Τρίτη 31 Μαρτίου 2015

Το ματς, τώρα, παίζεται


Ξεκινάει το πρωτάθλημα. Διαβάζεις τα αθλητικά, μαθαίνεις τις μεταγραφές και νά 'σου η πρώτη αγωνιστική. Κάθεσαι, βλέπεις, όλα καλά. Δεύτερη αγωνιστική, δεν πετάει κιόλας η ομάδα, αλλά έχει μέλλον το πρωτάθλημα, δείχνει κάποια καλά στοιχεία, κοιτάς τον τρόπο παιχνιδιού της, τι πλεονεκτήματα και αδυναμίες έχει κάθε παίκτης, γενικώς σε ψήνει. Και έρχεται η τρίτη αγωνιστική. Η ομάδα σου παίζει καλά, αλλά... μπαμ, πάρε ένα ψεύτικο πέναλτι στο κεφάλι, πάρε και μια κόκκινη κάρτα για διαμαρτυρία, για να σου καεί και το επόμενο ματς, και γεια σας! Σπασμένα νεύρα, αίσθημα αδικίας, απογοήτευση και τελικά αποδοχή της μοίρας σου και απομάκρυνση, αφού δεν μπορείς να κάνεις και τίποτε άλλο από το να εκτονώνεις την οργή σου σε οπαδικές ραδιοφωνικές εκπομπές. Σταματάς, λοιπόν, να ασχολείσαι με τον τρόπο παιχνιδιού, τις τεχνικές και τα συστήματα. Δηλαδή, με το ποδόσφαιρο. Ασχολείσαι μόνο με το παρασκήνιο. Δηλαδή, με αυτό που κάποτε ο Ουμπέρτο Έκο αποκαλούσε "φιλολογία επί της φιλολογίας του ποδοσφαίρου".

Γιατί συμβαίνει αυτό; Διότι συνειδητοποιείς ότι υπάρχει κάτι πίσω από αυτό που βλέπεις. Κάτι που ξεφεύγει  της εποπτείας και του ελέγχου σου. Δεν μπορείς να το επηρεάσεις, ούτε να το υπολογίσεις. Αλλά σίγουρα είναι εκεί και ελέγχει τα πράγματα. Σταυρώνεις λοιπόν τα χέρια και λες: "όλα είναι στημένα, δεν έχει νόημα να ασχολούμαι στα σοβαρά". Κάπως έτσι πραγματοποιήθηκε μέσα στον καιρό των Μνημονίων και η απομάκρυνση των ανθρώπων από την πολιτική. Επειδή έβλεπαν πως ό,τι κι αν έλεγαν προεκλογικά οι μνημονιακές κυβερνήσεις, τελικά δεν εφάρμοζαν τίποτα. Άρα, δεν είχε κανένα νόημα να τα ακούσεις και να τα αξιολογήσεις. Όλα, τελικώς, ήταν κανονισμένα από την παντοδύναμη τρόικα και τα μεγάλα συμφέροντα, κάπου μακριά από εμάς.

Αυτήν την κατάσταση είναι που ανέτρεψε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, με την αντιστοιχία εξαγγελιών και έργων, εξαγγελιών και απόδειξης προθέσεων. Την μεγάλη ανάγκη του κόσμου για μια τέτοια αλλαγή την καταλαβαίναμε όταν προεκλογικά ακούγαμε από παντού: "από τα δέκα πράγματα που λέει ο ΣΥΡΙΖΑ, τα δύο-τρία αν κάνει, ικανοποιημένοι θα είμαστε". Αυτή η σχεδόν απεγνωσμένη επιθυμία των ανθρώπων δεν πήγαζε μόνο από την ανάγκη να ληφθούν άμεσα μέτρα ανακούφισής τους. Είχε να κάνει και με την ανάγκη να δουν πως υπάρχει κάποιος που ορισμένα, έστω, από αυτά που λέει τα υλοποιεί. Την ανάγκη να βρουν από κάπου να πιαστούν για να πιστέψουν πως έχει ακόμη νόημα να ασχολούνται, πως υπάρχει κάτι που τους δίνει τη δυνατότητα να κρίνουν και να αξιολογήσουν οι ίδιοι, πως κάτι ακόμη περνάει από το χέρι τους, πως μπορούν να βγουν από το ψυχολογικό κενό που τους έριχνε η προηγούμενη κατάσταση και το αίσθημα απόλυτης αδυναμίας που γεννούσε. Πως δεν είναι όλα στημένα, άρα αδύνατον να επηρεαστούν.

Κάπως έτσι, φτάσαμε στη μεγάλη αναζωογόνηση του ενδιαφέροντος των ανθρώπων για την πολιτική. Φτάσαμε να ακούμε έκπληκτοι από τα σπίτια των γειτόνων μας να παίζει το κανάλι της Βουλής στις προγραμματικές δηλώσεις. Φτάσαμε στις συγκινημένες φωνές που μας έλεγαν ότι τους αρκεί που ο πρωθυπουργός αυτής της χώρας μίλησε έτσι στη Βουλή, μπροστά σε αυτούς που κυβερνούσαν ώς τώρα και στους ξένους. Και με τα συνεχή δείγματα πως αυτή η κυβέρνηση αυτά που λέει τα πιστεύει, φτάσαμε να έχει πια μετατεθεί το ερώτημα των ανθρώπων από το αν λέει αλήθεια ο ΣΥΡΙΖΑ στο αν θα καταφέρει να κάνει αυτά που θέλει. Ο κόσμος έβλεπε τον Σαμαρά ως εχθρό του και τον ΣΥΡΙΖΑ ως συμπαραστάτη. Και παρακολουθεί ξανά το παιχνίδι με ενδιαφέρον και το καταλαβαίνει αλλιώς. Αυτή είναι η μεγάλη προίκα που φτιάξαμε. Η μαγιά με την οποία θα ζυμώσουμε το κοινό ψωμί της πολιτικής, τη δημοκρατία. Αλλά αυτή τη ζύμη πρέπει να βάλουμε να την δουλέψουν και αυτοί που θα την γευτούν. Για να πιστέψουν πως ήρθε πια ο καιρός να ζουν από τα δικά τους χέρια.

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2015

Πρότυπος ελιτισμός



Φρυάζει τις μέρες αυτές η φιλελεύθερη “ψυχή”. Το “είναι” όλων αυτών που το έχουν ταυτίσει με το “εγώ” τους. Η συνείδηση τους γεμίζει από απελπισία για την επικείμενη κατάρρευση των κατακτήσεών τους. Μάλλον, των κεκτημένων τους. Καλύτερα, των αυτονόητών τους.

Γιατί αυτός ο κλαυθμός και ο οδυρμός; Μα γιατί η νέα αριστερή κυβέρνηση ανακοίνωσε διά του υπουργού παιδείας την πρόθεσή της να καταργήσει τα πρότυπα σχολεία, αφήνοντας σε λειτουργία μόνο τα πειραματικά. Ανακοίνωση που, σαν μικρό φυτίλι, οδήγησε κατευθείαν στην έκρηξη τα πυρά των υποστηρικτών των πρότυπων. Ξεπετάγονται μέσα από τις στήλες των συστημικών εφημερίδων και ιστοσελίδων μίγματα οργής, σοκ, θρήνου και δέος μπροστά στο φάσμα της μεγάλης απώλειας, της μεγάλης ανατροπής. Θα πει κανείς, πως η κυβέρνηση είπε κάτι το βάσιμο: Πως αφού στα πρότυπα σχολεία, σε αντίθεση με τα πειραματικά, όπως λειτουργούσαν επί δεκαετίες, δεν εισάγουν τους μαθητές τους με κλήρωση, αλλά με εξετάσεις, γίνεται σε αυτά ένα κοινωνικό φιλτράρισμα, πως είναι και πάλι, όπως και για την είσοδο στα πανεπιστήμια, τα παιδιά των οικογενειών με μεγαλύτερο οικονομικό και μορφωτικό κεφάλαιο που καταφέρνουν να ανταποκριθούν στις εξετάσεις και να φοιτήσουν στα σχολεία αυτά, τα παιδιά που τους έχει προσφερθεί η δυνατότητα (αλλά και τους έχει επιβληθεί ο καταναγκασμός) να παρακολουθήσουν εντατικά φροντιστήρια και ιδιαίτερα, στα έντεκά τους χρόνια. Και πως αφού, σε αντίθεση με τα πειραματικά, δεν δοκιμάζονται σε αυτά νέες διδακτικές μέθοδοι, αλλά ακολουθούνται οι ίδιες με τα άλλα σχολεία, τότε μετατρέπονται απλώς σε μικρές γυάλες, σε σχολεία όπου εμπεδώνεται η κοινωνική ανισότητα από πολύ νωρίς. Και όχι μόνο αυτό. Εμπεδώνεται και ο ανταγωνισμός, γίνεται αυτονόητη, επειδή βιώνεται σε πολύ μικρή ηλικία, η λογική της “αριστείας”, δηλαδή της διάκρισης.

