδήγησαν, πριν περάσει ένας χρόνος, το ανθρακωρυχείο σε γενική απεργία, κλείνοντας τα αυτιά τους στην κατηγορία ότι δεν ήταν πατριώτες».1 Πόσο αντιφατικό είναι λοιπόν για έναν μαρξιστή το να μην υπολογίζει την ιδεολογία των «από κάτω», αλλά μόνο των μορφωμένων κομματικών στελεχών, σαν να εξαρτιόνταν όλα από μια ελίτ; Η απάντηση του συν. εδώ θα ήταν «ναι, αλλά αν τα σοσιαλιστικά κόμματα είχαν φροντίσει από πριν να διαπαιδαγωγήσουν τα μέλη τους διεθνιστικά, θα μπορούσαν την κρίσιμη στιγμή να κρατήσουν τη σωστή γραμμή». Μόνο που έτσι καταλήγουμε να διορθώνουμε το παρελθόν εκατό χρόνια μετά, πηγαίνοντας συνεχώς όλο και πιο πίσω, κουνώντας το δάχτυλο στην ιστορία και φτάνοντας να διορθώσουμε ακόμη και τον Μαρξ και τον Ένγκελς.
Ναι, κι αυτούς τους δύο! Γιατί ούτε αυτών η ιδεολογία συμμορφώνεται προς τη δεοντολογία του συν. Λάσκου. Και εδώ έχουμε πια περίτρανη εμφάνιση αυτού που λέγαμε πριν, του εκλεκτικισμού, της επιλεκτικής χρήσης των πηγών, της ιστορίας, της θεωρίας. Γιατί ο Μαρξ και ο Ένγκελς ήταν πράγματι διεθνιστές, μόνο που τον διεθνισμό τους στο ζήτημα των εθνών το υπέτασσαν σε έναν διογκωμένο τακτικισμό για την εξυπηρέτηση της παγκόσμιας επανάστασης. Ήταν διεθνιστές και ταξικοκεντρικοί, αλλά δεν ήταν καθεαυτό αντιπατριώτες, ούτε καθεαυτό αντιπολεμικοί και ειρηνιστές. Τα παραπάνω ζητήματα τα έβλεπαν εργαλειακά, με βάση το αν εξυπηρετούσαν την επαναστατική προοπτική. Για αυτό και άλλαζαν κατά καιρούς θέσεις, απολύτως αντίθετες μεταξύ τους, ανάλογα με την εξέλιξη της πολιτικής συγκυρίας αλλά και της ίδια τους της θεωρίας. Για αυτό άλλοτε ήταν εναντίον και άλλοτε υπέρ των Ιρλανδών πατριωτών, άλλοτε υπέρ και άλλοτε εναντίον του πολωνικού εθνικού κινήματος και μάλιστα κάποτε έφτασαν να το υποστηρίζουν δημοσίως, αλλά να το κατακρίνουν στην ιδιωτική τους αλληλογραφία.2 Για αυτό ο Μαρξ απέρριπτε στην Πρώτη Διεθνή τόσο τον εθνικισμό του Ματσίνι όσο και την απολύτως αντεθνική στάση των υποστηρικτών του Προυντόν.3 Και κυρίως -και, υποθέτω, σοκαριστικά για πολλούς- για αυτό ο Μαρξ και ο Ένγκελς ήταν σε κάποιες στιγμές απολύτως υπέρ μιας γενικευμένης ευρωπαϊκής πολεμικής σύρραξης, άλλοτε μεταξύ Ρωσίας και Αγγλίας, άλλοτε μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας, θεωρώντας πως αυτό θα επιτάχυνε την πορεία προς την σοσιαλιστική επανάσταση, ενώ μερικές φορές αναγνώριζαν ακόμη και την κατάκτηση «καθυστερημένων» χωρών από τις πιο προηγμένες, αν και την απεχθάνονταν, ως παράγοντα ιστορικής προόδου.4 Ο Μαρξ, μάλιστα, έφτασε να διαφωνήσει το 1870 με τον Άουγκουστ Μπέμπελ και τον Βίλχελμ Λίμπκνεχτ του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος που ψήφισαν κατά των πολεμικών δαπανών του πολέμου με την Γαλλία.5 Και, ασφαλώς, σε έναν τέτοιο πόλεμο θα αλληλοσκοτώνονταν εκατομμύρια προλετάριοι. Και θα πει κανείς πως η διαφορά είναι ότι ο Μαρξ κι ο Ένγκελς τα έλεγαν αυτά έχοντας κατά νου την επαναστατική προοπτική. Όμως και πάλι οι αλληλοσκοτωμένοι εργάτες θα κείτονταν κατά εκατομμύρια στα πεδία των μαχών. Ο σκοπός λοιπόν αγιάζει τα μέσα; Γιατί αν κρίνουμε από την πρόθεση και όχι από το αποτέλεσμα, τότε και η απάντηση των «αριστερών πατριωτών» προς τον συν. Λάσκο θα ήταν πως και αυτών η πρόθεση είναι να ευνοηθεί ο σοσιαλισμός διά του πατριωτισμού. Όλα αυτά λοιπόν ο συν. ή δεν τα ξέρει ή από την ανάγκη του να καταλήξει στο επιθυμητό πολιτικό συμπέρασμα για το σήμερα δεν τα βλέπει ή τα βλέπει αλλά δεν τα λέει. Όλα αυτά ασφαλώς δεν λέγονται για να δείξουν τον Μαρξ και τον Ένγκελς ως εθνικιστές, αλλά αντιθέτως πως θα καταλήξουμε να τους δείχνουμε έτσι και να κάνουμε τέτοια τερατώδη λάθη, αν ερμηνεύουμε πράξεις και λόγια έξω από το ιστορικό και το πνευματικό τους πλαίσιο, αναχρονιστικά, όπως κάνει ο αρθρογράφος.
Στο διά ταύτα λοιπόν. Δεν θα σχολίαζα αυτό το κείμενο αν δεν είχε γραφτεί από τον συν. Λάσκο, του οποίου τα -πολύ πυκνά στο χρόνο- γραπτά προβάλλονται πολύ και διαμορφώνουν τρόπους σκέψης. Και εδώ είναι η ουσία, όχι τόσο στο με ποιες θέσεις εξοικειώνει κανείς τους ανθρώπους, αλλά στο πως τους προτείνει να σκέφτονται. Και αυτή είναι η μεγαλύτερη ευθύνη όσων επιλέγουν να αρθρογραφούν τακτικά και ειδικά από μια προνομιακής προβολής θέση. Να δείξουν τον ορθολογικό τρόπο οικοδόμησης μιας διαφωνίας. Ο συν. στο ζήτημα των εθνικών προσδιορισμών έχει μια ευαισθησία, τέτοια που τον κάνει να θεωρεί πως η οποιαδήποτε πατριωτική ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ συνεπάγεται μία αντίστοιχη πολιτική στάση, άρα την άμβλυνση της ταξικότητας του. Να το συζητήσουμε αυτό αλλού, το ζήτημα είναι θεωρητικώς και εν δυνάμει υπαρκτό. Αλλά στην επιχειρηματολογία του η ιστορία πέφτει πολύ συχνά θύμα, όπως σε προηγούμενο άρθρο του όπου απαντώντας στο κακό -επειδή είναι απλοϊκό κι ευθύγραμμο- επιχείρημα του τύπου «το ΕΑΜ ήταν τότε πατριωτικό και νίκησε, άρα πρέπει κι εμείς σήμερα να είμαστε πατριωτικοί» υποστήριζε πως το ΕΑΜ τελικά «έχασε» και μάλιστα λόγω «πατριωτικής υπερεπένδυσης».6Με την ουσία και τη μεθοδολογία τέτοιων θέσεων έχουμε ασχοληθεί και παλιότερα.7 Το μόνο που θα πω εδώ είναι ότι όταν επιλέγεις να δομήσεις τη θέση σου ακριβώς πάνω στη θέση του άλλου, κινδυνεύεις να ενσωματώσεις τον τύπο της.
Για όλους αυτούς τους λόγους, λοιπόν, η επιπολαιότητα και οι αφορισμοί δεν συγχωρούνται. Ούτε το επιχείρημα περί του «λυγίσματος του ραβδιού» από την άλλη είναι επαρκές. Διότι το ραβδί του συγκεκριμένου τσακωμού είναι ξερό, άνυδρο, έχει προ πολλού χάσει τους χυμούς τους και με το λύγισμα σπάει. Και στο τέλος, οι δύο πλευρές μένουν με ένα σπασμένο κλαδί η καθεμία στο χέρι, χρήσιμο μόνο για να βγάλουν τα μάτια τους και να κατηγορούν μετά η μία την άλλη για ιδεολογική τύφλωση. Κομμάτι μιας τέτοιας μονομαχίας με σπασμένα κλαδιά είναι και η συνθηματολογική -για να το πω ευγενικά- κατακλείδα του άρθρου: «ο πολύς –έστω αβαθής και αφελής- διεθνισμός δεν έβλαψε ποτέ κανένα και πουθενά. Αντιθέτως, ο πολύς πατριωτισμός μετράει εκατόμβες. Απλοϊκό; Δεν θα το έλεγα». Και όμως. Απλοϊκότατο. Ας αναρωτηθούμε μόνο για μια στιγμή τι θα γινόταν “αν” (όπως αρέσει) είχε επικρατήσει το 1941 ο «αφελής διεθνισμός» των Ελλήνων τροτσκιστών, που θεωρώντας τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως ενδοϊμπεριαλιστική σύγκρουση,8 ήταν εναντίον του ΕΑΜ και υπέρ της πολιτικής διεθνιστικής προπαγάνδας προς τους Γερμανούς στρατιώτες, επειδή ήταν παιδιά της εργατικής τάξης. Τότε, ας πούμε, μήπως αυτό κάποιον θα έβλαπτε;
Σταύρος Παναγιωτίδης, υποψήφιος διδάκτορας ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο.
1 Eric J. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός, από το 1870 μέχρι σήμερα, Καρδαμίτσα, Αθήνα, 1994, σελ.175.
2 “Όσο πιο πολύ σκέφτομαι την ιστορία τόσο περισσότερο πείθομαι πως οι Πολωνοί είναι ένα έθνος καταδικασμένο α χρησιμοποιείται ως εργαλείο μέχρι η Ρωσία να σαρωθεί από την αγροτική επανάσταση. Από το σημείο αυτό κι έπειτα η Πολωνία δεν έχει κανένα λόγο ύπαρξης”. Επιστολή Μαρξ προς τον Ένγκελς, 23 Μαΐου 1851. Παρατίθεται στο Shlomo Avineri, Karl Marx on Colonialism and Modernization, Garden City, N.Y.Q Doubleday, 1969, σελ. 447.
3 Μισέλ Λεβύ, «Οι μαρξιστές και το εθνικό ζήτημα», στο Εθνικισμός, ο σύγχρονος Ιανός, Λουκάς Αξελός (επιμ.), Στοχαστής, Αθήνα, 1998
4 Εντελώς ενδεικτικά: Eric J. Hobsbawm, «Marx, Engels and Politics» στο Eric J. Hobsbawm (edit.), The history of Marxism, vol. 1, Marxism in Marx’s day, Harvester Press, 1982, σελ. 248, 251. Η ιδέα του πολέμου ως προωθητικό στοιχείο για τον σοσιαλισμό χαρακτήριζε τον Μαρξ ως τα τέλη της δεκαετίας του 1870.
Επίσης, Jacob Leib Talmon, The myth of the nation and the vision of revolution : the origins of ideological polarisation in the twentieth century, Transaction Publishers,  1991, σελ. 33, 49, 60, όπου αναφέρεται πως η ιδέα αυτήχαρακτήριζε τον Μαρξ και την εποχή του πολέμου της Κριμαίας (1853-1856),  μεταξύ της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και των συμμαχικών δυνάμεων της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.
5 Στο ίδιο, σελ. 61.
6Χρήστος Λάσκος, «Πατριωτισμός και Αριστερά», RedNotebook, 29/10/2013.
7Σταύρος Παναγιωτίδης, «Ο Αλτουσέρ, το ΕΑΜ και ο ΣΥΡΙΖΑ: μια αστάθμητη συνάντηση», Ενθέματα, 13/4/2014. Αναλόγως και «Περί πηγών και ιαμάτων: Η συζήτηση για τον πατριωτισμό και ο Μισέλ Λεβί», Η ΑΥΓΗ(αρθρογραφία web), 25/11/2013.
8Ας μην ξεχνάμε βεβαίως πως αντίστοιχη θέση είχε πάρει στις τελευταίες από τις περίφημες επιστολές του και ο Νίκος Ζαχαριάδης.

Τρίτη 24 Ιουνίου 2014

Για την Αριστερά της πράξης, την Αριστερά των αναγκών: ο ΣΥΡΙΖΑ μετά τις εκλογές




Ένα μεγάλο κομμάτι της μετεκλογικής συζήτησης εντός του ΣΥΡΙΖΑ διεξάγεται σε λάθος βάση.

Όχι τόσο επειδή γίνεται σαν να έχασε το κόμμα τις εκλογές (μάλλον, σαν να τις κέρδισε με “λάθος” τρόπο), αλλά επειδή αντί να εξετάζει το τι κάνουμε ασχολείται με το τι λέμε. Αυτή η αντικατάσταση της πράξης από το λόγο, γίνεται ακόμη πιο απαράδεκτη και τυφλή, ακριβώς επειδή τα εκλογικά αποτελέσματα μας δείχνουν προς την αντίθετη κατεύθυνση, βοώντας.