Και τι με αυτό; Σαν κοσμήματα αραδιάζουν πάνω από την περιγραφή των πρότυπων σχολείων οι θιασώτες τους τις λέξεις: Προάγουν την καινοτομία και την αριστεία. Ανεβάζουν τον πήχη της ποιότητας. Οι εξετάσεις, αντί της κλήρωσης, διασφαλίζουν την δημοκρατία, που βασικά ισούται με την αξιοκρατία, η οποία βασικά ισούται με την αντικειμενικότητα. Από την άλλη, οι λέξεις που αποδίδουν τον χαρακτήρα της αριστερής υπουργικής εξαγγελίας, μοιάζουν βγαλμένες από το ζοφερότερο μέλλον: εξίσωση προς τα κάτω, λαϊκισμός, ισοπέδωση, μαρξιστικές ιδεοληψίες, τυραννία της μετριότητας, αποθέωση της ήσσονος προσπάθειας, απαξίωση της προσπάθειας και της εργασίας, επιβράβευση της αδιαφορίας.

Αυτός ο, τύπου “Μαντάμ Σουσού”, πανικός των φιλελευθέρων, αναδεικνύει ξανά τη βασική διαφορά ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά. Ανάμεσα στη λογική της ανατροπής αυτού του συστήματος και αυτή της διατήρησης – συντήρησής του: η Αριστερά πιστεύει στην ισότητα των ανθρώπων ως μια σχεδόν οντολογική κατάσταση που έχει αναιρεθεί και την οποία προσπαθεί διαρκώς να επαναφέρει. Η Δεξιά δεν πιστεύει στην ισότητα, πιστεύει στη διάκριση και θεωρεί πως ο κόσμος όχι απλώς έτσι είναι, αλλά έτσι πρέπει να είναι. Η μάχη γίνεται για άλλη μια φορά με τις λέξεις. Οι φιλελεύθεροι, οι άνθρωποι το ατόμου και όχι της συλλογικότητας, της τάξης τους και όχι της κοινωνίας, μιλάνε για την “αριστεία”, βαφτίζοντας έτσι τον ελιτισμό τους. Μιλάνε για “δικαιοσύνη”, βαφτίζοντας έτσι την επικράτηση του ισχυρότερου κατά τον ανταγωνισμό. Μιλάνε για την ισότητα ως “εξισωτισμό” και “μετριοκρατεία”, ακριβώς γιατί θεωρούν όλους τους άλλους “μέτριους”.

Το πιο ενδιαφέρον από όλα, όμως, είναι το ότι αυτοί οι “άριστοι” βαφτίζουν την κοινοτυπία και την απλοϊκότητα τους ως δυναμική και σοφιστικέ σκέψη. Μας λένε πως οι άριστοι υπάρχουν, έτσι κι αλλιώς, μέσα στη ζωή. Πως οι δομές αριστείας, όπως τα πρότυπα σχολεία, αναγκάζουν αυτούς που θέλουν να συμμετάσχουν σε αυτές, να προσπαθήσουν και να βελτιωθούν, μέσα από τον ανταγωνισμό. Μας λένε πως δεν υπάρχει τίποτα κακό στην ανταγωνιστική προσπάθεια. Είναι αστείο. Οι σοφιστικέ φίλοι μας, καταφεύγουν σε αναλογίες που θυμίζουν κουβέντα καφενειακή. Πράγματι, στην κοινωνία υπάρχει ανταγωνισμός. Και γιατί το σχολείο ταυτίζεται με ολόκληρη την κοινωνία; Γιατί πρέπει το σχολείο να ενσωματώνει και να αναπαράγει κάθε χαρακτηριστικό της κοινωνίας; “Για να προετοιμάζει τα παιδιά για αυτήν”, θα έλεγε κανείς. Να τα προετοιμάζει μόνο για να ενσωματωθούν και όχι για να την αλλάξουν; Αυτό δεν λέγεται μόρφωση. Λέγεται συμμόρφωση. Στενή. Το σχολείο πρέπει, λοιπόν, να είναι απολογητής της κοινωνίας; Να προετοιμάζει τα παιδιά μόνο για να αποδέχονται τα βασικά της δόγματα και όχι για να δουν κριτικά και να τα αλλάξουν; “Δεν είναι αυτό το πνεύμα μας, εμείς θέλουμε να υπάρχουν τα πρότυπα σχολεία ακριβώς για να αποκτούν τα παιδιά κριτική σκέψη”, ήδη φωνάζει εναντίον μας το φιλελεύθερο κυματάκι. Πόσο μεγάλα κύματα να σηκώσει, άλλωστε, ένα ποτάμι. Και τότε, γιατί δεν θέλετε να έχουν πρόσβαση στην κριτική σκέψη όλα τα παιδιά; Γιατί να την κρατήσουμε ως μυστικό των λίγων, αυτών που καταφέρνουν να περάσουν κάποιες εξετάσεις; “Γιατί αυτό είναι το αντικειμενικό, άρα το αξιοκρατικό, άρα το δίκαιο, άρα το δημοκρατικό”. Δημοκρατία, δικαιοσύνη και αξιοκρατία, δεν υπάρχει, όμως, χωρίς ισότητα. Πως μπορείς να μιλήσεις για αντικειμενικότητα, όταν εφαρμόζεις ίσα μέτρα και δοκιμασίες σε άνισους ανθρώπους;

Κι αφού θες, αγαπητέ μου φιλελεύθερε, το σχολείο να περιλαμβάνει τον ανταγωνισμό, για να είναι αντιπροσωπευτικό της κοινωνίας, γιατί θέλεις ένα τέτοιο σχολείο να είναι για τους “καλύτερους” (δηλαδή, για όσους έχουν την πρόσβαση σε φροντιστήρια και ιδιαίτερα) και όχι σε παιδιά που να προέρχονται από όλα τα κοινωνικά στρώματα, όπως θα μπορούσε να γίνει με την κλήρωση; Σε ένα σώμα, δηλαδή, ανομοιογενές, όπως είναι η ίδια η κοινωνία; Μα, για αυτό ακριβώς. Γιατί οι φιλελεύθεροι θεωρούν πως το καλύτερο αποτέλεσμα προκύπτει από την ομοιογένεια. Γιατί για τους φιλελεύθερους η αριστεία είναι ζήτημα ατομικό. Έχει να κάνει μόνο με το πως θα συμβάλουν οι πολλοί ώστε να βελτιωθεί, διά του ανταγωνισμού, ο ένας, και ποτέ το αντίστροφο. Για την Αριστερά, όμως, για τον κληρονόμο της πιο βαθιάς ουσίας του ανθρωπισμού, η αριστεία είναι υπόθεση της κοινωνίας. Αφορά το πως οι πολλοί θα βοηθούν τους πολλούς. Αφορά όχι την εξαφάνιση της διαφορετικότητας, αλλά την αξίωσή της. Αφορά όχι την εξαφάνιση των διαφορετικών ικανοτήτων και ταλέντων των ανθρώπων, αλλά την αξιοποίησή τους, ανάγοντάς τα σε ισότιμα. Για την Αριστερά το σχολείο δεν είναι το χρησιμοθηρικό σχολείο του φιλελεύθερου ονείρου. Είναι το σχολείο που την ίδια στιγμή που αξιοποιεί τις κλίσεις των μαθητών, προσπαθεί να βελτιώσει τις ικανότητες όλων με τη συνεργασία και την αλληλεγγύη, προσπαθεί να κλείσει τις αποστάσεις ανάμεσά τους, στέλνοντας τους όλους προς τα πάνω.

Για τους φιλελεύθερους, το σχολείο, όπως η ζωή, πρέπει να είναι πρωταθλητισμός. Χώρος μένει μόνο για τους δυνατούς, οι οποίοι πρέπει να συναναστρέφονται μόνο (και εδώ είναι το κλειδί, στο “μόνο”) άλλους δυνατούς, για να βελτιώνονται. Για την Αριστερά το σχολείο είναι η τρυφερότητα της κοινωνίας προς τα παιδιά. Είναι η προετοιμασία τους για έναν κόσμο που, όπως μας λέει ο Χαλίλ Γκιμπράν, αυτά θα ζήσουν κι εμείς δεν μπορούμε καν να τον υποψιαστούμε. Είναι η προετοιμασία της αλλαγής του κόσμου, η αναζήτηση όλων των ευαισθησιών και ταλέντων των παιδιών και η ενστάλλαξη άλλων τόσων. Είναι ο σεβασμός και η ανάδειξη, αλλά όχι η αποθέωση του ατόμου και της ιδιαιτερότητάς του. Είναι η διαρκής βελτίωση τους ενός, η διαρκής αναζήτησης της υψηλότερης κορυφής, το διαρκές κάλεσμα από μια “άλλη πλάση ξελογιάστρα”, αλλά μέσα από τη βελτίωση και την αναζήτηση όλων. Εμείς, για αυτά ήρθαμε ως εδώ.

Τώρα έχουμε κάτι να χάσουμε

http://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/ftiaxnontas-ayto-poy-tha-exoyme-na-xasoyme


Παραμονές των τελευταίων εκλογών που κέρδισε ο Ούγκο Τσάβες στη Βενεζουέλα, συζητούσαμε με κάποιους συντρόφους από τη χώρα. Τους ρωτήσαμε τι έχει εξαγγείλει η δεξιά αντιπολίτευση για τις δομές που έχει δημιουργήσει η κυβέρνηση, όπως τα τοπικά λαϊκά συμβούλια. Έλεγε ότι θα τα διατηρήσει.

Ασφαλώς, αυτό δεν οφειλόταν στο ότι οι λαϊκές συνελεύσεις αποτελούν πραγματικό κομμάτι μιας δεξιάς πολιτικής. Αλλά ο δεξιός συνασπισμός αδυνατούσε να τις καταργήσει ως απλά δημιουργήματα μιας άλλης κυβέρνηση, αφού αυτές τις δομές τις είχε πάρει ο κόσμος στις πλάτες του και τους είχε δώσει το δικό του περιεχόμενο. Επειδή οι άνθρωποι είχαν πλέον δημιουργήσει οι ίδιοι κάτι, κάτι που πια τους ανήκε, που είχε φύγει από την αγκαλιά της κυβέρνησης, μια κοινωνική κατάκτηση με όλη τη σημασία του όρου, που άρα δεν μπορούσε να ξηλωθεί εύκολα. Είχαν πια κάτι να υπερασπιστούν, γιατί είχαν κάτι να χάσουν.

Όλα αυτά μας θυμίζουν αυτό που τόνιζε ο Κορνήλιος Καστοριάδης, πως για να γίνει πραγματικότητα ο σοσιαλισμός πρέπει οι ιδέες του να είναι κτήμα των ίδιων των εργαζόμενων. Όμως, το κτήμα σου δεν το κληρονομείς απλώς, ούτε το αγοράζεις. Το δουλεύεις, το κάνεις δικό σου μέσα από το σκάψιμο και το φύτεμα, από την αλλαγή του. Η ουσία λοιπόν της φράσης του Καστοριάδη δεν είναι πως ο κόσμος πρέπει να έχει αποδεχτεί τις ιδέες του σοσιαλισμού, αλλά να τις έχει γεννήσει ο ίδιος, ένα μέρος των ιδεών και των πρακτικών του σοσιαλισμού να είναι παιδί της λαϊκής επινοητικότητας, αυτής που, όποτε της δίνεται ένας συντεταγμένος χώρος και μια μορφή ελευθερίας, ξεπετάγεται και μας δίνει δείγματα του τι μπορεί να φτιάξει. Ας θυμηθούμε, για αυτό, λίγο τις Πλατείες του 2011.

Η λαϊκή επινοητικότητα και δημιουργικότητα είναι αυτή στην οποία προσβλέπαμε και για να έρθει η Αριστερά στην κυβέρνηση. Την κινηματική έκρηξη που σαν κύμα θα έφερνε τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία και θα επέβαλε στους αντιπάλους του -αλλά και στον ίδιο- τις εξελίξεις, μακρυά από τη λογική της ανάθεσης. Όμως, αυτές οι βλέψεις δεν επιβεβαιώθηκαν. Οι μεγάλες διαδηλώσεις των Πλατειών ακολουθήθηκαν από μια μεγάλη αποστράτευση, γιατί διαψεύστηκε αυτό που έκανε τον κόσμο να κινητοποιηθεί: είδε πως δεν κατάφερε να μετακινήσει το σχέδιο των μνημονιακών κυβερνήσεων ούτε ένα χιλιοστό. Έτσι, ο κόσμος, ακόμη και τα επιμέρους κινήματα, έριξαν όλη τους την αναμονή και την υπομονή στις βουλευτικές εκλογές. Και εκεί κέρδισαν. Και αυτομάτως, τέθηκε έτσι το ερώτημα: και τώρα τι κανουμε; Πως στερεώνει ο κόσμος την κυβέρνησή του; Πως σπάει η λογική της ανάθεσης;

Επειδή, λοιπόν, η στήριξη αυτή που χρειάζεται η κυβέρνηση δεν εξαντλείται στις συγκεντρώσεις υποστήριξής της κατά τη διαπραγμάτευση, αλλά πρέπει να έχει συνέχεια και να είναι πολύμορφη, ας πάρουμε μια μεθοδολογία από το παρελθόν, το κοντινό και το απώτερο. Στις χώρες της Λατινικής Αμερικής, πολλές από τις αριστερές κυβερνήσεις δεν ήρθαν στην εξουσία ακριβώς πάνω σε μια κινηματική έκρηξη. Όμως, τα κινήματα άνθισαν περισσότερο μετά την εκλογή τους, χάρη στο πιο ευνοϊκό πλαίσιο και τους δρόμους που τους άνοιγε η κυβέρνηση, αλλά και επειδή τότε αυξήθηκαν οι προσδοκίες των πολιτών.

Μετά την άνοδο των αριστερών κυβερνήσεων είναι που δημιουργήθηκαν οι δομές λαϊκής διαβούλευσης, τότε άνθισε το εγχείρημα των συναιτεριστικών επιχειρήσεων και του εργατικού ελέγχου, όταν η κυβέρνηση της Βενεζουέλας έδωσε στους εργαζόμενους το 49% πρώην ιδιωτικών επιχειρήσεων, κρατώντας η ίδια το 51% για να μην μετατατραπούν οι εργαζόμενοι σε μικρούς καπιταλιστές. Ομοίως και στο Εκουαδόρ, η λαϊκή διαθεσιμότητα προέκυψε κυρίως μετά την άνοδο της κυβέρνησης Κορέα και την αποπομπή του ΔΝΤ από τη χώρα. Επίσης, όπως μας θύμισε σε πρόσφατο άρθρο του ο Σταύρος Κωνσταντακόπουλος, δεν ήταν πριν, αλλά μετά την νίκη του Λαϊκού Μετώπου στη Γαλλία το 1936 που προέκυψαν οι μεγάλες απεργίες οι οποίες κέρδισαν την εβδομάδα των 40 ωρών, τις συλλογικές συμβάσεις και την άδεια μετ' αποδοχών. Ακριβώς επειδή, και πάλι, η άνοδος της νέας κυβέρνησης ανέβασε και τις προσδοκίες του κόσμου και δημιούργησε αγωνιστική αισιοδοξία και κινητοποίηση.

Αυτό είναι, λοιπόν, το στοίχημα. Η δημιουργία διαδικασιών και χώρων από την κυβέρνηση τις οποίες θα σαρκώνει ο κόσμος με τη συμμετοχή του, αλλά και η ανάδυση πρωτοβουλιών του κόσμου που θα ανοίγουν δρόμο στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Το να αποτελέσει η νέα κατάσταση, η νέα ζωή των ανθρώπων και δικό τους παιδί, για να μην μπορεί κανείς να τους το στερήσει. Να έχουν κάτι να χάσουν, κάτι δικό τους. Ένα κτήμα δουλεμένο και σπαρμένο, που να μην αφήνουν κανέναν να τους το ξηλώσει, ούτε καν αυτόν που τους το χάρισε. Για να ανοίγουν η κυβέρνηση και ο κόσμος δρόμους ο ένας στον άλλο. Για να μην ξεχνάμε πως η Αριστερά δεν δίνει τη μάχη απλώς για να ζήσουν οι άνθρωποι καλύτερα. Δίνει τη μάχη για να αλλάξει συνειδητά ο κόσμος. Δηλαδή, δίνει την καθαρή και ανοιχτή μάχη για τα μυαλά των ανθρώπων, για να μπορέσουν να γίνουν οι ίδιοι ενεργοί φορείς του κοινωνικού μετασχηματισμού, της ανατροπής.