Η κοινωνική χρησιμότητα (των άλλων) και εμείς
Στους δήμους τα ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ συγκέντρωσαν μικρότερες δυνάμεις από ό,τι στις ευρωεκλογές. Αυτό αναδεικνύει γνωστά πράγματα, όπως ότι οι τοπικές κοινωνίες αλλάζουν με τους δικούς τους ρυθμούς, ότι έχουν τις δικές τους αδράνειες και λειτουργούν εκεί ακόμη πιο έντονα τα συγγενικά και κοινωνικά δίκτυα. Αναδεικνύει όμως και ότι τα πελατειακά δίκτυα που είχαν στηθεί εκεί έχουν πια μια αυτόνομη ισχύ και δεν εξαφανίζονται απλά επειδή καταρρέουν οι “μήτρες” τους, το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ. Και όπως ξέρουμε, αυτός που κερδίζει τελικά δεν είναι αυτός που απλώς τα λέει καλύτερα, αλλά αυτός που πείθει πως μπορεί να είναι χρήσιμος. Δυστυχώς, λοιπόν, μια μορφή “κοινωνικής χρησιμότητας” είναι και οι πελατειακές σχέσεις που αναπτύσσουν αυτά τα δίκτυα, διασφαλίζοντας εποχιακούς διορισμούς, χατίρια σε ντόπιους μικροεπιχειρηματίες, διευθετήσεις τοπικών υποθέσεων και άλλα τέτοια, δημιουργώντας τις σχετικές υποχρεώσεις.

Τι κατανοούμε λοιπόν; Πως οι τοπικές μας οργανώσεις δεν ήταν ακόμη τόσο γειωμένες ώστε να νικήσουν και τους μηχανισμούς, να προσφέρουν μια άλλου τύπου κοινωνική χρησιμότητα (πχ δίκτυα αλληλεγγύης) και αντί να περιμένουν να πάρουν ψήφους μέσω της σημαίας του ΣΥΡΙΖΑ, να του φέρνουν αυτές ψήφους, ενισχύοντας με την τοπική τους δράση την κεντρική αξιοπιστία του. Αντιστοίχως, εκεί που κερδήθηκαν δήμοι ήταν κυρίως σε περιοχές της Αττικής (Βύρωνας, Καισαριανή κλπ) με δυναμική παρουσία των οργανώσεων εδώ και πολλά χρόνια.

Μετά από όλα αυτά, η διαφορά των τεσσάρων μονάδων κρίνεται ως ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα, ακριβώς γιατί δείχνει πως ξεπεράστηκαν πολλές τέτοιες αδυναμίες και ανεπάρκειες. Και ο λόγος για τον οποίο δεν ήταν μεγαλύτερη δεν είναι πρωτίστως η μία ή άλλη απόχρωση του κεντρικού λόγου του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά η ανεπαρκής λειτουργία των οργανώσεων του ως πυρήνες πράξης και ως ιμάντες μεταφοράς των θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ από πάνω προς κάτω, δοκιμής τους μέσα από την κοινωνική δράση και εμπλουτισμένης επιστροφής τους στο κόμμα. Χωρίς αυτό, χωρίς οι ΣΥΡΙΖαίοι να είναι γνωστοί στον κοινωνικό τους χώρο, χωρίς να είναι οι ίδιοι το (δραστήριο) πρόσωπο του ΣΥΡΙΖΑ στην περιοχή τους, δεν γίνεται να οικοδομηθούν οι κοινωνικές συμμαχίες, δεν γίνεται να στηθεί πάνω σε σταθερά πόδια μια πολιτική και ιδεολογική ηγεμονία. Και οπωσδήποτε όχι χωρίς έναν μαζικό, πολύ μεγαλύτερο και πιο λαϊκό από σήμερα, ΣΥΡΙΖΑ.

Να κάνουμε για να έχουμε να λέμε, όχι να λέμε για να έχουμε να κάνουμε
Ήδη από τις εκλογές του 2012, η πολιτική μας δυναμική είχε αυξηθεί αναντίστοιχα της κοινωνικής μας γείωσης. Το κάρο έχει μπει μπροστά από τα άλογα. Δική μας δουλειά ήταν να τα φέρουμε στη σωστή θέση, να φτιάξουμε αναδρομικά τις σχέσεις των ανθρώπων με την Αριστερά. Και αυτό μπορούσε να γίνει μόνο με την άμεση –τη σωματική– εμπλοκή όλων μας σε αυτή την υπόθεση, τη συνάντησή μας με τον κόσμο, που έχουμε πια αντίστοιχες ανάγκες να αντιμετωπίσουμε.

Τα αποτελέσματα των δημοτικών εκλογών δείχνουν πως κινούμαστε μεν σε αυτήν την κατεύθυνση, αλλά όχι όσο δυναμικά θα έπρεπε. Το ίδιο και τα αποτελέσματα των παρατάξεων του ΣΥΡΙΖΑ σε επαγγελματικές ενώσεις, συνδικάτα, επιμελητήρια, φοιτητικούς συλλόγους, με κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις, όπως η ΟΛΜΕ και οι γιατροί του ΙΚΑ. Κάποιοι κάνουν μία καλοπροαίρετη κριτική σύγκριση με το ΠΑΣΟΚ του 1981, που στην πορεία προς στην κυβέρνηση κέρδιζε πλειοψηφίες σχεδόν σε όλους τους κοινωνικούς χώρους. Όμως, το ΠΑΣΟΚ τα είχε κάνει αυτά κλιμακωτά, από το 1974 ως το 1981. Σήμερα, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν προλαβαίνει να το κάνει με τέτοιους ρυθμούς, δεν έχει την πολυτέλεια. Η ιστορία με ένα "μπραφ" μας έφερε στο 27%. Ας σκεφτούμε πως αν το ΛΑΟΣ είχε χίλιες ψήφους παραπάνω τον Μάιο του 2012 θα ήταν στη βουλή, θα σχηματιζόταν κυβέρνηση, δεν θα πηγαίναμε ξανά σε εκλογές και το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ θα ήταν 17%.

Το 27% του 2012 ήρθε λοιπόν ως αποτέλεσμα αγώνων, αλλά σε μεγάλο βαθμό ήταν συγκυριακό. Σήμερα, για να μην αντικαταστήσουμε και την πολιτική από την αριθμητική, πρέπει να πούμε ότι το 27% των ευρωεκλογών δεν είναι ίδιο με του 2012. Ο κόσμος που ψήφισε τώρα τον ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να είναι ποσοστιαία ίδιος, αλλά έχει ποιοτική διαφορά, οι ίδιοι άνθρωποι είναι περισσότερο πεισμένοι για τον ΣΥΡΙΖΑ και σταθεροποιούν την συγκυριακή εκλογική τους επιλογή του 2012. Και πάλι όμως, η οργανωτική ανάπτυξη του κόμματος και η επιρροή του σε κοινωνικούς χώρους δεν είναι ανάλογη του 27%. Αυτά λοιπόν προσπαθούμε να τα χτίσουμε εκ των υστέρων και ακόμη δεν το έχουμε καταφέρει, επειδή το κάρο τρέχει αναγκαστικά πάρα πολύ γρήγορα, λόγω των εξελίξεων. Είμαστε αναγκασμένοι να προσπαθούμε να φέρουμε τα άλογα μπροστά από το κάρο, ενώ είμαστε εν κινήσει!Δηλαδή, να οικοδομήσουμε τις κοινωνικές μας συμμαχίες, την ίδια στιγμή που πάμε για το μεγάλο “ντου”, να οργανώσουμε το στρατό μας και να κάνουμε νέες στρατολογήσεις ενώ ήδη πολεμάμε και μάλιστα τη στιγμή που η μάχη κορυφώνεται. Και τις κοινωνικές συμμαχίες τις θέλουμε όχι απλώς για να μεγαλώσει το 27%, αλλά για μεγαλώσουμε την ηγεμονία των ιδεών και των πρακτικών μας, για να κερδίσουμε τη μάχη για τα μυαλά των ανθρώπων, για να μπορέσουμε όταν έρθουμε στα πράγματα να αλλάξουμε ριζικά την κατάσταση και αυτό γίνεται μόνο με τη συναίνεση και την ενεργό συμμετοχή του κόσμου. Όμως, η ιδιαιτερότητα εδώ είναι πως όλα αυτά πρέπει να γίνουν γρήγορα και προσπαθώντας παράλληλα να φέρουμε άμεσα, τώρα, την εκλογική ανατροπή. Γιατί ξέρουμε πως ακριβώς επειδή η άνοδος του κόμματος έγινε με άλματα -και τα άλματα αφήνουν πίσω τους κενά- και επειδή η κοινωνική κατάσταση είναι ακραία, αν δεν πετύχουμε τώρα την ανατροπή ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα σταθεί για πολύ. Αυτό που τον συγκροτεί είναι η προοπτική της ανατροπής. Αν απομακρυνθεί, θα φυλλορροήσει.

Τι χρειαζόμαστε λοιπόν; Σίγουρα να διαμορφώσουμε ακόμη καλύτερα την στρατηγική αυτή που θα μας επιτρέψει να διαμορφώσουμε την ανατροπή άμεσα. Αύριο. Και σε αυτό νομίζω πως συμφωνούμε. Αλλά φαίνεται πως διαφωνούμε σε κάτι άλλο. Πολλοί μοιάζουν να νομίζουν πως το κύριο κομμάτι μιας στρατηγικής είναι το τι λες. Όμως, το πιο δομικό στοιχείο είναι πάντα το τι κάνεις. Όχι μόνο επειδή ο μαρξισμός είναι η φιλοσοφία της πράξης. Όχι μόνο επειδή ο Ένγκελς έλεγε πως ένα γραμμάριο δράσης αξίζει όσο ένας τόνος θεωρίας. Ούτε επειδή ο Μάο έλεγε πως το κριτήριο της αλήθειας δεν μπορεί να είναι άλλο από την κοινωνική πράξη. Αλλά επειδή η πολιτική μας πείρα μας λέει πως αυτός που κερδίζει είναι αυτός που δίνει απαντήσεις, προσφέρει άμεσες λύσεις και πείθει τον κόσμο να συμμετάσχει. Από το ΕΑΜ που κέρδιζε τους ανθρώπους επειδή έλεγαν πως «μας έσωσε από την πείνα» και έτσι πείθονταν πως μετά «θα μας σώσει κι από τη σκλαβιά», μέχρι τους Αδερφούς Μουσουλμάνους (για να χρησιμοποιήσω δύο ιδεολογικά απολύτως άσχετα παραδείγματα και να δείξω πως το κοινό στοιχείο της επιτυχίας τους ήταν η μεθοδολογία της δράσης τους) που κέρδιζαν τις εκλογές στις χώρες της Αραβικής Άνοιξης επειδή ξανάχτιζαν τα γκρεμισμένα σπίτια των ανθρώπων και τους έβρισκαν φάρμακα για να μην πεθαίνουν, αυτός που κερδίζει είναι αυτός που ποντάρει στην πράξη. Η ιδεολογία υπάρχει ως κίνητρο, συνεκτικό στοιχείο και ορίζοντας της πράξης. Και ο λόγος υπάρχει για να προωθεί αυτήν την πράξη.

Στρατηγική λοιπόν είναι -κυρίως- το πως θα μετατρέπεις την κοινωνική δυσαρέσκεια σε κοινωνικές αναστατώσεις, πως θα φουσκώνεις τις αντιδράσεις που υπάρχουν ήδη, πως θα προκαλείς εσύ ο ίδιος κινήματα, πως θα συμβάλεις στον συντονισμό τους. Το κάνουμε αυτό επαρκώς; Τότε γιατί εδώ και σαράντα μέρες δίπλα στις καθαρίστριες του υπουργείου οικονομικών βρίσκεται βασικά μια χούφτα μελών της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ; Και γιατί αυτό δεν απασχόλησε καθόλου την μετεκλογική αρθρογραφία των στελεχών; Γιατί αντί να εγκαλούνται τα στελέχη και τα μέλη του κόμματος και η συνολική λειτουργία του για το ότι δεν είμαστε επαρκώς μέσα σε αυτόν τον αγώνα, εμφανίζονται διαρκώς κείμενα που ξιφουλκούν σε κενό αέρος ενάντια στον «πατριωτισμό», στις «Νέες Ελλάδες», στις πρωτοβουλίες των ηγετικών ομάδων και τα συναφή. Και γιατί δεν συζητάμε τι μέτωπα μπορούμε να στήσουμε με τις μεγάλες νίκες σε Αττική και Ιόνια, πως θα συνδυάσουμε εκεί, με φαντασία και δίνοντας χώρο στη λαϊκή δημιουργικότητα και αυτενέργεια, την θεσμική με την κινηματική μας δράση, πως θα στήσουμε εκεί τους ανθρώπους στα πόδια τους; Γιατί αντί να στραφεί το βλέμμα προς την κοινωνία, στρέφεται προς τα μέσα;

Για τον κόσμο, χωρίς τον κόσμο;
Πολλά μπορεί να πει κανείς σε αυτή τη συζήτηση, περί “πατριωτισμών” και άλλων τινών «προνομιακών πεδίων» ορισμένων συντρόφων. Αλλά σε αυτό το κείμενο επιλέγω να μην το κάνω. Επιλέγω να μιλήσω περί της μεθοδολογίας. Για το πώς γίνεται η κριτική μέσα στο Κόμμα, για το πως γίνεται η πράξη. Για το πώς ορίζονται πλευρές.