Και με αυτό μπορούμε να καταλήξουμε και σε μια απάντηση στο ερώτημα της “αριστερής” αντιπολίτευσης προς την κυβέρνηση της Αριστεράς. Και να ξεκαθαρίσουμε πως “αριστερή αντιπολίτευση” δεν είναι να κρατάς στο χέρι τη λίστα για να ψάχνεις μπας και βρεις κάτι που έταξε η κυβέρνηση και δεν το έκανε ακόμη, ώστε να αρχίσεις να το κουνάς μπροστά της. Υπάρχουν δεξιοί δημοσιογράφοι που το κάνουν επαρκέστατα αυτό. Δεν είναι απλώς το να πλειοδοτείς. Είναι το να δημιουργείς συλλογικές κοινωνικές (να το ξαναπούμε, κοινωνικές!) διαδικασίες και να μπαίνεις στους χώρους που υπάρχουν και που θα δημιουργήσει αυτή η κυβέρνηση και να ζυμώνεις εκεί τις θέσεις σου. Αλλά αναγνωρίζοντας κάθε φορά το κυρίαρχο ερώτημα και παίρνοντας θέσηεπί αυτού. Κατανοώντας την ανάγκη της κάθε στιγμής.

Για παράδειγμα, το ότι όταν συμμετέχεις σε μια συγκέντρωση υποστήριξης της κυβέρνησης κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, το κυρίαρχο ερώτημα στο οποίο πρέπει να απαντάς είναι το αν έχει η χώρα μας το δικαίωμα να αποφασίζει δημοκρατικά ή πρέπει να την κυβερνούν οι αγορές και όχι το δίλημμα “εντός ή εκτός της ΕΕ”. Διότι η απάντηση στον εκβιασμό “ή κάνετε ό,τι θέλουμε ή βγαίνετε από την Ευρωζώνη” δεν μπορεί να είναι “οκ, βγαίνουμε από την Ευρωζώνη”, αλλά η ανατροπή του ίδιου του εκβιασμού, η ανατροπή των όρων με τους οποίους μας καλούν να αποφασίσουμε, ό,τι κι αν θέλουμε εμείς να κάνουμε στο τέλος. Και πάνω από όλα, η κυβέρνηση της Αριστεράς χρειάζεται την κριτική. Αλλά μια κριτική που θα προκύπτει από την ίδια τη συμμετοχή των ανθρώπων στη διαδικασία του κοινωνικού μετασχηματισμού, όχι απ' έξω, καφενειακά και κουνόντας το δάχτυλο με βάση μόνο τις αριστερές εγκεφαλικές αυτάρκειες και πλειοδοσίες. Αλλά, με βάση την κλιμάκωση, κάθε φορά, των αγώνων.

Για όλα αυτά, στην σταθερή κατηγορία των αντιπάλων μας πως θέλουμε να κάνουμε την Ελλάδα σαν τη Λατινική Αμερική, η μόνη απάντηση μπορεί να είναι πως αν και κάθε λαός βρίσκει το δικό του δρόμο του για την κοινωνική δικαιοσύνη, υπάρχει κάτι για το οποίο πραγματικά θέλουμε να κάνουμε την Ελλάδα Λατινική Αμερική: η λάμψη που βλέπεις στα μάτια των ανθρώπων της, ειδικά των νέων και η περιφάνεια τους που έχουν πάρει τη χώρα τους στα χέρια τους και την χτίζουν ξανά, πάνω στις δικές τους πλάτες. Γιατί είναι πια δική τους.

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2015

Εβδομήντα χρόνια μετά τη Βάρκιζα: καμία ήττα δεν είναι για πάντα


Στις 12 του φετινού Φλεβάρη μαζεύονται πάνω μας εβδομήντα χρόνια από την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας. Από την ημέρα που έληξε ο πρώτος κύκλος της επίθεσης στην Αριστερά, για να μην μπορέσει να κυβερνήσει. Της Αριστεράς που είχε πολεμήσει τους Ναζί, της Αριστεράς που είχε στήσει τον κόσμο στα πόδια του, που του είχε δώσει ξανά την αξιοπρέπειά του, που τον έκανε όχι να σκέφτεται και να ονειρεύεται αλλά να χτίζει έναν νέο κόσμο και να διψάει να τον μεγαλώσει και να τον χαρίσει σε όλους. Της Αριστεράς που είχε δεχθεί το «όλοι μαζί», που κυβερνούσε μαζί με αυτούς που στα δύσκολα χρόνια είχαν φύγει από τη χώρα, με την πολιτική ελίτ των προπολεμικών χρόνων που όταν γύρισε ήταν τόσο απονομιμοποιημένη, που αποφάσισε να βγάλει την Αριστερά στην παρανομία. Της Αριστεράς που συγκυβέρνησε, για να θερίσουν τα κορμιά της οι σφαίρες των συγκυβερνητών της.

Πολλές λέξεις ακούστηκαν για τη Βάρκιζα. Και για τις Συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας, πριν από τα Δεκεμβριανά. Για την συναίνεση των εκπροσώπων του ΕΑΜ, απέναντι στους εκπροσώπους των αστικών κομμάτων, να αφοπλισθεί ο ΕΛΑΣ και να μπει υπό τις εντολές των Άγγλων. Για την μετέπειτα υπογραφή της παράδοσης και του αφοπλισμού στη Βάρκιζα, με αντάλλαγμα την αμνηστία για όλα όσα έγιναν στα Δεκεμβριανά. Για την Λευκή Τρομοκρατία που ακολούθησε τη Βάρκιζα, για τους αριστερούς που σφάζονταν στην επαρχία από τις -εξοπλισμένες από την κυβέρνηση- παρακρατικές ένοπλες εθνικιστικές συμμορίες των χαμερπών στοιχείων. Από τους Ταγματασφαλίτες, που ακόμη και σήμερα τους βρίσκεις κάτω από εκπροσώπους της Δεξιάς, αν ξύσεις το ελαφρύ βερνίκι αστισμού που άτσαλα ή τεχνηέντως καλύπτει την αληθινή τους υπόσταση. Λέξεις πολλές. Προδοσία, λάθος, έγκλημα. Όλα αυτά, είναι για να ειδωθούν στο πλαίσιο της εποχής τους. Στην πραγματικότητα, τα «λάθη» δεν έχουν πια μεγάλη σημασία. Ό,τι έγινε, πληρώθηκε. Και είναι πια παλιό κομμάτι στο μεγάλο ταμείο.

Σημασία έχει όμως κάτι άλλο. Πως από τότε το ξέραμε πως δεν θα είναι ποτέ στρωμένος με ροδοπέταλα ο δρόμος για την Αριστερά, ο δρόμος προς την εξουσία, ο δρόμος προς το ξήλωμα όλων αυτών που χτίζονται εδώ και αιώνες. Ξέραμε πως καμιά νίκη δεν είναι παντοτινή, πως πάντα πρέπει να αγωνίζεσαι για να την ξαναστυλώνεις, για να την ανθοφορείς. Ιστορικές αναλογίες ας μην ψάχνουμε. Οι εποχές και τα πλαίσια είναι διαφορετικά, ολότελα. Τότε και σήμερα, όμως, μία αλήθεια στέκεται μπροστά μας: τίποτα δεν είναι παντοτινό. Ούτε οι νίκες, αλλά ούτε και οι ήττες. Όλα στέκουν μέσα στο μεγάλο καζάνι της ιστορίας και περιμένουν τη στιγμή να ανάψουμε τη φωτιά και να αρχίσουμε να τα βράζουμε. Να τους δίνουμε ζωή. Να τα ξεκολλάμε από τη λάσπη.

Στις 12 αυτού του Φλεβάρη, στα Εβδομήντα χρόνια από τη Βάρκιζα, ο δαίμονας της ιστορίας θα γελάει πολύ και θα μας κλείνει με σαρδόνιο και αιματηρό πάθος το μάτι. Γιατί τη μέρα αυτή, θα ξεκινάει το Eurogroup που θα συζητήσεις τις θέσεις της νέας αριστερής ελληνικής κυβέρνησης για την ανάσχεση της ανθρωπιστικής κρίσης στη χώρα. Θα ξεκινάει μια νέα Συμφωνία. Και σήμερα, μια βδομάδα πριν, δεχόμαστε ήδη την πρώτη επίθεση της νέας εποχής. Τον πρώτο γερό εκβιασμό, την πρώτη τρομοκράτηση. Η ΕΚΤ, ο ELA, τα ομόλογα, η ρευστότητα. Στην πραγματικότητα, εμείς κι εσείς. Ή εμείς ή εσείς. Ή αυτοί ή εμείς.

Ας είναι, λοιπόν. Ας παίξουμε κι εμείς λιγάκι το απαγορευμένο παιχνίδι των αναλογιών. Για πρώτη και για τελευταία φορά. Για να το ανατρέψουμε. Γιατί σε αυτά τα μεταχρονολογημένα καινούρια Δεκεμβριανά του Φλεβάρη, εμείς δεν θα ηττηθούμε. Γιατί δεν θα κάνουμε πίσω, δεν θα βυθιστούμε πάλι στη ματαιότητα της ήττας και στη θανατερή βεβαιότητα της μονιμότητάς της. Και σε αυτήν την καινούρια Βάρκιζα, δεν θα πάμε για να διαπραγματευτούμε την ήττα μας. Αλλά για να σαλπίσουμε τη νίκη μας. Για να μεταφέρουμε τη φωνή και την τρανή βούληση των Ελλήνων και των άλλων λαών, για μια άλλη ζωή. Ελεύθερη. Δημοκρατική.

Γιατί τώρα ανασάναμε και δεν ξανακρατάμε την αναπνοή μας από φόβο. Γιατί τώρα που σηκωθήκαμε δεν ξανασκύβουμε. Γιατί ζήσαμε για λίγο ελεύθεροι και μαγευτήκαμε από τη ζεστασιά της αξιοπρέπειας και δεν θα τη χάσουμε από κανέναν, δεν θα μας την πάρει κανείς, γιατί είδαμε πόσο ακριβή είναι, πόσο δύσκολα την ξανακερδίζουμε άμα την έχουμε χαμένη και άγνωρη. Γιατί καμιά νίκη και καμιά ήττα δεν είναι παντοτινές. Γιατί όλα μοιάζουν και τίποτα δεν είναι ίδιο. Γιατί εμείς θα σταθούμε περήφανοι και θα νικήσουμε. Γιατί «ακούσαμε το τραγούδι της θάλασσας και δεν μπορούμε πια να κοιμηθούμε». Γιατί εμείς θα βγούμε στους δρόμους της φωτιάς. Στους δρόμους που νικήσανε παλιά οι άνθρωποι μας τα μεγάλα θηρία. Κι εμείς θα τσακίσουμε το πιο μεγάλο από όλα: το φόβο. Το χάρτινο τίγρη αυτού του κόσμου. Και θα γελάσουμε στα μούτρα του.

Οι φιλελεύθεροι στις κούνιες με το φάντασμα του Στάλιν



Πριν λίγους μήνες, ένα σχόλιο στο twitter από τον Θάνο Τζήμερο, τηλεοπτικά κατασκευασμένη πολιτική φιγούρα του φιλελεύθερου χώρου, υποστήριζε πως οι ελεύθερες απολύσεις είναι ένα μέτρο που φέρνει ευελιξία στην αγορά, άρα κίνητρα επενδύσεων, άρα ανάπτυξη, άρα εν τέλει μείωση των απολύσεων. Απορούσε, μάλιστα, γιατί δεν τα καταλαβαίνει ο κόσμος όλα αυτά τα απλά πράγματα και γιατί δεν προκύπτει μια γενική συνεννόηση.


Ο ελληνικός φιλελευθερισμός, ως γνωστόν, δεν αποτέλεσε ποτέ ιστορικά έναν διακριτό χώρο. Τρεφόταν πάντα μέσα στη μεγάλη αγκαλιά της παραδοσιακής Δεξιάς. Οι βασικές προσπάθειες για την αυτόνομη συγκρότηση αυτού του χώρου συνέπεσαν, όχι τυχαία, με την περίοδο της Κρίσης και με τα κενά πολιτικής εκπροσώπησης που αυτή δημιούργησε. Πολιτικές ομάδες και πρωτοβουλίες -που πολύ αυτάρεσκα αυτοπαρουσιάζονται ως “κόμματα”- έκαναν την εμφάνισή τους, υιοθετώντας όμως, ακριβώς λόγω της σφοδρότητας της κοινωνικής σύγκρουσης της περιόδου, έναν “φιλελευθερισμό” εντελώς μισανθρωπικό και αυταρχικό, αυτό που συχνά χαρακτηρίζεται ως “ακραίο Κέντρο”. Έναν “φιλελευθερισμό” που δεν κόπτεται καθόλου για τα ανθρώπινα και τα κοινωνικά δικαιώματα αν δεν συνδέονται με την αγορά, που ζητάει λιγότερο κράτος αλλά μεγαλύτερη κρατική κατασταλτική δράση για να αντιμετωπιστούν οι απεργίες και οι διαδηλώσεις, που ακόμη και παραδοσιακά στοιχεία της φιλελεύθερης ατζέντας, όπως τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων, τα έχει ρίξει σε δεύτερη μοίρα. Ασφαλώς, ουδείς λόγος να γίνεται για τα δικαιώματα των μεταναστών, αφού πολύ συχνά ο λόγος των ομάδων αυτών θυμίζει την εκδικητική στάση της Χρυσής Αυγής, προωθώντας την απομάκρυνση και περιθωριοποίηση των μεταναστών.[1]


Αυτός, λοιπόν, ο αυταρχικός φιλλευθερισμός συνοδεύεται από μια μεγάλη πολιτική αφέλεια. Ή από την προσποίησή της.  Μιλάει ως εάν τα πάντα να ήταν απλώς ζήτημα διαλόγου, επιχειρημάτων και πειθούς, δηλαδή μιας ουδέτερης πολιτισμικής ωριμότητας των κοινωνικών υποκειμένων. Κυρίως, καλών προθέσεων και επαρκών ικανοτήτων. Της δημιουργίας μιας “Εθνικής Ελλάδος”, των πιο ικανών ανθρώπων, της “συνωμοσίας του καλού”. Ούτε κοινωνικές διαφορές και ανισότητες, ούτε συγκρουόμενα συμφέροντα, ούτε εκμεταλλευτικές σχέσεις, τίποτα δεν “βλέπει”. Όλα μπορούν να διευθετηθούν στο πλαίσιο μιας λογικής συζήτησης. Για αυτό και απογοητεύονται από αυτό που ερμηνεύουν ως ανωριμότητα των ανθρώπων, όταν αυτοί δεν τους ακολουθούν στις “προφανείς” τους αλήθειες. Θυμίζουν έτσι τον Άγγλο πολίτη της Βρετανικής Αυτοκρατορίας που διαβάζοντας στην εφημερίδα του για τα προβλήματα των αποικιακών χωρών κάγχαζε αυτάρεσκα με αυτό που νόμιζε ως “καθυστέρηση” των λαών αυτών και αδυναμία να λύσουν τα προβλήματά τους, χωρίς να σκέφτεται πως αυτά τα προβλήματα και την ίδια την καθυστέρηση δεν τα προκάλεσε κάποια πολιτισμική αναπηρία, αλλά η ίδια η αποικιακή κατάκτηση και εκμετάλλευση.



Ο φιλελευθερισμός αυτός, λοιπόν, είναι ελιτίστικης μορφής. Γιατί θεωρεί πάντα πως οι ανθρωποι, απλώς, “δεν καταλαβαίνουν”. Και προκαλεί εδώ μεγάλη εντύπωση αυτή η εγγύτητα των φιλελεύθερων με τον σταλινισμό, αφού πάντα η επωδός των θιασωτών του -και ασφαλώς του ίδιου του “Πατερούλη”- για όποιους διαφωνούσαν με τις κομματικές θέσεις ήταν πως απλώς “δεν κατάλαβαν τη γραμμή”. Κι αυτό, λίγο πριν περάσουν στο επόμενο στάδιο, την εξόριση των διαφωνούντων, που πλέον γίνονταν αντικειμενικά εχθροί. Είτε επειδή δεν καταλάβαιναν είτε επειδή ήταν πράκτορες. Πόση διαφορά έχει, αλήθεια; Το δεδομένο είναι πως από ανικανότητα ή από μοχθηρία δεν συμμερίζονταν την μοναδική λογική γραμμή. Άρα, αξίζουν την εξόρισή τους. Αυτό νιώθει κανείς και στην αντιμετώπιση του κόσμου, της μάζας, από τους ελιτιστές φιλελεύθερούς μας: την ανάγκη να πεταχτούν μακρυά αυτοί οι ανάξιοι μας, που καλώς, τελικά, παθαίνουν όσα παθαίνουν, αφού δεν φέρονται “λογικά”.



Για τους φιλελεύθερους της κρίσης, λοιπόν, η κοινωνία δεν είναι ένα πεδίο συγκρούσεων. Τουλάχιστον όχι σοβαρών. Αρκεί ο καθένας να έχει μια κουλτούρα διαλόγου, να μην είναι εγωιστής, να μην έχει υπερβολικές απαιτήσεις και να κάνει και λίγο πίσω. Πόσο τυχαίο να είναι, άλλωστε, το ότι πολλοί από αυτούς έσπευσαν να αποδώσουν την κρίση απλώς και μόνο στα αδηφάγα golden boys και τις χωρίς φρένο επιδιώξεις τους; Έτσι, η κοινωνία μας μοιάζει για αυτούς σαν μια παιδική χαρά, όπου απλώς τα παιδάκια πρέπει να συνεννοηθούν και να σεβαστούν το ένα την επιθυμία του άλλου να κάνει λίγη κούνια. Λίγη ψυχραιμία, μια δόση ωριμώτητας και ας μπούμε στη σειρά για να κάνουμε κούνια όλοι. Άλλωστε, η συνεργασία μπορεί να λύσει όλα τα προβλήματα.