Όπως έχει γραφτεί κι αλλού, υπάρχουν στο κόμμα στελέχη και μέλη που από το φόβο μιας “κεντρώας στροφής” του ΣΥΡΙΖΑ, καταλήγουν να στενεύουν πολύ τις κοινωνικές συμμαχίες και να φοβούνται την μαζική είσοδο νέων μελών στις ΟΜ, ανθρώπων που πριν ψήφιζαν ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, υπό τη σκέψη πως θα είναι φορείς μικροαστικής ιδεολογίας και θα μας αλλοιώσουν. Πράγματι, στο μυαλό κάποιων ίσως ευδοκιμεί ένα κοντόφθαλμο σκεπτικό πως ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πιάσει ένα κοινωνικό ταβάνι με το 27% και πρέπει να αποκτήσει λίγο πιο κεντρώα χαρακτηριστικά για να γίνει αρεστός και σε λιγότερο χτυπημένα από την κρίση κοινωνικά στρώματα. Όντως, μια τέτοια λογική χρειάζεται πολιτική αντιμετώπιση. Όχι όμως με μια επιφανειακή και αφελή τακτική που φτάνει στον οικονομισμό και προτείνει απλώς ο ΣΥΡΙΖΑ “να απευθυνθεί στους άνεργους”, λες και αυτοί εκτός από άνεργοι δεν είναι τίποτε άλλο, συντηρητικοί, προοδευτικοί, πατριώτες, επαρχιώτες, μορφωμένοι, αμόρφωτοι!

Αντιθέτως, χρειάζεται να δείξουμε πως χωρίς μια πολιτική ριζικής αναδιανομής των εισοδημάτων και της δημοκρατικής ισχύος υπέρ των χτυπημένων από την κρίση, οι σχεδιασμοί περί της παραγωγικής ανασυγκρότησης μπορεί να μην έχουν κανένα νόημα. Αλλά το μυστικό είναι πως για να διασφαλιστούν αυτά δεν αρκεί να πειστούν κάποια κομματικά κέντρα. Γιατί οι πιέσεις που θα δεχτεί η κυβέρνηση της Αριστεράς και μαζί της ο λαός θα είναι τεράστιες. Αυτό λοιπόν που μπορεί να διασφαλίσει την αντοχή απέναντι στις πιέσεις είναι ο ίδιος ο κόσμος, όχι οι «ειδικοί» της Αριστεράς. Και ειδικά ο νέος κόσμος του ΣΥΡΙΖΑ, ο κόσμος της ανεργίας και της επισφάλειας που ό,τι κι αν ψήφιζε ως τώρα, ίσως έχει πολύ μεγαλύτερη ανάγκη τον ΣΥΡΙΖΑ από εμάς που τον ψηφίζουμε εδώ και τόσα χρόνια. Η αθρόα είσοδος νέων μελών, η “εισβολή” των μαζών στο κόμμα μας (που πρέπει να την οργανώσουμε και όχι να τη φοβόμαστε) είναι που θα προσφέρει την εγγύηση πως τίποτα δεν θα πάει «δεξιά». Οι άνθρωποι αυτοί που πρώτοι θα αντιδράσουν απέναντι σε ενδεχόμενες ενδοτικές τάσεις του κομματικού μηχανισμού -επειδή αυτές θα πηγαίνουν κόντρα στις ανάγκες τους και όχι απλώς στην ιδεολογία τους- είναι αυτοί που θα διασφαλίσουν, δυνητικά, τον αριστερό χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτοί αποτελούν μία όχι ικανή από μόνη της, αλλά αναγκαία συνθήκη για τον αριστερό και ταξικό ΣΥΡΙΖΑ.

Αυτόν τον κόσμο είναι όμως που φοβούνται κάποιοι σύντροφοι, γιατί πιστεύουν πως θα αλλάξει τον πολιτικό χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ, πως θα τον κάνει πιο μικροαστικό. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που ενώ ομνύουν κατά τα άλλα στην ταξική πάλη και στην ανάγκη να ανοίξουμε χώρο για τον αυθορμητισμό και την επινοητικότητα των «από κάτω», πιστεύουν πως οι ίδιοι, ασχέτως του αν πλήττονται ή όχι από την κρίση, αποτελούν, χάρη στην ιδεολογία τους και μόνο, τους θεματοφύλακες της αριστερής γραμμής του κόμματος απέναντι στον κίνδυνο της αλλοτρίωσης από τις μάζες των πρώην μικροαστών, πρώην ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ, αλλά τσακισμένων ταξικά από την κρίση. Και αν κανείς θέλει να το διαψεύσει, ας μας πει: για ποιο λόγο στην πυκνή αρθρογραφία αυτών των ημερών έχει τόσο μικρή θέση το ζήτημα της μαζικοποίησης του κόμματος; Γιατί δεν αναφέρεται κάποιο σχέδιο; Εκτός εάν πιστεύουμε πως για να μαζικοποιηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει πρώτα να ξεκαθαρίσουμε με κάθε λεπτομέρεια το τι ακριβώς θα λέμε για την «πατρίδα»!

Στο ίδιο έργο (χωρίς) θεατές
Κάπου εδώ όμως, πρέπει να το πούμε καθαρά. Βλέπουμε ένα έργο να ξαναπαίζεται. Στο κόμμα επιχειρείται να γίνει αυτό που πριν ένα χρόνο έγινε στην Νεολαία, όταν μέσα στη φωτιά των Μνημονίων, ένα ολόκληρο συνέδριο οργανώθηκε πάνω σε μια θολή συζήτηση για την εσωκομματική δημοκρατία -χωρίς σαφείς αιχμές, χωρίς ρητές αντιπροτάσεις- αντί να συζητιούνται οι μορφές που θα έπρεπε να έχει η δράση μας για να γυρίσουμε τον κόσμο ανάποδα. Κοιτάξαμε προς τα μέσα, αντί για έξω. Και σε αυτό υπάρχει απόλυτη ευθύνη για το ότι η Νεολαία έχει βρεθεί σήμερα ουσιαστικά απροετοίμαστη απέναντι στις ανάγκες της συγκυρίας, χωρίς επαρκή εμπλοκή στους αγώνες και βασικά άμαζη. Και στην ίδια κατεύθυνση παρασύρρονται πολλοί στο κόμμα.

Δεν μπορούν λοιπόν να οριστούν εσωκομματικές πλευρές πάνω σε ζητήματα τόσο επί μέρους. Η συζήτηση αυτή στη Νεολαία έδειξε πολύ γρήγορα τα όρια της. Το ίδιο έχει γίνει ήδη, με τις άκαιρες πολώσεις στο Κόμμα για τον «πατριωτισμό», τις «Νέες Ελλάδες» και τον τρόπο λήψης αποφάσεων, ειδικά αφού προέρχονται, μεταξύ άλλων, και από ανθρώπους που σε κεντρικές μάχες των εκλογών έλαβαν και υλοποίησαν κρίσιμες αποφάσεις χωρίς να τις περάσουν από κανένα όργανο! Από ανθρώπους που τώρα κατηγορούν την ηγεσία για συγκεντρωτισμό, ενώ πριν λίγους μήνες υπερασπίζονταν με πάθος γραφειοκρατικές προτάσεις-πακέτα στην ΚΕ!

Να στήσουμε λοιπόν συζητήσεις και μέτωπα με άξονα την πράξη. Διαφωνίες που καταλήγουν σε διαφορετικές αντιλήψεις για τη δράση μας, αλλιώς κουβαλάμε τρύπιες σημαίες και άδεια ιστορικά μπαούλα. Να έχουμε διαφωνίες που προκύπτουν επειδή δοκιμάσαμε τις πρακτικές μας στην κοινωνία, που αντανακλούν πραγματικές κοινωνικές πολώσεις, να ζυμώνουμε τις απόψεις μας με πραγματικούς ανθρώπους και όχι μόνο με τους χιλιόχρονους αριστερούς φίλους μας, έτσι σπάμε τη γραφειοκρατία. Να κάνουμε φέτος αυτό που δεν καταφέραμε πέρσι, όταν βάλαμε στόχο το Θερμό Φθινόπωρο για να ρίξουμε την κυβέρνηση, ακολουθήσαμε τον αγώνα των εκπαιδευτικών που βρέθηκε μπροστά μας και όταν ξεφούσκωσε ξεφουσκώσαμε κι εμείς. Να εκμεταλλευτούμε τις δημοτικές μας κινήσεις που στήθηκαν και τον κόσμο που βρήκαν. Αντί να συζητάμε ξανά και ξανά για τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, γιατί δεν τυπώνουμε σε κάθε γειτονιά τις δέκα βασικές δεσμεύσεις του για να τις μοιράζουμε και να τις συζητάμε με τον κόσμο, από ποιον το περιμένουμε; Τα στελέχη πρέπει να αποκτήσουν επιτέλους όλα συγκεκριμένες χρεώσεις και να βγουν από τα γραφεία και κυρίως να βγουν από την Αθήνα. Η εμπειρία των περιοδειών των ευρωεκλογών έδειξε πόσο μεγάλη ανάγκη έχει η περιφέρεια από την τακτική παρουσία των στελεχών. Και τέλος, όποιος θέλει να κάνει κριτική να την κάνει στις ΟΜ, στα όργανα και δημοσίως με συγκροτημένα κείμενα. Σαν αριστερός, σαν άνθρωπος της συλλογικότητας. Όχι με ατάκες και κυνήγι εντυπώσεων στο facebook. Όποιος δεν βλέπει σε αυτά τη γραφειοκρατία, είναι ήδη πολύ βαθιά μέσα της.

Καλώς ή κακώς, το μεγάλο ερώτημα μέσα στην Ιστορία ήταν πάντα όχι το «τι να λέμε;», αλλά το «τι να κάνουμε;». Αυτό που έκανε και τον Μαρξ να λέει πως το κρίσιμο για τους επαναστάτες δεν είναι να ερμηνεύουν τον κόσμο, αλλά να τον αλλάζουν. Και ποιος είναι αυτός που πιστεύει πως εδώ δεν κάνουμε σήμερα μια επανάσταση; Αλλά όσο επιμένουμε να συζητάμε πρωτίστως το τι θα λέμε στα ΜΜΕ και όχι το πώς θα έχουμε απευθείας σχέση με τους ανθρώπους ώστε να μην τα έχουμε ανάγκη τα ΜΜΕ, τόσο αυτή επανάσταση θα εκκρεμεί και θα διαστρεβλώνεται.

Εν τέλει, αριστερό δεν σε κάνει αυτό που λες, αλλά αυτό που κάνεις. Γιατί όσο πιο πολλά αριστερά πράγματα κάνει ένα κόμμα, τόσο πιο πολύ αριστερά πράγματα μπορεί να λέει, που να έχουν νόημα. Γιατί ανοίγεις δρόμους. Κι αυτός που τελικά θα κρίνει το αν είσαι επιτυχημένος ως αριστερός είναι ο κόσμος, η κοινωνία, όχι οι εγκεφαλικές κατασκευές μας. Όποιος θέλει να το ξεχνάει αυτό, απλώς θα το βρίσκει συνέχεια μπροστά του.

Τι μάθαμε από τα (καλά!) αποτελέσματα


1. Στις τοπικές εκλογές τα κριτήρια είναι διαφορετικά. Ειδικά στην Περιφέρεια αλλά και στους μικρότερους δήμους των αστικών κέντρων, λειτουργούν πάρα πολύ οι συγγενικές και κοινωνικές σχέσεις, οι "υποχρεώσεις" και τα πελατειακά δίκτυα, που ακόμη μπορούν να υπόσχονται και να τάζουν, τα οποία όμως φοβούνται πως με την κυβέρνηση της Αριστεράς είναι εξαιρετικά πιθανό να αποδιαρθρωθούν. Και όσο πιο μικρή είναι μια κοινωνία, τόσο πιο έντονα είναι αυτά. Επίσης, οι τοπικές κοινωνίες της περιφέρειας είναι κατά κανόνα πιο συντηρητικές και αλλάζουν νοοτροπία με πιο αργούς ρυθμούς.
Το κλίμα υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ είναι δεδομένο. Τάσεις και αποφάσεις του κόσμου που διαμορφώνονται σταθερά τόσο καιρό δεν ανατρέπονται μέσα σε μια εβδομάδα. Το θέμα είναι να μην αφήσουμε την προπαγάνδα να πιάσει τόπο για να μην κοπεί τίποτα από αυτή τη δυναμική και τελικά να αυξηθεί ακόμη περισσότερο. Για να ζήσουμε την Κυριακή την αρχή του τέλους αυτού του συστήματος

2. Τα κανάλια, η κυβέρνηση και το ΚΚΕ (ασχολίαστο...) από χθες παίζουν μια προπαγάνδα πως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε στις (αυτοδιοικητικές) εκλογές του 2014 να συγκεντρώσει τα ποσοστά των (βουλευτικών) εκλογών του 2012. Στη ζωή όμως δεν συγκρίνουμε μήλα με γεώμηλα (ήτοι, πατάτες), ούτε εκλογές διαφορετικού χαρακτήρα μεταξύ τους. Αν συγκρίνουμε λοιπόν τα ποσοστά των δημοτικών και περιφερειακών σχημάτων του ΣΥΡΙΖΑ ανάμεσα στο 2010 και στο 2014, βλέπουμε τρομερή άνοδο. Στις πιο πολλές περιπτώσεις μάλιστα, το ποσοστό της ανόδου αυτής κινείται μεταξύ 200%-300%! (Το διαπιστώνετε εύκολα, αν στη σελίδα του ΥΠΕΣ που δείχνει τα αποτελέσματα των εκλογών πατήσετε το κουμπί 2010 και κάνετε τη σύγκριση). Όταν το 5% γίνεται 25% και το 0% 15%, όταν από εκεί που το 2010 στην Αττική είχαμε δύο δήμους όλους κι όλους σήμερα διεκδικούμε 13, και μάλιστα κάποιους ως πρώτοι, πώς αυτό δεν συνιστά επιτυχία; Με δυο λόγια, η αυτοδιοικητική παρέμβαση του ΣΥΡΙΖΑ αποδεικνύει πως ήρθε για να μείνει. Ασφαλώς θα μπορούσαν σε κάποιες περιφέρειες να υπάρχουν καλύτερα αποτελέσματα, αλλά και εκεί οι μηχανισμοί σε συνδυασμό με δικές μας αδυναμίες (διαφορετικές για κάθε περίπτωση) έφεραν αυτό το αποτέλεσμα.

3. Ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει τη μετάβαση μέσα σε δύο χρόνια από το κόμμα των αναγκών του 4,5% σε αυτό του 27%. Αυτή η μετάβαση γίνεται γρήγορα και με εντυπωσιακά αποτελέσματα, αλλά δεν μπορεί να γίνει με τη μία και σε όλα τα επίπεδα. Ούτε το ΠΑΣΟΚ του 1981 δεν το είχε κάνει αυτό! Δεν γίνεται ξαφνικά να αλλάξει εξ ολοκλήρου η νοοτροπία του κόσμου. Οι πάρα πολλές αναφορές όμως από πόλεις, γειτονιές και χωριά, όπου ο κόσμος ψήφιζε άλλα ψηφοδέλτια ζητώντας (ακόμη και μοιράζοντας!) παράλληλα το ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ για τις ευρωεκλογές, είναι αποκαλυπτικές για το τι έρχεται σε μια εβδομάδα.

4. Τα πολύ καλά αποτελέσματα Δούρου και Σακελλαρίδη (στις πιο κεντρικές πολιτικές μάχες των εκλογών) είναι τα πιο ενδεικτικά για το συνολικό πολιτικό κλίμα και τις συναφείς εκλογικές τάσεις και γι' αυτό αναγκάζουν τον Σαμαρά σε κωλοτούμπες. Από εκεί που έλεγε πως οι εκλογές είναι αμιγώς αυτοδιοικητικές και δεν προσφέρονται για κεντρικά πολιτικά μηνύματα, ξαφνικά μας λέει πως στηρίζει Καμίνη-Σγουρό επειδή "δεν ζητούν την ανατροπή της κυβέρνησης". Είναι σοκ το ότι για πρώτη φορά οι υποψήφιοι του κυβερνώντος κόμματος είναι εκτός δεύτερου γύρου σε δήμο - περιφέρεια.

5. Τελευταίο, αλλά όχι έσχατο. Όσο η Ν.Δ. γίνεται όλο και πιο ακροδεξιά και πιο μνημονιακή, όσο δηλαδή ευτελίζει τη δημοκρατία και την αξιοπρέπεια των ανθρώπων, τόσο περισσότερο θα ενισχύει τη Χρυσή Αυγή, γιατί ο κόσμος δεν θα νιώθει πως έχει κάτι να προστατεύσει από αυτήν. Πράγματι, όσοι ψηφίζουν τη Χ.Α. δεν είναι κατ' ανάγκην νεοφασίστες. Αλλά ούτε όσοι ψήφιζαν τον Χίτλερ ήταν όλοι ναζί, όμως στο τέλος στη Γερμανία είχαν ναζισμό!

Γενικώς, το κλίμα υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ είναι δεδομένο. Τάσεις και αποφάσεις του κόσμου που διαμορφώνονται σταθερά τόσο καιρό δεν ανατρέπονται μέσα σε μια εβδομάδα. Το θέμα είναι να μην αφήσουμε την προπαγάνδα να πιάσει τόπο για να μην κοπεί τίποτα από αυτή τη δυναμική και τελικά να αυξηθεί ακόμη περισσότερο. Για να ζήσουμε την Κυριακή την αρχή του τέλους αυτού του συστήματος.

Για να ψηφίσουμε. Για να ζήσουμε.


Εκλογές. Και για να καταλάβουμε στη σημασία τους, πρέπει να συμφωνήσουμε πολύ γρήγορα στο τι γίνεται σε αυτή τη χώρα τα τελευταία χρόνια. Για να δούμε.

Σημείο συμφωνίας πρώτο: Ζούμε στην εποχή των Μνημονίων

Από το 2010 κι έπειτα, τα αλλεπάλληλα Μνημόνια έφτιαξαν ένα νέο πλαίσιο ζωής στην Ελλάδα, μία νέα χώρα. Αλλαγές στα εισοδήματα, στις εργασιακές σχέσεις, στους θεσμούς και στη δημοκρατία. Η κυβέρνηση καταργεί τις συλλογικές συμβάσεις, μειώνει τον κατώτατο μισθό, ορίζει έναν ακόμη χαμηλότερο για τους νέους, επιβάλει με τα προγράμματα voucher την εργασία των νέων για πέντε μήνες χωρίς δικαιώματα. Σαν ένα ντόμινο, μειώνονται και οι υπόλοιποι μισθοί, αυξάνονται οι απλήρωτες ώρες εργασίας, η ανασφάλιστη και επισφαλής εργασία και η ανεργία. Είναι ο νόμος της αγοράς σε δράση, μπροστά στα μάτια μας. Ή αλλιώς, όταν τα πράγματα ζορίζουν για κάποιους από εμάς, σε λίγο θα ζορίσουν για όλους. Νόμοι χιλιάδων σελίδων έρχονται στη Βουλή για ψήφιση σε μία ημέρα, η ΕΡΤ κλείνει με ένα διάταγμα, η αστυνομία αιματοκυλάει διαδηλώσεις, αποφασισμένα δημοψηφίσματα απαγορεύονται και το αποτέλεσμά τους αγνοείται, η αστυνομία πολιορκεί ένα ολόκληρο χωριό στη Χαλκιδική που θέλει να ζήσει χωρίς κυάνιο στον αέρα και το νερό του και εισβάλει νύχτα στα σπίτια, η δημοκρατία γίνεται λάστιχο και απαξιώνεται και φαίνεται στα μάτια των πολιτών άχρηστη. Αντανακλαστικά, ανεβαίνει ο φασισμός. Ή αλλιώς, κανείς δεν υπερασπίζεται κάτι που δεν πιστεύει πως υπάρχει.

Σημείο συμφωνίας δεύτερο: Τα Μνημόνια δεν είναι “λάθος”

Τα Μνημόνια τελικά δεν μείωσαν το χρέος της χώρας. Αντιθέτως, το αύξησαν από το 120% στο 175% του ΑΕΠ. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως απέτυχαν, γιατί απλούστατα δεν ήταν αυτός ο στόχος τους. Ο πραγματικός του στόχος ήταν με την τρομοκρατική απειλή της χρεοκοπίας και με τον μπαμπούλα της Τρόικας, να επιβληθούν μαζεμένες όλες οι αλλαγές που σκιαγραφήσαμε παραπάνω, που το σύστημα επιδίωκε τα προηγούμενα χρόνια αλλά δεν εφάρμοζε από φόβο για το πολιτικό κόστος.

Σημείο συμφωνίας τρίτο: “Πίσω από την Τρόικα, το ξέρουμε καλά, κρύβονται τα ντόπια τα αφεντικά”

Η κρίση δεν είναι μία ευκαιρία για να επιβληθούν πρωτίστως κάποιες χώρες σε κάποιες άλλες, αλλά κάποιες κοινωνικές ομάδες σε κάποιες άλλες. Για να σηκωθούν ψηλά κάποιοι και να σκύψουμε όσο περισσότερο γίνεται εμείς. Μέχρι τσακίσματος. Οι Γερμανοί, οι Γάλλοι, οι Άγγλοι και οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι εργαζόμενοι δεν την βγάζουν καθαρή μέσα στην κρίση, ούτε επωφελούνται. Οι μισθοί τους πέφτουν, η ανεργία αυξάνεται, οι εργασιακές τους σχέσεις επιδεινώνονται, τα δικαιώματα και το κοινωνικό τους κράτος χάνονται. Στη Γερμανία όλο και περισσότεροι δουλεύουν ως “ενοικιαζόμενοι εργαζόμενοι”, απολύονται όλο και πιο εύκολα και δεν μπορούν πια να ζήσουν από τη δουλειά τους, και αμείβονται με 400 ευρώ αφού έχει γεμίσει ο τόπος από τις διαβόητες “one euro jobs”.

Μήπως λοιπόν είναι λάθος να λέμε πως έχουμε “Κατοχή”;  Μάλλον, αφού ενώ ο ΟΤΕ πουλήθηκε στην Deutsche Telekom χωρίς να υπάρχει Μνημόνιο, στην εποχή των Μνημονίων ο ΟΠΑΠ ξεπουλιέται στον Έλληνα Μελισανίδη (με αντίτιμο του οποίου θα κάνει απόσβεση σε τρία χρόνια και για το οποίο δεν έχει πληρώσει ακόμη τίποτα) και το Ελληνικό, το μεγαλύτερο οικόπεδο της Ευρώπης, στον Έλληνα Λάτση (για 80 ευρώ το τετραγωνικό). Μάλλον δεν έχουμε Κατοχή, αφού ο Βαρδινογιάννης και ο Λάτσης, στους οποίους χαρίστηκαν χρέη ενός δις ευρώ, δεν είναι Γερμανοί. Όπως δεν είναι Γερμανοί και οι ιδιοκτήτες των 500 μεγαλύτερων ελληνικών επιχειρήσεων που μέσα στην κρίση είχαν 44% αύξηση κερδών με μείωση εσόδων, γιατί τα μνημονιακά μέτρα τους επέτρεψαν να ρίξουν πολύ το κόστος παραγωγής, με απολύσεις, μειώσεις μισθών, ανασφάλιστη και απλήρωτη εργασία. Όπως δεν είναι Γερμανοί και οι “πατριώτες” εφοπλιστές που απολαμβάνουν 60 διαφορετικές φοροαπαλλαγές, πληρώνουν στο κράτος όλοι μαζί πολύ λιγότερα από όσα πληρώνουν οι μετανάστες για τις κάρτες παραμονής. Όπως δεν είναι Γερμανός και ο διορισμένος τραπεζίτης Σάλλας της Πειραιώς, στον οποίο χαρίστηκαν τόσες τράπεζες, ούτε ο Λάτσης του οποίου η τράπεζα διασώθηκε. Όπως δεν είναι Γερμανοί όλοι οι ιδιοκτήτες επιχειρήσεων που με τα προγράμματα voucher βάζουν νέους να δουλέψουν για 500 ευρώ το μήνα, χωρίς δικαιώματα και με βαριά φορολογία. Όπως δεν είναι Γερμανοί όλοι οι ιδιοκτήτες των Κολεγίων που αυξάνουν την πελατεία τους επειδή καταργούνται οι τρεις πιο δημοφιλείς κλάδοι της δημόσιας και δωρεάν επαγγελματικής εκπαίδευσης. Όπως δεν είναι Γερμανοί οι ιδιοκτήτες των ιδιωτικών νοσοκομείων και ιατρικών κέντρων που αυξάνουν τα κέρδη τους επειδή τα δημόσια νοσοκομεία μαραζώνουν. Και σίγουρα δεν είναι Γερμανοί όλοι αυτοί οι εργοδότες που λεν με θράσος στους εργαζόμενους τους “με 300 ευρώ για 10 ώρες και με τα μισά ένσημα κι αν θέλεις, αλλιώς υπάρχουν ένας σωρός άνεργοι εκεί έξω”.

Επομένως, η πιο σκληρή μάχη που θα έχει να δώσει μια νέα κυβέρνηση δεν θα είναι στο εξωτερικό. Θα είναι με τους αντιπάλους της στο εσωτερικό. Με αυτούς που εφαρμόζουν τα μέτρα όχι επειδή τους το επιβάλει η Τρόικα, αλλά επειδή τους συμφέρουν. Και άρα, είναι λάθος η σκέψη πως ό,τι κι αν κάνουμε εδώ θα είναι μάταιο, αφού τα πάντα κανονίζονται έξω από την Ελλάδα. Εδώ είναι ο πυρήνας της σύγκρουσης. Από εδώ θα ξεκινήσουν να αλλάζουν τα πράγματα. Εδώ που συγκρούονται δύο κόσμοι. Εμείς κι αυτοί. Την μάχη του δικού τους κόσμου την οργανώνουν οι κυβερνήσεις τους.