Μόνο που αυτή η ειδυλιακή εικόνα δεν ισχύει ούτε καν στις παιδικές χαρές. Τουλάχιστον, όχι σε  αυτές που δεν βρίσκονται σε καλές περιοχές και που δεν έχουν αρκετές κούνιες για όλα τα παιδάκια και πολλά παγκάκια για να τα περιμένουν άνετα οι γονείς τους. Γιατί σε αυτές τις παιδικές χαρές, οι κούνιες είναι πολύ λιγότερες, οι μισές από αυτές είναι παλιές και ξεχαρβαλωμένες και τα παγκάκια πολύ στενεμένα για να μην κάθονται οι άστεγοι. Όσο λοιπόν κι αν συνεννοηθούν τα παιδάκια, ποτέ κανένα δεν θα χορτάσει να κάνει κούνια, γιατί πάντα θα υπάρχουν πολλά που θα περιμένουν τη σειρά τους για πολύ ώρα, ενώ οι γονείς τους εκνευρισμένοι θα τα πιέζουν για να φύγουν, αφού δεν θα βολεύονται στα παγκάκια. Για αυτό και όχι επειδή δεν θα είναι ώριμα και διαλλακτικά.



Τι μένει λοιπόν; Μένει να δεχτούν όλοι, και κυρίως οι φιλελεύθεροί μας, πως στις καλές παιδικές χαρές τα παιδάκια μπορούν και συνενοννούνται όχι επειδή είναι από κάποια άλλη, καλύτερη, πάστα, αλλά επειδή έχουν πιο πολλές και καλές κούνιες. Και να φροντίσουν, άρα, να αποκτήσουν και τα άλλα παιδάκια, στις άλλες περιοχές, καλύτερες παιδικές χαρές. Και τότε θα δουν πως αυτά ξαφνικά θα συνεννοούνται καλύτερα, χωρίς να έχουν αλλάξει την νοοτροπία τους. Αλλιώς, να ξέρουν πως όταν δεν θέλουν να στερήσουν καμιά κούνια από τους πάνω για τη δώσουν στους κάτω, τότε τα κάτω παιδάκια, αυτά τα ανώριμα και ασυνεννόητα, κάποια στιγμή ανεβαίνουν προς τα πάνω για να κάνουν μια άλλη συνεννόηση. Αλλά τότε, δεν μιλάνε την ίδια γλώσσα με τα πάνω. Και όχι επειδή δεν έχουν μάθει να συζητάν. Αλλά επειδή δεν έχουν, πια, τίποτα να συζητήσουν.


[1]    Ο Θ. Τζήμερος πρότεινε να πληρώνονται οι μετανάστες επισήμως με μισθούς Βουλγαρίας, ενώ ο Στ. Θεοδωράκης τη μία μέρα έλεγε για το δικαίωμα ψήφου των μεταναστών και την επόμενη πως πρέπει να φεύγουν από την χώρα αμέσως μόλις χάνουν τη δουλειά τους. Πρακτικά, δηλαδή, με το που χάνει τη δουλειά του να χάνει και το δικαίωμα ψήφου! 

«Το πού, το τί, το πώς» ή η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ για μεγάλους και μικρούς


Όλες οι συζητήσεις γύρω από το τι θέλει και -κυρίως- τι μπορεί να κάνει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ εξελίσσονται πάνω σε τρία ερωτήματα. Σε τρεις απορίες του κόσμου, σε τρία παγιδευμένα πεδία που προσπαθούν να στήσουν μπροστά του οι πολυάριθμοι αντίπαλοί του, δηλωμένοι κι αδήλωτοι.


Μιλάμε, λοιπόν, για ποσά που δεν επιβαρύνουν το δημόσιο χρέος, δεν δημιουργούν ανάγκες νέας δανειοδότησης της χώρας και ως εκ τούτου το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης δεν μπαίνει καν στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης με την Τρόικα. Κυρίως, όμως, δεν μπαίνει στη διαπραγμάτευση γιατί περιλαμβάνει τα ελάχιστα μέτρα που μπορεί κανείς να πάρει για να βάλει ένα φρένο στην ανθρωπιστική κρίση. Αν δεν ήταν να εφαρμοστούν τέτοια μέτρα δεν θα υπήρχε απολύτως κανένας λόγος για να έρθει μια κυβέρνηση της Αριστεράς. Κι αυτή η διάσταση, η πολιτική, και όχι η στενά λογιστική, είναι το πιο ουσιαστικό κομάτι του ζητήματος των μέτρων: η αναγκαιότητά τους.Αρχικά, οι δύο, πιο τεχνικές ερωτήσεις. Πρώτη και κύρια, το περίφημο «πού θα βρείτε τα λεφτά;». Δεν είναι πια αυτό δύσκολο. Για το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης και όλα του τα μέτρα για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης (την αύξηση του κατώτατου μισθού και της σύνταξης, την επιστροφή των δώρων στους χαμηλοσυνταξιούχους, το δωρεάν ρεύμα σε 300.000 νοικοκυριά κάτω από το όριο της φτώχειας, την επιδότηση σίτισης 300.000 άπορων οικογενειών, την εξασφάλιση στέγης με επιδότηση ενοικίου και την προστασία των σπιτιών από τις τράπεζες, την νοσοκομειακή περίθαλψη για όλους, τη ριζική μείωση του φόρου στο πετρέλαιο θέρμανσης και άλλα μέτρα – βλ. εδώ) υπάρχει κοστολόγηση στα 12 δισ. ευρώ και έχουν οριστεί οι πηγές της χρηματοδότησής του: 3 δισ. από τα δεδομένα πακέτα του ΕΣΠΑ, 3 δισ. από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (τα χρήματα που έχουν δοθεί για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και μπορούν να χρησιμοποιηθούν), 3 δισ. από την επανεκκίνηση της οικονομίας με τη ρύθμιση των χρεών (από τις δόσεις που θα αρχίσουν να καταβάλλονται από τους πολίτες αμέσως, μόλις κουρευτούν και διακανονιστούν τα χρέη τους προς το δημόσιο) και 3 δισ. από την φοροδιαφυγή, που μπορούν να προκύψουν άμεσα, με τις πρώτες κινήσεις του φορολογικού ελεγκτικού μηχανισμού που θα σταματήσει να κάνει ελέγχους σε… κομμωτήρια και περίπτερα και θα ελέγξει επί τόπου τα μεγάλα εισοδήματα. Ειδικότερα, η αύξηση του κατώτατου μισθού θα βοηθήσει κι αυτή τους πολίτες με χρέη στο δημόσιο να εξοφλήσουν ένα μέρος τους, άρα και πάλι τα δημόσια οικονομικά ευνοούνται.

Το δεύτερο ερώτημα είναι το «τι θα κάνετε αν η Τρόικα σας πει “όχι”;». Η νέα κυβέρνηση της Ελλάδας λοιπόν (και όχι απλώς ο ΣΥΡΙΖΑ, το κρατάμε αυτό) θα πάει στους εταίρους μας και θα πει, κοντολογίς: «Το παιχνίδι που παίζουμε όλοι εδώ στην Ευρώπη είναι η δημοκρατία. Δημοκρατικά, λοιπόν, ο λαός μας εγκατέλειψε τις προηγούμενες πολιτικές που υποβάθμισαν δραματικά τη ζωή του και επέλεξε ένα νέο πρόγραμμα. Αφού, λοιπόν, όλοι σεβόμαστε τους κανόνες του παιχνιδιού και καταλαβαίνουμε ότι την πολιτική των Μνημονίων δεν την απέρριψε απλώς ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ο ίδιος ο ελληνικός λαός, θα πρέπει να το δεχτείτε και να συζητήσουμε σε αυτή τη βάση μία νέα, διαφορετική συμφωνία». Αν η ΕΕ επέλεγε να μην το σεβαστεί αυτό, αν επέλεγε να εκβιάσει τον ελληνικό λαό και να παραβιάσει την ίδια τη δημοκρατία επιβάλλοντας του όχι αυτό που ψήφισε, αλλά αυτό που καταψήφισε, εδώ θα είχαμε ένα απείρως μεγαλύτερο ζήτημα από τη διευθέτηση του ελληνικού χρέους: μια βόμβα στα θεμέλια της ΕΕ, που θα είχε αποφασίσει να φερθεί στην Ελλάδα όχι σαν ισότιμη δημοκρατική χώρα, αλλά σαν αποικία! Και, ασφαλώς, θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί πολύ διαφορετικά.