Σημείο συμφωνίας τέταρτο: Οι κυβερνήσεις δεν ζουν σε κοινωνικό κενό αέρος

Και γιατί γίνονται λοιπόν όλα αυτά; Γιατί να θέλει η κυβέρνηση να τα κάνει όλα αυτά στον κόσμο; Σίγουρα, όχι από κακία. Από ιδεολογία και από συμφέρον. Από ιδεολογία, γιατί πιστεύουν στην ασύδοτη αγορά, στην μετατροπή των πάντων, ακόμη και των δημόσιων αγαθών, σε εμπόρευμα. Και από συμφέρον, που για τους ισχυρούς είναι αλληλένδετο με την ιδεολογία τους. Γιατί και οι ίδιοι προέρχονται κατά βάση από την τάξη των προνομιούχων. Και γιατί ξέρουν πως αυτές οι αλλαγές και η καθυπόταξη του λαού είναι η απαραίτητη συνθήκη ώστε να μείνει όρθιο αυτό το σύστημα που τους κρατάει στον αφρό, νόμιμα και παράνομα. Για να μπορούν να χρηματοδοτούν τις πεθαμένες ιδιωτικές τράπεζες με  δημόσιο χρήμα, αυτές να δανειοδοτούν τα φαληρημένα κανάλια και αυτά να στηρίζουν την κυβέρνηση και το σύστημα, σε ένα τρελό τρίγωνο πολιτικής αμαρτίας. Για να μπορούν να δίνουν τα δημόσια έργα και τα διόδια στους δικούς τους μεγαλοεργολάβους που, συμπτωματικά, είναι και ιδιοκτήτες των καναλιών. Και όλα αυτά με τη διαμεσολάβηση κάποιων μιζών.

Σημείο συμφωνίας πέμπτο: Η ιστορία των κοινωνιών είναι η ιστορία της αλλαγής τους

Και κάπου εδώ μπαίνει η ερώτηση: Και πως μπορούν να αλλάξουν όλα αυτά; Με όσα έχουμε συμφωνήσει ως τώρα, η απάντηση έχει ήδη δοθεί. Οι εχθροί μας δεν είναι πρωτίστως έξω, αλλά μέσα. Και στο εσωτερικό τα πράγματα αλλάζουν αν οι άνθρωποι, οι πολλοί, συνειδητοποιούν τη σύγκρουση που διεξάγεται γύρω τους και παίρνουν θέση. Και στο εξωτερικό αλλάζουν αν η κυβέρνηση μιας χώρας πει ένα πρώτο “όχι”. Αν στην Ελλάδα εκλεγεί μια κυβέρνηση αντιμνημονιακή, τότε το Μνημόνιο δεν θα το καταργήσει η ίδια. Θα το έχει καταργήσει ήδη ο λαός με την ψήφο του. Και στην Ελλάδα, όπως και την Ευρώπη υπάρχει ακόμη δημοκρατία. Ελλειμματική και προβληματική, αλλά υπάρχει. Και δεν μπορεί να αγνοηθεί έτσι η βούληση ενός λαού, όταν έχει εκφραστεί επισήμως. Και δεν μπορούν να του επιβάλουν τιμωρίες, δεν μπορούν να τον διώξουν από την ΕΕ χωρίς τεράστιο κόστος για τους ίδιους, όπως έχει πει η ίδια η Μέρκελ. Και αν αυτή η κυβέρνηση υπερασπιστεί τα συμφέροντα των λαών του Νότου, δεν θα μπορούν οι δεξιοί αρχηγοί της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας να μην μπουν σε αυτό το Μέτωπο του Νότου, όχι επειδή θα το θέλουν, αλλά επειδή θα τους αναγκάσουν οι λαοί τους που τότε θα τους πιέσουν. Γιατί ξέρουμε πως η πολιτική όπως και η ζωή είναι σύνθετη. Και περιλαμβάνει τη σύγκρουση και τον ελιγμό, τη διαπραγμάτευση και τον εκβιασμό και για τις δύο πλευρές. Γιατί η ιστορία δείχνει πως ο κόσμος πάντα αλλάζει αλλά είναι στο χέρι μας αν θα αλλάξει προς το καλύτερο ή το χειρότερο.

Σημείο συμφωνίας έκτο και έσχατο: Ακόμη κι αν δεν ασχολείσαι με την πολιτική, η πολιτική ασχολείται μαζί σου

Να ρίξουμε και έναν τελευταίο μύθο. Όταν απέχεις, δεν στέλνεις μήνυμα στο σύστημα που σε δυσαρεστεί, απλώς το ανακουφίζεις γιατί δεν το αλλάζεις. Η πολιτική διαμορφώνει τους όρους της ζωής σου, είτε θέλεις να το πιστέψεις είτε όχι. Απέχοντας μοιάζεις με το παιδί που από φόβο στο σκοτάδι και ό,τι κρύβεται μέσα του, κουκουλώνεται με την κουβέρτα του. Και επειδή δεν βλέπει νιώθει πως προστατεύεται. Ίσως δεν είναι τυχαίο που αυτή τη συμπεριφορά μπορεί να την ανακαλούμε και σε μεγαλύτερη ηλικία.

Διά ταύτα

Εκλογές λοιπόν. Άλλη μια φορά, γράφουμε την ιστορία των ημερών μας. Είτε συμμετέχοντας είτε απέχοντας, κουβαλάμε μια ευθύνη. Την ευθύνη να αποφασίσουμε με ποιον κόσμο είμαστε. “Ας μην το κρύβουμε, διψάμε για ουρανό” έλεγε ο Σαχτούρης. Κι ο δικός μας ουρανός είναι η ανατροπή!  Θα ψηφίσουμε λοιπόν. Για να φύγει η μαυρίλα μέσα από τις ψυχές τις δικές μας και των ανθρώπων μας. Για να είμαστε στο ευρώ ως ευρωπαϊκή χώρα και όχι ως χώρα της υποσαχάριας Αφρικής. Για να μην φεύγουν οι άνθρωποι μας στα ξένα, στην εξορία της μετανάστευσης, για να μην είναι η ζωή μας μόνο το skype του Σαββατοκύριακου. Για να έχουμε 8ωρο και ένα πρόγραμμα ζωής. Για να ανέβει ο κατώτατος μισθός και να έχουμε πάλι συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Για να μην πουληθούν οι παραλίες μας, να μην πουληθεί το νερό μας και να μην δηλητηριαστεί από το κυάνιο των χρυσοθήρων, για να μην γίνονται τα πανεπιστήμια χώρος για λίγους, για να μην μετράμε το δεκάλεπτο στο σουπερμάρκετ και να μην ψάχνουμε τα πιο φτηνά μακαρόνια, για να μην πέφτουμε σε κατάθλιψη επειδή δεν μας φτάνουν τα λεφτά για έναν καφέ και χάνουμε τους φίλους μας, για να μην μας πιάνεται η ψυχή μην μπει ελεγκτής στο μετρό και μας ζητήσει το εισιτήριο που δεν κόψαμε, για να μην κόβουμε το ίντερνετ και μένουμε με την τηλεόραση, για να μην μας πονάει το στομάχι όταν βλέπουμε λογαριασμό στην πόρτα, για να μην περπατάμε στο δρόμο με τεντωμένα νεύρα και έτοιμοι για τσακωμούς, για να μην εξαπλώνεται το μίσος του αδύναμου για τον πιο αδύναμο. Για να μην έχουμε γλοιώδεις τηλεπατριώτες υπουργούς και μαφιόζους δημάρχους. Για να χαμογελάμε μαζί με τους φίλους μας.

Και γιατί με τον ΣΥΡΙΖΑ; Γιατί αν μπορεί κάποιος να πάει τα πράγματα προς τα εκεί είναι αυτός. Γιατί δεν είναι κομμάτι των σχέσεων και των μηχανισμών εξουσίας που μας έφεραν εδώ. Γιατί κανείς δεν τον έχει στο χέρι. Και γιατί, πάνω απ' όλα, οι άνθρωποί του είναι άνθρωποι των καθημερινών αγώνων. Τα μέλη του είναι η μεγαλύτερη εγγύηση πως το κόμμα δεν θα κάνει κωλοτούμπες και δεν θα προδώσει κανέναν. Γιατί τότε, δεν θα ήταν οι ίδιοι απλώς οι υποδοχείς της δυσαρέσκειας του κόσμου, αλλά οι πρώτοι που θα αντιδρούσαν και θα έφερναν τα πάνω-κάτω, στο ίδιο τους το κόμμα. Γιατί είναι αριστεροί. Γιατί έχουν την ιδεολογία των συλλογικών αγώνων για τα δικαιώματα μας. Γιατί αν ήθελαν να κάνουν τα ίδια, θα είχαν πάει από χρόνια στο ΠΑΣΟΚ.

Θα προσπαθήσει ο ΣΥΡΙΖΑ με όλες του τις δυνάμεις να αλλάξει τα πράγματα; Οπωσδήποτε ναι. Θα το πετύχει; Εδώ είμαστε. Εδώ είναι που θυμόμαστε τον Σαρτρ να λέει πως “Το τρομερό μυστικό των θεών και των βασιλιάδων είναι η ελευθερία των ανθρώπων”. Γιατί το αν θα πετύχει ο ΣΥΡΙΖΑ εξαρτάται και από τη δική μας δράση, το δικό μας ξύπνημα. Και είμαστε ελεύθεροι να το κάνουμε, να μην βάλουμε το καράβι στον αυτόματο, αλλά να είμαστε εκεί, μαζί με την κυβέρνηση της Αριστεράς οι πολίτες σε ένα συγχρονισμένο χορό, να ανοίγουμε δρόμο ο ένας στον άλλο. Γιατί χωρίς τον κόσμο σε κίνηση, κανένας ΣΥΡΙΖΑ και κανένας Τσίπρας δεν μπορεί να σε σώσει.

Και τώρα είναι η ώρα που ο καθένας κοιτάει τη ζωή του, την ιστορία του και το μέλλον του. Και αναλαμβάνει την ευθύνη του. Το πρώτο, ελάχιστο, βήμα είναι μια ψήφος. Αυτή που για να την έχουμε έχει χυθεί αίμα. Για τα επόμενα βήματα θα φέρουμε στο νου μας ότι μεγαλώσαμε μαθαίνοντας ιστορίες για το πως οι άνθρωποι σε αυτά τα χώματα νικούσαν πάντα τα μεγάλα θηρία. Ιστορίες αληθινές, για αυτό και τρομερές και υπέροχες. Και δεν θα τις ξεχάσουμε πια. Θα δοκιμάσουμε. Θα προσπαθήσουμε. Να αλλάξουμε τα πράγματα. Να ζήσουμε αλλιώς. Να ανασάνουμε.

Υ.Γ. Πριν λίγες μέρες, άκουσα μια ιστορία στο ραδιόφωνο. Όταν έπεσε στην Νότια Αφρική το ρατσιστικό καθεστώς του Απαρτχάιντ, πρόεδρος της χώρας βγήκε ο ήρωας Νέλσον Μαντέλα. Την ημέρα των εκλογών, μία κυρία 92 ετών στεκόταν για πολύ ώρα στην ουρά για να ψηφίσει. Τότε, κάποιοι της πρότειναν να παρακάμψει τη σειρά και να περάσει μπροστά. Η απάντησή της; “Τι λες παιδί μου... εγώ σήμερα ψηφίζω για πρώτη φορά στη ζωή μου. Δεν θα τη χάσω αυτή τη στιγμή...”.

Δευτέρα 5 Μαΐου 2014

Το Μνημόνιο στην παιδεία: τα παιδιά-λάστιχα και άλλα κατορθώματα

https://barikat.gr/content/mnimonio-stin-paideia-ta-paidia-lastiha-kai-alla-katorthomata



«Και αν το Μνημόνιο δεν είναι λάθος;». Έτσι ξεκινά προηγούμενο άρθρο του barikat και η ερώτηση αυτή εμπεριέχει την απάντηση. Η πολιτική της λιτότητας που υλοποιείται με τα Μνημόνια δεν είναι απλώς μια σειρά λογιστικών πράξεων και περικοπών, δεν είναι μόνο ένα σχέδιο εξοικονόμησης πόρων, ένα σχέδιο που τελικά “δεν βγαίνει”, γιατί το χρέος αυξάνεται. Αντιθέτως, η λιτότητα είναι ένα εξαιρετικά επιτυχημένο εργαλείο για να υλοποιηθεί μία συνολική αλλαγή του κοινωνικού οικοδομήματος και του τρόπου λειτουργίας του και να προκύψει ένα νέο σημείο ισορροπίας των κοινωνικών δυνάμεων. Μέσω των πολιτικών λιτότητας και του εκβιασμού της Τρόικας επιβάλλονται αλλαγές που και τα προηγούμενα χρόνια οι κυρίαρχες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις ήθελαν αλλά δεν μπορούσαν να υλοποιήσουν: στις εργασιακές σχέσεις, στα ασφαλιστικά δικαιώματα, στην φορολογική πολιτική, στις πολιτικές και κοινωνικές ελευθερίες, στη λειτουργία του κοινοβουλίου, στη διάκριση των εξουσιών, παντού.

Μετά τα εργασιακά, το πεδίο όπου έχουν γίνει οι μεγαλύτερες τομές, οικονομικές και θεσμικές, και όπου ο πραγματικός σκοπός των μέτρων γίνεται πιο σαφής, είναι η Παιδεία. Με το σκεπτικό λοιπόν που παρουσιάσαμε πριν, ας δούμε ποιες είναι αυτές οι τομές και που αποσκοπούν, πέρα από την “περικοπή εξόδων” και τη διασφάλιση του -περίφημου και φανταστικού- “πρωτογενούς πλεονάσματος”.