Υποστηρίζουμε όμως πως δεν θα φτάσουμε με τίποτα εκεί. Πρώτα, για οικονομικούς λόγους. Διότι η ΕΕ δεν μπορεί να σηκώσει οικονομικά την αποχώρηση μιας χώρας από το ευρώ. Κι αυτό το λένε ποια πάρα πολλές επίσημες φωνές στο εξωτερικό (Financial Times, Bloomberg, Guardian, Γερμανικό Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών), που ξορκίζουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Ενδεικτικά, η γερμανική εφημερίδα Die Welt υποστήριξε πως ένα κούρεμα του χρέους της Ελλάδας μπορεί να κοστίσει 40 δισ ευρώ στη Γερμανία, ενώ η έξοδος της Ελλάδας από την ΟΝΕ, 70 δισ! Αυτό θα ρίξει πάρα πολύ τη δύναμη του ευρώ και θα διαλύσει την πολιτική ισχύ της ΟΝΕ, που βασίζεται ακριβώς στο ότι όποιος μπαίνει δεν βγαίνει. Δεύτερον, για πολιτικούς λόγους. Διότι ακόμη κι αν η Ελλάδα έφευγε από την ΟΝΕ, τι θα έκανε μετά η Γερμανία με την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ιταλία, που έχουν αντίστοιχα προβλήματα; Θα είχε ανοίξει το δρόμο για να φύγουν και αυτές, άρα για να διαλυθεί η Ευρωζώνη.

Από την άλλη, όταν το ίδιο ερώτημα απευθύνεται στα στελέχη της κυβέρνησης, για το πως θα αντισταθούν στις απαιτήσεις της Τρόικας και αν έχουν εναλλακτικό σχέδιο για την ασφάλεια της χώρας, τότε η κούφια απάντηση που δίνεται είναι του τύπου «με εμάς ως συνομιλητές η Τρόικα θα δεχτεί να λάβει πιο ήπια μέτρα». Όμως, όλα τα ως τώρα μέτρα, αλλά και το περίφημο mail Χαρδούβελη που η κυβέρνηση προσπάθησε να κρατήσει κρυφό αλλά διέρρευσε και αποδεικνύει πως αν ξαναβγεί η Νέα Δημοκρατία θα εφαρμόσει ακόμη σκληρότερα μέτρα, δείχνουν πως η κυβέρνηση είναι σίγουρη πως θα υπάρξει συμφωνία με την Τρόικα, επειδή στην πραγματικότητα δεν θα υπάρξει καμία διαπραγμάτευση, αλλά πλήρης αποδοχή των αιτημάτων της, γιατί τελικά αποτελούν και δικούς της στόχους.

Αλλά επειδή, όπως ήδη είπαμε, η κρίσιμη διάσταση δεν είναι η τεχνική, αλλά η πολιτική, ας πάμε λίγο παρακάτω κι ας κάνουμε μια μικρή προσομοίωση. Η νέα ελληνική κυβέρνηση συναντιέται στην Ευρώπη με τους εταίρους μας ως ισότιμη και ανακοινώνει πως: 1) Το χρέος της Ελλάδας δεν είναι βιώσιμο 2) Η αποπληρωμή του χρέους δεν μπορεί να προχωράει σε βάρος της ζωής των Ελλήνων, με κόστος την εξαφάνιση όλων των κοινωνικών και ανθρώπινων δικαιωμάτων. 3) Για αυτό ζητάμε τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του ονομαστικού χρέους και ρήτρα ανάπτυξης, δηλαδή το να πληρώνουμε δόσεις μόνο όταν η οικονομία μας έχει ανάπτυξη. Αλλιώς, προτεραιότητα μας θα είναι οι ανάγκες των ανθρώπων. Τι είναι αυτό που ζητάμε λοιπόν; Ακριβώς ό,τι ίσχυσε και για τη Γερμανία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν το 1953 διεγράφη το μεγαλύτερο μέρος του χρέους της. Τον μόνο τρόπο για να συνεχίσει η Ευρώπη να αποτελεί ενιαίο και αλληλέγγυο χώρο. Και πάλι όμως το ερώτημα επιμένει: Και γιατί να τα δεχτούν όλα αυτά στην ΕΕ; Πως θα τους υποχρεώσετε; Και ποιος θα συμμαχήσει μαζί μας;

Υπάρχει εδώ μία εξαιρετικά κρίσιμη λεπτομέρεια. Ότι αυτό το πακέτο που θα διεκδικήσει όχι ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά η ελληνική κυβέρνηση, η κυβέρνηση δηλαδή μιας χώρας ισότιμου μέλους της ΕΕ, δεν ευνοεί μόνο την Ελλάδα. Ευνοεί και τις άλλες χώρες με αντίστοιχα προβλήματα, την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ιρλανδία, ακόμη και την Ιταλία. Στην Ισπανία και την Ιρλανδία, μάλιστα, στις δημοσκοπήσεις έρχονται και εκεί πρώτα δύο κόμματα της Αριστεράς, το Podemos και το Sin Fein, με πρόγραμμα όμοιο με του ΣΥΡΙΖΑ. Επομένως, τώρα το ερώτημα θα το βάλουμε εμείς: Πόσο εύκολο θα είναι για τον Ιταλό κεντροδεξιό, τον Ισπανό δεξιό, τον Πορτογάλο δεξιό και τον Ιρλανδό δεξιό πρωθυπουργό να αρνηθούν ένα πρόγραμμα που μπορεί να μην συμφωνεί με τις ιδέες και τα συμφέροντά τους, αλλά ευνοεί τους πολίτες τους; Θα ρισκάρουν μια ανατροπή τους; Πως θα αντισταθούν στις πιέσεις του κόσμου τους, από την ώρα που θα έχει πια φανεί με την στάση της ελληνικής κυβέρνησης και του ΣΥΡΙΖΑ πως η πολιτική της Γερμανίας και των Μνημονίων μπορεί να αμφισβητηθεί; Και κάτι ακόμη. Ας μην βλέπουμε την πραγματικότητα ως κάτι στατικό, σαν μια φωτογραφία που δεν αλλάζει. Η πραγματικότητα είναι δυναμική. Οι αντιφάσεις του συστήματος και οι εσωτερικοί του ανταγωνισμοί είναι υπαρκτοί. Οι πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις, ακόμη και στην Ιταλία και τη Γαλλία αλλά και την ίδια τη Γερμανία που συμμετέχουν στα δίκτυα εξουσίας αλλά αντιτίθενται στην πολιτική της Μέρκελ, ακόμη κι αν δεν είναι πολύ ριζοσπαστικές, είναι υπαρκτές και ήδη εκδηλώνονται δημοσίως.

Τα πρώτα δύο ερωτήματα τα θέτουν κυρίως πολίτες μεγαλύτερης ηλικίας και όσοι παρακολουθούν την κατάσταση αποστασιοποιημένοι από την κοινωνική κίνηση. Στην πραγματικότητα, είναι οι ερωτήσεις που θέτουν τα δελτία ειδήσεων των οκτώ. Υπάρχει όμως και το τρίτο ερώτημα, που αγγίζει πιο πολύ την ουσία του ζητήματος και το θέτουν σχεδόν αποκλειστικά οι νεότεροι. Αυτό θα μπορούσε να συμπυκνωθεί ως εξής: «Εγώ δεν φοβάμαι ότι θα μας βγάλουν έξω από την ΟΝΕ και πιστεύω πως θα καταλήξουμε σε μια κάποια συμφωνία για το χρέος. Αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ μου υπόσχεται πως θα αυξήσει το μισθό μου στα 751 ευρώ. Πώς θα γίνει αυτό, σε μια ρημαγμένη οικονομία, και στις μικρές επιχειρήσεις; Και, κυρίως, πώς θα αναγκάσει την επόμενη μέρα τον εργοδότη μου να δώσει αυτά λεφτά;»

Στο πρώτο απαντάμε πως η αύξηση των μισθών είναι αναπτυξιακό μέτρο, γιατί θα φέρει χρήματα στην αγορά, θα την επανακινήσει και έτσι θα μπορέσουν να βγουν και οι μισθοί. Άλλωστε, μέχρι τώρα η μείωση των μισθών δεν έφερε μεγαλύτερες επενδύσεις. Έφερε μόνο μείωση της αγοραστικής δύναμης του κόσμου, άρα μείωση των πωλήσεων, άρα απολύσεις και κλείσιμο επιχειρήσεων, δηλαδή αύξηση της ανεργίας. Και το βαρέλι αυτό δεν έχει πάτο. Καιρός, λοιπόν, να δοκιμάσουμε μια άλλη μέθοδο.