“Δη δει χρημάτων”: υλικές και έμψυχες περικοπές
Εκεί όπου πρώτα από όλα διαγράφεται το νέο τοπίο της δημόσιας εκπαίδευσης είναι ο προϋπολογισμός της. Η δημόσια χρηματοδότηση μειώθηκε το διάστημα 2009-20014 κατά 35,5% και σχεδιάζεται μείωση της κατά 47% ως το 2016. Έπεσε έτσι στο 2,51% του ΑΕΠ το 2013 και θα φτάσει στο 2,15% το 2016. Ενδεικτικά,ο μέσος όρος των αντίστοιχων δαπανών στην Ευρώπη βρίσκεται σχεδόν στο 5% του μέσου ΑΕΠ.1

Στην Πρωτοβάθμια και τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση έκλεισαν από το 2011 πάνω από 1.200 σχολεία και 120 Επαγγελματικές Σχολές (ΕΠΑΣ). Για το 2014 προβλέπονται 1676 νέες συγχωνεύσεις σχολείων. Μαζί τους καταργήθηκαν πολύτιμες υποστηρικτικές δομές (ενισχυτική διδασκαλία, σχολικές βιβλιοθήκες, συμβουλευτικοί σταθμοί και δομές Σχολικού Επαγγελματικού Προσανατολισμού, ενώ το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο δεν θα λειτουργήσει  ούτε το 2014), σε μια προσπάθεια να εξοικειωθούν οι πολίτες με την ιδέα ότι το κράτος θα προσφέρει δωρεάν μόνο τα απολύτως απαραίτητα. Για τα υπόλοιπα ή πληρώνεις ή απλώς τα στερείσαι.

Και αφού έχουμε πια τόσο λίγα σχολεία, τι να τους κάνουμε τους εκπαιδευτικούς; Και στις δύο βαθμίδες λοιπόν απολύθηκαν 10.000 αναπληρωτές αποκαλύπτοντας σε τι αποσκοπούσε αυτός ο θεσμός: να υπάρχουν άνθρωποι που ενώ καλύπτουν πάγιες ανάγκες, να βρίσκονται σε ομηρεία πελατειακών δικτύων και επιπλέον να μπορούν να “απολυθούν” ανά πάσα στιγμή, παρακάμπτοντας την συνταγματική απαγόρευση για απολύσεις στο δημόσιο.2

Έτσι, έχουμε συνολικά 30.000 λιγότερους εκπαιδευτικούς, δηλαδή μείωση κατά 30% από το 2010.3

Και επειδή προφανώς και πάλι τους έβρισκαν πολλούς, οι κυβερνητικοί ιθύνοντες έστειλαν με υποχρεωτική μετάταξη 5.000 εκπαιδευτικούς στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και σε διοικητικές θέσεις. Τα κενά, λοιπόν, καλύπτονται εκ των έσω, διαμοιράζοντας το ελλιπές προσωπικό. Και παράλληλα, αυξάνεται ο αριθμός των μαθητών ανά τμήμα από 25 στους 30 και γίνονται υποχρεωτικές μετακινήσεις μαθητών σε άλλα σχολεία, ώστε να βγαίνουν λιγότερα τμήματα που θα χρειάζονται και λιγότερους καθηγητές.

Συνολικά για τους εκπαιδευτικούς και των δύο βαθμίδων οι ετήσιες αποδοχέςμειώνονται από 22% έως και 45% για τους νεοδιοριζόμενους εκπαιδευτικούς. Ο εισαγωγικός μισθός είναι 640 ευρώ (από 1070) και ο καταληκτικός 1400 ευρώ (από 1600) καθαρά. Μεγάλες μειώσεις γίνονται και στις συντάξεις και το εφάπαξ. Και επειδή δεν έφταναν αυτά, το ωράριο των εκπαιδευτικών αυξάνεται κατά δύο ώρες. “Σιγά το πράγμα”, θα πει κανείς. “Τι είναι δύο ώρες παραπάνω δουλειά, αν είναι να διασφαλίσεις έτσι τη θέση σου; Άλλωστε, όλοι πρέπει να κάνουμε θυσίες”. Μόνο που εξαιτίας αυτών των δύο παραπάνω ωρών, όχι απλώς δεν γίνονται νέες προσλήψεις, αλλά χιλιάδες εν ενεργεία εκπαιδευτικοί χαρακτηρίζονται ως υπεράριθμοι και μπαίνουν σε υποχρεωτική κινητικότητα! Υποχρεώνονται δηλαδή να μετατεθούν οπουδήποτε στην Ελλάδα, διαλύοντας οικογενειακούς προγραμματισμούς, προβαίνοντας σε «εκτός έδρας» έξοδα (ενοίκια, καύσιμα κλπ) και σε μια σειρά μετακινήσεων σε μέχρι και 4 διαφορετικά σχολεία εβδομαδιαίως, προκειμένου να συμπληρώσουν το νέο τους ωράριο. Δηλαδή, η «εξοικονόμηση» περίπου 215.000.000 ευρώ (είπαμε, πρέπει να μας βγει το “πρωτογενές πλεόνασμα”) προκύπτει από την απώλεια θέσεων εργασίας και την οικογενειακή ταλαιπωρία των εκπαιδευτικών. Και φυσικά, για να υποστηριχτούν όλα αυτά επιστρατεύεται η ισοπεδωτική προπαγάνδα για τους τεμπέληδες εκπαιδευτικούς και αποκρύπτεται ότι ο μέσος χρόνος εργασίας του κλάδου στις χώρες της Ευρώπης είναι 18,5 ανά εβδομάδα, όσος δηλαδή ήταν ως τώρα και ο μέσος όρος στην Ελλάδα.

Μια θεσμική αλλαγή: το κουβάρι αρχίζει να ξετυλίγεται

Ας δούμε τώρα τι άλλα μέτρα συνοδεύουν τις περικοπές. Για να καταλάβουμε έτσι ότι στην πραγματικότητα δεν τις συνοδεύουν απλώς, αλλά είναι αυτά ο βασικός πολιτικός στόχος, αφού αλλάζουν το πλαίσιο της εκπαίδευσης. Και το νέο αυτό πλαίσιο περιέχει πολύ περισσότερα ταξικά φίλτρα και αποσκοπεί στο σπάσιμο του “ταμπού” της δημόσιας δωρεάν εκπαίδευσης, στο να αποδεχτούν δηλαδή οι πολίτες πως το κράτος δεν είναι υποχρεωμένο να τους εξασφαλίζει πρόσβαση σε ποιοτική δωρεάν εκπαίδευση, όπως αντιστοίχως πως πρέπει να πληρώνουν για να εξετάζονται και να νοσηλεύονται σε δημόσια νοσοκομεία. Αλλά πάνω από όλα, το νέο πλαίσιο στοχεύει στο να εμπεδωθεί απολύτως το μοντέλο του ελαστικού εργαζόμενου, χωρίς δικαιώματα και απαιτήσεις. Είπαμε, κάποιοι κάνουν την κρίση ευκαιρία, με τον δικό τους τρόπο και για τα δικά τους συμφέροντα.

Έτσι λοιπόν, μέσα σε όλα αυτά τα μέτρα “δημοσιονομικής πειθαρχίας” βρήκε το υπουργείο την ευκαιρία να αλλάξει το εξεταστικό σύστημα στα Λύκεια για το απολυτήριο και την πρόσβαση στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Έτσι, θεσπίζονται πλέον πανελλήνιες εξετάσεις από την Α΄ Λυκείου, φτάνοντας συνολικά στις τρεις τάξεις τα 39 μαθήματα. Το αποτέλεσμα είναι αυτονόητο και θα προκύψει από τον κανόνα του ανταγωνισμού μεταξύ των μαθητών: τα φροντιστήρια θα αρχίζουν πλέον από την Α΄ Λυκείου.4

Οι συνέπειες; Για όσες οικογένειες το αντέχουν, ακόμη μεγαλύτερα ιδιωτικά έξοδα. Από τους υπόλοιπους, που πλέον είναι οι περισσότεροι, πολλοί δεν θα μπουν καν στον κόπο να συνεχίσουν την εκπαίδευση μετά το Γυμνάσιο, για αυτό και αναμένεται μεγάλη αύξηση της μαθητικής διαρροής, φτάνοντας μέχρι και το ένα τρίο των μαθητών.5 Ήδη, σήμερα είναι η πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας μετά τη Μεταπολίτευση, που μειώθηκε ο αριθμός των κατόχων απολυτηρίου Λυκείου.

Αξίζει εδώ να σημειώσουμε πως στην αιτιολογική έκθεση του σχετικού νόμου ο -καθηγητής σε πανεπιστήμιο κοινωνικών επιστημών- υπουργός παιδείας, αποδίδει την μαθητική διαρροή στο ότι κάποια παιδιά απλώς δεν προσπαθούν αρκετά, αδιαφορούν και τεμπελιάζουν, ουσιαστικά στο ότι “δεν παίρνουν τα γράμματα”. Και πως γίνεται όμως, τα παιδιά που δυσκολεύονται περισσότερο να ανταποκριθούν να προέρχονται κατά συντριπτική πλειονότητα από αδύναμα οικονομικά στρώματα και υποβαθμισμένες περιοχές; Δεν παίζει αυτό κανένα ρόλο για τον υπουργό με την νεοφιλελεύθερη σκέψη; Ή μήπως θα γυρίσουμε σε αντιλήψεις του 18ου αιώνα πως οι φτωχοί είναι φτωχοί επειδή είναι χαζοί; Μήπως θα πρέπει να δούμε τους φτωχότερους σαν εχθρούς; Μα ναι, εκεί είναι το θέμα! Γιατί όταν η αιτιολογική έκθεση του νόμου λέει πως “Ορισμένοι μαθητές λόγω του ότι δεν διαθέτουν την προαπαιτούμενη γνωστική επάρκεια νοιώθουν μειονεκτικά, αλλά και εκτός αυτού παρακωλύουν την απρόσκοπτη μάθηση των άλλων, φαινόμενο το οποίο στις μέρες μας έχει πάρει διαστάσεις και πρέπει να μας προβληματίσει”,χωρίς να εξετάζει τις κοινωνικές αιτίες, τότε δείχνει έναν απειλητικό - και χρήσιμο - εσωτερικό εχθρό. Δείχνει σε κάποιους μαθητές ως υπεύθυνους για ενδεχόμενη αποτυχία τους στην ατομιστική ζούγκλα των Πανελληνίων εξετάσεων, όχι το εξοντωτικών ρυθμών σύστημα αλλά κάποιους άλλους μαθητές! (βλέπε: Κανιβαλισμός για αρχάριους: μια ματιά στο «νέο λύκειο»).

Και αφού δείξαμε τον εχθρό, ποιο είναι το επόμενο βήμα; Να τον εκδιώξουμε. Για αυτό τα “προβληματικά” παιδιά ή θα φύγουν από το σχολείο ή θα στραφούν στην επαγγελματική εκπαίδευση. Λέει η ίδια αιτιολογική έκθεση: «Οι μαθητές σε ποσοστό 75% επιλέγουν το γενικό λύκειο και σε ποσοστό 25% επιλέγουν τις δομές της επαγγελματικής εκπαίδευσης [...]Η σημασία της επαγγελματικής εκπαίδευσης είναι ιδιαίτερα κρίσιμη στις παρούσες συνθήκες, εν μέσω μιας πρωτοφανούς κρίσης η οποία έχει εκτινάξει τα ποσοστά ανεργίας των νέων σε δυσθεώρητα ύψη και η αναμόρφωση της επαγγελματικής εκπαίδευσης μπορεί να αποτελέσει έναν βασικό άξονα αντιμετώπισης του προβλήματος της ανεργίας».Δηλαδή, δεν είστε άνεργοι επειδή δεν υπάρχουν θέσεις εργασίας, αλλά επειδή θέλατε όλοι να σπουδάζετε και δεν έχετε τεχνική κατάρτιση! Τι ωραία...

Γυμνάσιο-ΙΕΚ-μετανάστευση: ένα Μνημόνιο δρόμος
Ας αγνοήσουμε λοιπόν το ότι και στους τεχνικούς κλάδους τα ποσοστά ανεργίας είναι προφανώς τεράστια κι ας πατήσουμε την πεπονόφλουδα. Πάμε λοιπόν όλοι μας στην Επαγγελματική Εκπαίδευση. Όμως, κι εδώ το παιχνίδι είναι στημένο!
Από τον Σεπτέμβριο του 2013, 2100 εκπαιδευτικοί της επαγγελματικής εκπαίδευσης τέθηκαν σε διαθεσιμότητα, με τον κίνδυνο της απόλυσης. Εντελώς συμπτωματικά, αυτό οδήγησε στην κατάργηση των τριών πιο δημοφιλών τομέων στα δημόσια Επαγγελματικά Λύκεια και στις Επαγγελματικές Σχολές (υγείας-πρόνοιας, εφαρμοσμένων τεχνών, αισθητικής-κομμωτικής). Σας θυμίζουν κάτι; Μα βέβαια, είναι οι ειδικότητες που διδάσκονται στα ιδιωτικά ΙΕΚ και στα Κολέγια! Και έτσι, οι χιλιάδες μαθητές που ξαφνικά είδαν την ειδικότητά που είχαν επιλέξει να καταργείται -αφού έχασαν και έναν ολόκληρο χρόνο που είχαν ήδη παρακολουθήσει σε αυτές τις ειδικότητες- αλλά και όλοι οι υπόλοιποι που ήθελαν να τις ακολουθήσουν, μένουν μπροστά σε έναν μονόδρομο: να γίνουν η μεγάλη πελατεία που το κράτος με χαρά ρίχνει στην αγορά της ιδιωτικής εκπαίδευσης!6

Κι αν σε αυτά προσθέσουμε το ότι στα ΕΠΑΛ οι μαθητές θα εξετάζονται και αυτοί πανελλαδικά και στις τρεις τάξεις, και μάλιστα χωρίς να μπορούν αν αποτύχουν να επανεξεταστούν τον Σεπτέμβριο, τότε η ουρά για τα ιδιωτικά ΙΕΚ μεγαλώνει ακόμη περισσότερο και Χαράς Ευαγγέλια ακούγονται για τα εκπαιδευτικά μαγαζιά, όπως το ΙΕΚ ΑΚΜΗ, που προσφέρει όλες τις ειδικότητες που καταργήθηκαν από τα ΕΠΑΛ και που στα εγκαίνια των νέων εγκαταστάσεων του παραβρέθηκε ο ίδιος ο υπουργός Παιδείας. Αλλά και το ΙΕΚ ΞΥΝΗ, ο ιδιοκτήτης του οποίου πέτυχε τον διακανονισμό της καταβολής των χρεών του στο ΙΚΑ σε... 400 χρόνια (άξιο μεγάλης απορίας το γιατί δεν έχει αξιοποιηθεί ήδη στις διαπραγματεύσεις με την Τρόικα), ενώ ως κεντρικό ομιλητή σε εκδήλωση της επιχείρησής του είχε τον Άδωνι Γεωργιάδη.  Και μετά από όλα αυτά, για να είναι και σίγουρο πως θα έχει κοπεί εντελώς ο δρόμος των παιδιών προς το πανεπιστήμιο, καταργούνται τα ΕΠΑΛ και ιδρύονται στη θέση τους οι Σχολές Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΣΕΚ), με βασική διαφορά το ότι με το απολυτήριο των τελευταίων δεν θα μπορεί κανείς να δώσει εξετάσεις για είσοδο στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Σε ποια ευρωπαϊκή χώρα άραγεωθείται από τα δεκαπέντε ένα παιδί εκτός τυπικής εκπαίδευσης, χωρίς καμία δυνατότητα να επιστρέψει ποτέ;

Όλα αυτά λοιπόν, όπως είδαμε, υλοποιούνται με μοχλό πίεσης το νέο σύστημα εξετάσεων στο Λύκειο. Για την λειτουργία του οποίου τα έξοδα των εισαγωγικών εξετάσεων εκτοξεύονται από τα δύο εκατομμύρια στα έξι! Τελικά, φαίνεται πως για τις κρίσιμες μεταρρυθμίσεις “λεφτά υπάρχουν”, άρα ο στόχος δεν είναι η εξοικονόμησή τους. Τελειώσαμε λοιπόν; Κάθε άλλο. Γιατί υπάρχει κάτι ακόμη που δείχνει πως ο πραγματικός στόχος είναι η πλήρης εμπέδωση ενός νέου δυσμενέστερου για τους εργαζόμενους συσχετισμού δύναμης,ενός σκληρού μοντέλου εργασίας.

Για τους μαθητές της Επαγγελματικής Εκπαίδευσης προβλέπεται ένα τέταρτο έτος “Μαθητείας”, όπου οι μαθητές θα δουλεύουν για 28 ώρες και θα εκπαιδεύονται στο σχολείο μόλις για 7. Δηλαδή ένα έτος ουσιαστικά απλήρωτης και ανασφάλιστης εργασίας ανήλικων μαθητών, δώρο στους εργοδότες αλλά και στα διάφορα ιδιωτικά ΙΕΚ και ΚΕΚ που θα αναλαμβάνουν τη μαθητεία, θα τρέφονται με τα κρατικά χρήματα του ΕΣΠΑ και μετά θα μπορούν ακόμη και να νοικιάζουν τους μαθητευόμενους εργαζόμενους σε εταιρείες, κερδίζοντας χρήματα και από τη μεσιτεία! Είναι τέτοια δε η σημασία του θεσμού αυτού που τα κονδύλια που θα εκταμιευτούν από το ΕΣΠΑ για την υλοποίησή του είναι πολύ μεγάλα. Γιατί; Για δύολόγους. Πρώτον και κύριον, διότι έτσι θα αποδέχονται τα παιδιά από μικρή ηλικία το καθεστώς της επισφαλούς και κακοπληρωμένης απασχόλησηςκαι θα γίνονται οι “απασχολήσιμοι” και “ελαστικοί” εργαζόμενοι που το σύστημα χρειάζεται για να βγει από την κρίση του, την ίδια ώρα που θα στέλνει μαζικά τους υπόλοιπους στη μετανάστευση. Δεύτερον, όμως, οι 40.000 θέσεις μαθητείας που προβλέπονται δεν θα μπορούν να προσφερθούν μέσα από την διαλυμένη ελληνική οικονομία. Και τι θα γίνει τότε; Μα φυσικά οι 15χρονοι και 17χρονοι “μαθητευόμενοι” μέσω της κινητικότητας εντός της ΕΕ θα εξαχθούν σε άλλες χώρες και κυρίως στην Γερμανία. Δηλαδή, θα έχουμε μεταφορά ανθρώπων αλλά και πόρων από το ΕΣΠΑ που προορίζονται για την Ελλάδα σε άλλες χώρες. Μήπως τώρα οι συχνές επισκέψεις του Γερμανού υφυπουργού “Αναπτυξιακής Συνεργασίας” Φούχτελ σε Δήμους της Βόρειας Ελλάδας, όπου η ανεργία σαρώνει, αποκτούν κάποιο νόημα;

Ο στόχος όλων αυτών λοιπόν, είναι ο διαχωρισμός των μαθητών σε δυο διακριτές κατηγορίες. Σε μια μικρή ομάδα, όχι πάνω από 30% σύμφωνα με τις οδηγίες του ΟΟΣΑ, που μέσα από συνεχή ταξικά φίλτρα θα αποφοιτά από το Γενικό Λύκειο και θα εισάγεται στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση,  και μια δεύτερη, πολύ μεγαλύτερη κατηγορία μαθητών, με ελάχιστα στοιχεία γενικής παιδείας που θα προορίζεται για την κατάρτιση και την -τύπου δουλοπαροικίας- μαθητεία στις επιχειρήσεις.

Η Αθηνά κι ο Ιανός: τα δύο πρόσωπα μιας μεταρρύθμισης
Ας μην δημιουργηθεί όμως η εντύπωση πως αυτό το 30% προορίζεται για καμιά θέση κοινωνικής ελίτ. Ούτε καν για μια στοιχειωδώς άνετη διαβίωση. Οι μεταρρυθμίσεις στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση έρχονται να συμπληρώσουν τον ασφυκτικό μανδύα που ράβεται στις προηγούμενες βαθμίδες.

Και πρώτα από όλα, το Σχέδιο Αθηνά. Παρουσιάστηκε ως η επιτομή του νοικοκυρέματος του πανεπιστημιακού τοπίου στην Ελλάδα. Όμως, ο πραγματικός στόχος της κυβέρνησης δεν ήταν αυτός. Αυτό που έχουμε μπροστά μας είναι η πιο μεγάλη και αυταρχική προσπάθεια μεταρρύθμισης στο χώρο των πανεπιστημίων που έχει ζήσει αυτή η χώρα σε κοινοβουλευτική περίοδο. Μία προσπάθεια για τη δημιουργία μιας Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης που θα συμβάλει κεντρικά στο σχέδιο εσωτερικής υποτίμησης της ελληνικής κοινωνίας. Ενός Πανεπιστημίου που θα αναπαράγει την κοινωνική αγριότητα της εποχής των Μνημονίων. Το Σχέδιο αυτό θυμίζει λοιπόν λιγότερο την Αθηνά και περισσότερο τον αρχαίο θεό των Ρωμαίων, τον Ιανό, με τα δύο πρόσωπα.

Το Σχέδιο χαρακτηριζόταν από προχειρότητες και εντυπωσιασμούς (συγχώνευση άσχετων τμημάτων όπως το Λογοθεραπείας με το Εργοθεραπείας, ενοποίηση όλων των ξενόγλωσσων φιλολογιών, πρόταση κατάργησης του Προγράμματος Ψυχολογίας του ΦΠΨ και τελικά αναβάθμισή του σε αυτόνομο τμήμα κλπ), ενίσχυση τοπικών πελατειακών δικτύων (μεγάλη ενίσχυση της Λαμίας -εκλογικής περιφέρειας του αναπληρωτή υπουργού οικονομικών και διαχειριστή πακέτων του ΕΣΠΑ, Σταϊκούρα- με τμήματα ΤΕΙ, προσπάθεια μεταφοράς τμημάτων ΤΕΙ από τη Θεσσαλονίκη στις Σέρρες για να έχει πολιτική προίκα ο Κώστας Καραμανλής ο νεότατος, τιμωρία της Λιβαδειάς με την απομάκρυνση όλων των τμημάτων της προκειμένου να πληρώσουν οι κάτοικοι της το ότι στις εκλογές ανέδειξαν τον ΣΥΡΙΖΑ σε πρώτη δύναμη κλπ) και μείωση των δαπανών, για ένα φτηνό πανεπιστήμιο (η συγχώνευση των τμημάτων οδηγεί άμεσα σε μείωση του αριθμού των διοικητικών υπαλλήλων -ο πολύ μεγάλος απεργιακός αγώνας τους ανέδειξε το ότι 1.700 από αυτούς μπαίνουν σε καθεστώς διαθεσιμότητας και απόλυσης- αλλά και των καθηγητών, μέσω της μη αντικατάστασης όσων συνταξιοδοτούνται).

Το Σχέδιο αποσκοπεί επίσης στην ενίσχυση της αγοράς, της κερδοφορίας του μεγάλου κεφαλαίου. Κι εδώ αρχίζει να κουμπώνει πολύ καλά με τα προηγούμενα. Πρώτα-πρώτα, τα οι εγκαταστάσεις και οι υποδομές που μένουν κενές από τα Τμήματα που μεταφέρονται ή καταργούνται προορίζονται για άμεση ιδιωτικοποίηση μέσω του ΤΑΙΠΕΔ. Κυρίως όμως, με το Σχέδιο Αθηνά ευνοούνται και πάλι τα Κολλέγια, αφού (εντελώς συμπτωματικά!) οι ειδικότητες που καταργούνται από τα ΤΕΙ Αθήνας και Θεσσαλονίκης είναι αυτές που διδάσκονται  και εδώ από τα ιδιωτικά ΙΕΚ και τα Κολλέγια. Πόσο συμπτωματικό μπορεί λοιπόν να είναι το ότι το σχεδιασμό του χάρτη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης το υπουργείο τον ανέθεσε στον όμιλο του ΙΕΚ ΑΚΜΗ (με κόστος 137.000 ευρώ!), στον οποίο ανήκει και το Mediterranean College, που διδάσκει τα αντικείμενα που το Σχέδιο προτείνει να καταργηθούν από τα ΤΕΙ; Και πόσο σαφέστερη άραγε μπορεί να γίνει η σκληρά ταξική επιλογή της κυβέρνησης να πετάξει έξω από τα ΤΕΙ χιλιάδες παιδιά για να τα μετατρέψει σε πελατεία για τα Κολλέγια, μαζί με τα παιδιά που θα πεταχτούν έξω από το σχολείο, μέσω των Πανελληνίων της Α΄ Λυκείου και της κατάργησης των τριών ειδικοτήτων της Επαγγελματικής Εκπαίδευσης;

Όλα τα παραπάνω σημεία όμως θα ήταν λειψά χωρίς το τελευταίο, τον απόλυτο ακαδημαϊκό έλεγχο, για την πλήρη εργασιακή εκμετάλλευση. Το Σχέδιο Αθηνά είναι η μεγαλύτερη προσπάθεια εφαρμογής της Συμφωνίας της Μπολόνια και η μεγαλύτερη ανατροπή που έχουμε ζήσει ως τώρα στα πανεπιστήμια. Η Συμφωνία της Μπολόνια του 1999 προέβλεπε χονδρικά πως η τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ευρώπη πρέπει να λειτουργεί έτσι ώστε να τονώνει την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών οικονομιών. Επομένως, να κάνει έρευνα για τις ανάγκες της αγοράς και να παράγει τους πτυχιούχους που θα αποτελούν το κατάλληλο εκμεταλλεύσιμο επιστημονικό εργατικό δυναμικό που θα μεγιστοποιούσε τα κέρδη των επιχειρήσεων. Το πρώτο επιτυγχάνεται με τη μείωση των δημόσιων δαπανών για την έρευνα, που στρέφει τα πανεπιστήμια προς την αγορά για εξεύρεση πόρων ακόμη και για την επιβίωσή τους, αποτελώντας παράλληλα πεδίο διαφθοράς πανεπιστημιακών και διάβρωσης των λειτουργιών και της αξιοπιστίας των ιδρυμάτων, λόγω των κατευθυνόμενων αποτελεσμάτων της έρευνας. Το δεύτερο προϋποθέτει την ύπαρξη πανεπιστημιακών τμημάτων που δεν θα διδάσκουν πλήρη γνωστικά αντικείμενα αλλά θα χορηγούν πτυχία πάνω σε ένα κομμάτι ενός αντικειμένου. Δηλαδή, τμήματα που θα εκπαιδεύουν αποσπασματικά τους φοιτητές τους, ώστε αυτοί να έχουν περιορισμένες δυνατότητες επαγγελματικής εφαρμογής των γνώσεών τους και άρα να μπαίνουν με δυσμενείς όρους στην αγορά εργασίας κάνοντας υποχωρήσεις στα εργασιακά και άλλα δικαιώματά τους, ειδικά αφού με την πολυδιάσπαση των αντικειμένων και άρα των πτυχίων θα είναι πολύ πιο δύσκολο θεσμικά να συναντηθούν οι εργαζόμενοι κάτω από έναν ενιαίο επιστημονικό ή επαγγελματικό φορέα. Τμήματα, που θα υπηρετούν την νεοφιλελεύθερη χρησιμοθηρική αντίληψη της γνώσης, όπου πχ αντί για “οικονομία” διδάσκονται “χρηματοπιστωτικά”, δηλαδή όχι απλώς ένα μόνο κομμάτι της επιστήμης αλλά και το κομμάτι αυτό που θα έχει μεγαλύτερη -και πρόσκαιρη- ανάγκη ο καπιταλισμός για να αναπτυχθεί, σε βάρος των εργαζόμενων.

Το Σχέδιο Αθηνά ολοκληρώνει αυτό το έργο. Η πρόβλεψη του για τη δυνατότητα να εισάγονται υποχρεωτικές κατευθύνσεις στα τμήματα – ακόμη και από το πρώτο έτος – με απόφαση μόνο του υπουργού, χωρίς καν τη γνώμη των πανεπιστημίων, προοιωνίζει μεγάλες διασπάσεις των επιστημονικών αντικειμένων και των σπουδών. Ήδη αυτό συμβαίνει στα ΤΕΙ όπου σε πολλά Τμήματα έχουν εισαχθεί υποχρεωτικές κατευθύνσεις –και άρα το σπάσιμο του ενιαίου πτυχίου- από το πρώτο έτος. Αυτό όμως επηρεάζει και τους πτυχιούχους των Πανεπιστημίων. Για παράδειγμα, όταν δημιουργείται με το Σχέδιο Αθηνά Τμήμα ΤΕΙ Πολιτικών Μηχανικών είναι προφανές πως αυτό θα λειτουργεί ανταγωνιστικά προς το αντίστοιχο τμήμα των Πολυτεχνείων. Όμως, το Τμήμα των ΤΕΙ, και γενικά όσα Τμήματα ΤΕΙ παραπέμπουν σε αντίστοιχα Πολυτεχνικά, έχουν κατευθύνσεις, άρα παράγουν πιο αποσπασματικά εξειδικευμένους πτυχιούχους. Έτσι, όταν αυτοί μπουν στην αγορά θα δέχονται να δουλέψουν με μικρότερους μισθούς και μειωμένα ασφαλιστικά και άλλα δικαιώματα. Σημαίνει όμως αυτό πως τελικά οι πτυχιούχοι των ΤΕΙ θα προτιμηθούν έναντι αυτών των Πολυτεχνείων; Όχι, αφού οι δεύτεροι θα είναι πληρέστερα καταρτισμένοι, ακόμη κι αν μπουν κατευθύνσεις και στα δικά τους τμήματα, και έτσι θα παίρνουν αυτοί τις (όποιες) δουλειές, αλλά με συμπιεσμένες απολαβές και αποδυναμωμένα δικαιώματα λόγω του ανταγωνισμού από τους πτυχιούχους των ΤΕΙ, οι οποίοι θα λειτουργούν, άθελα τους, ως «εφεδρικός στρατός εργασίας», κατά τον σχετικό ορισμό του Μαρξ. Άρα, όλοι οι εργαζόμενοι θα βγαίνουν χαμένοι και τελικά ο μόνος κερδισμένος θα είναι ο καπιταλιστής που θα μεγιστοποιεί τα κέρδη του. Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε και τη δυνατότητα που δίνει ο νόμος Διαμαντοπούλου (4009/2011) για να χορηγείται σε όσους εγκαταλείπουν το πανεπιστήμιο ένα ενδιάμεσο πιστοποιητικό φοίτησης (κάτι σαν «πτυχίο δεύτερου έτους») καταλαβαίνουμε πόσο περισσότερο θα επιδεινωθεί η κατάσταση.

Όλα τα παραπάνω φυσικά προϋποθέτουν το σπάσιμο της συνδιοίκησης. Την ακύρωση δηλαδή της δυνατότητας των φοιτητών να παρεμβαίνουν θεσμικά στον τρόπο λειτουργίας του πανεπιστημίου και στο επιστημονικό περιεχόμενο των σπουδών τους. Το δρόμο για αυτό τον άνοιξε ο νόμος Διαμαντοπούλου, με την τεράστια μείωση των εκπροσώπων των φοιτητών στα όργανα διοίκησης, τον αποκλεισμό τους από την εκλογή προέδρων τμημάτων και πρυτάνεων αλλά και την θέσπιση των Συμβουλίων Διοίκησης. Κι έτσι φάνηκε τώρα πια πως ο πραγματικός σκοπός αυτής της μεταρρύθμισης δεν ήταν το να απαλλαγεί το πανεπιστήμιο από την «κομματοκρατία» και τη διαπλοκή –όπως έλεγαν αυτοί που εγκατέστησαν αμφότερες– αλλά να απαλλαγεί το αστικό σύστημα εξουσίας από την ενοχλητική δυνατότητα του φοιτητικού κινήματος να παρεμβαίνει στα πράγματα του πανεπιστημίου. Αλλά και από την ίδια την πολύ δημοκρατική –και για αυτό πολύ ενοχλητική για αυτούς, ιδέα– πως οι φοιτητές δεν είναι απλώς εκπαιδευόμενοι αλλά έχουν δικαίωμα και υποχρέωση να αμφισβητούν το περιεχόμενο των σπουδών τους και να διεκδικούν μια καλύτερη συλλογική προοπτική.

Η πειθάρχηση. Και το τέλος
Όλα αυτά εξυπηρετούνται απολύτως από τους κανόνες πειθάρχησης των λειτουργών της εκπαίδευσης. Ο νόμος Μανιτάκη περί αυτοδίκαιης αργίας -που ορίζει πως σε όποιον δημόσιο λειτουργό ασκηθεί δίωξη για οποιοδήποτε αδίκημα, ακόμη και άσχετο με την υπηρεσία του και κάποιες φορές για πλημμέλημα, μπαίνει αυτομάτως σε αργία μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεσή του- κρατά σε αντιδημοκρατική ομηρία τους λειτουργούς και εφαρμόζεται σε βάρος των πολιτικών και συνδικαλιστικών ελευθεριών τους. Ήδη κάποιοι έχουν τεθεί σε αργία επειδή σε βάρος τους εκκρεμούν κατηγορίες για αδικήματα σε σχέση με τη συμμετοχή τους σε διαδηλώσεις.

Η ηλεκτρονική πλατφόρμα myschool απαιτεί την άμεση καταγραφή και ενημέρωση του υπουργείου αναφορικά με στοιχεία όπως οι απουσίες των μαθητών και η συμμετοχή των καθηγητών σε απεργίες, όλα επωνύμως, προκαλώντας την παρέμβαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Στόχος, ένα τεράστιο ηλεκτρονικό φακέλωμα, εργαλείο στα χέρια μιας κυβέρνησης που δεν έχουμε λόγο να εμπιστευόμαστε για το παραμικρό. Και όλα αυτά, μαζί με την ψευδεπίγραφη “αξιολόγηση”, μια διαδικασία φτιαγμένη για να προσφέρει δικαιολογίες και έναν “αξιοκρατικό” μανδύα στις προαποφασισμένες απολύσεις. Και την ίδια ώρα, μαθητές καλούνται στα αστυνομικά τμήματα, ανακρίνονται με ερωτήσεις για το τι ψηφίζουν οι γονείς τους και απειλούνται ότιλόγω της συμμετοχής τους σε μαθητική κινητοποίηση θα κατηγορηθούν για κακούργημα και δεν θα τους επιτραπεί η συμμετοχή τους στις πανελλαδικές εξετάσεις. Με εντολή των ίδιων ανθρώπων που αντιμετωπίζουν τους αγώνες με επιστρατεύσεις και καταστολή, σαν σε μια νοσταλγία της Ελλάδας του γύψου.

Λίγο – λίγο λοιπόν όλα προχωράν και δένουν, ακόμη κι αν πολλοί μας έλεγαν πως είμασταν υπερβολικοί, αρνητιστές και λαϊκιστές όταν τα προεξοφλούσαμε. Συντελείται η απόλυτη ταύτιση της εκπαιδευτικής πολιτικής με την πολιτική των μνημονίων, για τη δημιουργία μίας νέας κοινωνίας, χωρίς τις κατακτήσεις των προηγούμενων γενεών. Για να ακολουθείται το νεοφιλελεύθερο πρόταγμα για την εκπαίδευση: Να μαθαίνεις όλο και περισσότερα για όλο και λιγότερα, μέχρι να ξέρεις τα πάντα για το τίποτα. Κυρίως, για να εφαρμόζεται το σχέδιο της πολύ μεγάλης περιθωριοποίησης της νέας γενιάς, της συντριβής της, της εκπαίδευσής της στο να ζει χωρίς απαιτήσεις, χωρίς όνειρα, χωρίς διεκδικήσεις, χωρίς συγκρούσεις κι αγώνες. Χωρίς καμία ευοίωνη προοπτική για το μέλλον της. Ένα σχέδιο φοβερής ταξικής σκληρότητας, που εκφράζεται με την εξαφάνιση της κρατικής μέριμνας και της κοινωνικής πρόνοιας. Οι καπιταλιστές, ο αστικός συνασπισμός εξουσίας, η κοινωνική ελίτ, το άρχον συγκρότημα, οι «από πάνω», αυτοί που όπως κι αν τους πούμε νιώθουμε πολύ επώδυνα τις επιπτώσεις της δράσης τους, θέλουν να μας πετάξουν έξω από το τρένο, χωρίς να τους νοιάζει που θα καταλήξουμε. Θεωρούν πως αυτό το τρένο έχει θέσεις μόνο για αυτούς. Γελάστηκαν. Στη δική μας γενιά έλαχε το μεγάλο χρέος να τους ξεβολέψουμε. Για τα καλά.



Η μεγαλύτερη μείωση χρηματοδότησης καταγράφεται στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, κατά 25% μόνο στο διάστημα 2012-2014. Συγκεκριμένα, η χρηματοδότηση της Τριτοβάθμιας μειώθηκε κατά 132 εκατομμύρια σε σχέση με το 2013 και 284 εκατομμύρια σε σχέση με το 2012. Αλλά και τα κονδύλια της δευτεροβάθμιας (μαζί με την επαγγελματική) εκπαίδευσης μειώθηκαν κατά 216 εκατομμύρια.

Στη θέση των 10.000 αναπληρωτών, μόλις 2050 προσλήφθηκαν φέτος στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση (οι περισσότεροι μέσω ΕΣΠΑ, δηλαδή με υποαμοιβόμενη, ελαστική απασχόληση), έναντι 3757 το 2012-13 και 5527 το 2011-12.

Από 102.360 εκπαιδευτικούς το 2010, φτάσαμε στους 72.428 το 2013.
Στο πλαίσιο της ίδιας μεταρρύθμισης, ενώ υποβαθμίζονται μαθήματα γενικής παιδείας, όπως οι Ξένες Γλώσσες, η Πληροφορική, η Φυσική Αγωγή και η Αγωγή του Πολίτη (στα ΕΠΑΛ και η Φυσική), προστίθεται μία ώρα Θρησκευτικών!

Με τη μεταρρύθμιση Αρσένη, κατά την περίοδο 1999-2000, όταν και μπήκαν οι πανελλήνιες εξετάσεις και στην Β΄ Λυκείου, πάνω από το 25%μαθητών κόπηκαν. Σύμφωνα με την ΟΙΕΛΕ (Ομοσπονδία Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών) ένας στους τρεις μαθητές του Γενικού Λυκείου και ένας στους δύο του Επαγγελματικού θα οδηγηθούν με το σύστημα Αρβανιτόπουλου διά της βίας έξω από την εκπαίδευση, αφού , με βάση τα πορίσματα συγκριτικής μελέτης του ΚΑΝΕΠ, περίπου 85.000 μαθητές των Γενικών Λυκείων, δηλαδή το 35% του μαθητικού δυναμικού πληθυσμού, ήδη παρουσιάζουν «χαμηλά εκπαιδευτικά αποτελέσματα» και είτε προάγονται οριακά με μέσο όρο βαθμολογίας από 9,5 έως 11 είτε (οι λιγότεροι) επαναλαμβάνουν την τάξη. Στο Τεχνολογικό Λύκειο το ποσοστό αυτό εκτινάσσεται στο περίπου στο 55%.

Αυτή η αλλαγή πλήττει ιδιαιτέρως τις γυναίκες, αφού το 81% των παιδιών που φοιτούν σε αυτές τις ειδικότητες είναι κορίτσια.