Το τελευταίο ερώτημα όμως βρίσκει τον στόχο στην πιο βαθιά πολιτική ουσία του ζητήματος. Και ο ΣΥΡΙΖΑ εδώ έχει απαντήσει προ πολλού: Δεν είναι Μεσσίας και σωτήρας και δεν λέει σε κανέναν «ψήφισέ με κι άσε με να σου λύσω όλα σου τα προβλήματα». Χωρίς την στήριξη και τη δράση του κόσμου μετά τις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να σώσει κανέναν. Έτσι λοιπόν, η κυβέρνηση της Αριστεράς θα αυξήσει με νόμο τον κατώτατο μισθό, θα ξαναθεσπίσει την κυριακάτικη αργία υπέρ των εργαζομένων και των μικρών και μεσαίων καταστηματαρχών, θα στήσει ξανά στα πόδια της την επιθεώρηση εργασίας για να ελέγχει τους εργοδότες για τις σχετικές παραβάσεις και θα φτιάξει νόμους που θα ευνοούν τη συλλογική δράση και τους αγώνες των εργαζόμενων και δεν θα επιτρέπουν στα δικαστήρια να βγάζουν εννιά στις δέκα απεργίες «παράνομες και καταχρηστικές». Αλλά εδώ αρχίζει η ευθύνη του κόσμου, των ίδιων των εργαζόμενων που θα πρέπει να εκμεταλλευτούν αυτό το νέο πλαίσιο, να οργανωθούν και να αγωνιστούν συλλογικά και αλληλέγγυα για τα συμφέροντά τους. Η παρουσία μιας αριστερής κυβέρνησης δεν θα εξαφανίσει τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς και τα συγκρουόμενα συμφέροντα των κοινωνικών τάξεων και ομάδων. Αλλά θα φτιάξει καλύτερες συνθήκες για να κρίνονται αυτοί οι ανταγωνισμοί υπέρ των πολλών. Σε τελευταία ανάλυση, λοιπόν, η κυβέρνηση και οι πολίτες θα βρίσκονται σε μία σχέση που θα θυμίζει ένα αμφίδρομο τανγκό. Ο ένας θα τραβάει τον άλλο πιο αριστερά, ο ένας θα ανοίγει δρόμους στον άλλο. Η κυβέρνηση στον κόσμο, ο κόσμος στην κυβέρνηση. Γιατί καμιά μεγάλη αλλαγή δεν επιτεύχθηκε χωρίς τη δραστηριοποίηση του κόσμου και η Ελλάδα και η Ευρώπη χρειάζονται μεγάλες αλλαγές. Γιατί η Αριστερά υπάρχει για να αλλάζει τις δομές και τις συνθήκες, όχι να τα αφήνει ίδια και να τα διαχειρίζεται. Για αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα είναι απλώς «ένα ΠΑΣΟΚ που δεν θα κλέβει». Αλλά μία άλλη κυβέρνηση, που κανείς ως τώρα δεν έχει ξαναδεί στην Ελλάδα. Μία κυβέρνηση που θα δώσει χώρο έκφρασης στον κόσμο, που θα μεταβιβάσει στους πολίτες κάποιες από τις εξουσίες της. Για να φτιάξει τις δικλίδες ασφαλείας που επιτρέψουν στους πολίτες να δημιουργήσουν τις δικές τους κατακτήσεις, που κανείς δεν θα μπορεί να διανοηθεί να τους στερήσει.

Τα τρία αυτά ερωτήματα συμπυκνώνουν όλα όσα θα ακούσουμε στην προεκλογική περίοδο. Οδηγούν σε μια διπλή ανάγκη. Οι μεγάλοι να σταματήσουν να φοβούνται πως τα πάντα μπορούν να διαλυθούν και οι νέοι να πιστέψουν πως τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν. Οι μεγάλοι να σταματήσουν να φοβούνται και οι νέοι να αρχίσουν να ελπίζουν. Για τη μεγάλη ανατροπή και τη μεγάλη συμπόρευση πριν, αλλά κυρίως μετά τις εκλογές. Για να ζήσουμε αλλιώς. Γιατί έχουμε μόνο μια ζωή και δεν θα την περάσουμε σκυφτοί. Αλλά θα ζήσουμε μαζί μια από αυτές τις στιγμές της Ιστορίας που οι άνθρωποι κοιτάνε τον ήλιο θαρρετά και ορίζουν τις ζωές τους, τιμώντας το όνομα του ανθρώπου και πετώντας από πάνω τους αυτούς που το προσβάλουν.

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2014

Η Θεωρία των Ακρων και ο Θ. Δ. Τσάτσος


Στην πολιτική και επιστημονική συγκυρία των τελευταίων χρόνων ο όρος Θεωρία των Ακρων έχει χρησιμοποιηθεί εντόνως. Στο πλαίσιο της ιστορικής συζήτησης το ζήτημα έχει ανοίξει με την ανακίνηση της συζήτησης περί της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, την επανεξέταση της σχέσης του ΕΑΜ με τα Τάγματα Ασφαλείας και την προσπάθεια θεσμικής ταύτισης των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού με τα φασιστικά καθεστώτα.

Για τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης μια πυκνή αρθρογραφία και εκδοτική παραγωγή υποστήριζε πως έπεσε λόγω της σύγκρουσης δύο «ακραίων δυνάμεων», των ναζί και των κομμουνιστών, από τις οποίες η αφήγηση γενικώς διατηρούσε ίσες αποστάσεις. Η συγκρότηση των Ταγμάτων Ασφαλείας εμφανιζόταν, κατά βάση μέσω επιστημονικών άρθρων, να οφείλεται στη βία του ΕΑΜ, με την αφήγηση όμως να μην τηρεί εδώ τις αποστάσεις, αλλά να κλείνει δικαιολογητικά το μάτι προς τα μέλη των Ταγμάτων. Με το «αντικομμουνιστικό σύμφωνο» της Ευρωπαϊκής Ενωσης, όπως ονομάστηκε από τους αντιπάλους του, επιχειρούνταν να δηλωθεί η κοινή απαξία των κοινωνιών της Ευρώπης προς ένα μέρος του ιστορικού παρελθόντος της ηπείρου, προς δύο τύπους καθεστώτων με κοινό στοιχείο την ακύρωση της αστικής δημοκρατίας. Και στις τρεις περιπτώσεις το πολιτικό παράγωγο αυτής της προσέγγισης της ιστορίας - και αν μιλούσαμε και για χρήση της Ιστορίας δεν θα ήμασταν καθόλου άδικοι - μοιάζει να είναι μια ρεβάνς ή, για να εκφραζόμαστε με την ψυχραιμία της επιστήμης, μια αναθεώρηση: πως αυτοί που για χρόνια θεωρούνταν θύματα τελικά ήταν κι αυτοί θύτες.

Οι παραπάνω λόγοι εκφέρονται από φορείς που διεκδικούν τον ρόλο της «λογικής», τον ρόλο του Κέντρου. Το οποίο επιλέγει να αποβάλει από τη ματιά του ό,τι μπορεί να του χαλάσει το μεθοδολογικό προκείμενο αξίωμά του, που είναι ταυτόχρονα και το ήδη εξαχθέν συμπέρασμα: ότι τα Ακρα συγκλίνουν. Εξορίζοντας, δηλαδή, από την ανάλυσή του - και αυτό το λέμε αντικειμενικά, διότι τα παρακάτω δεν αντικρούονται αλλά απλώς παραλείπονται - και την τελική προτίμηση της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας προς τον Χίτλερ έναντι των κομμουνιστών και την αναβάπτιση των ταγματασφαλιτών στα εθνικά νάματα με τη συμμετοχή τους στα Δεκεμβριανά και την αρχική ανοχή των δυτικών δυνάμεων απέναντι στον Χίτλερ, ως αντίπαλο δέος της ΕΣΣΔ.

Στην εργασία μας τεκμηριώνουμε πως η πρώτη μορφή της Θεωρίας των Ακρων στην Ελλάδα παράγεται από τον κομματικό χώρο του Κέντρου, αποτελώντας ταυτόχρονα το πρώτο μανιφέστο του μεταπολεμικού αντικομμουνισμού.
Το 1945, λίγο μετά τα Δεκεμβριανά, ο κεντρώος φιλελεύθερος πολιτικός Θεμιστοκλής Δ. Τσάτσος, υπουργός του Γεώργιου Παπανδρέου, κυκλοφορεί το βιβλίο O Δεκέμβριος 1944. Εκεί επιχειρεί να τεκμηριώσει πως η δράση του ΚΚΕ είχε ως καθοδηγητικό νήμα την προσπάθεια ένοπλης κατάληψης της εξουσίας.

Η αφήγηση υποστηρίζεται από δύο κομβικά για αυτήν στοιχεία. Πρώτον, τη συγκρότηση μιας εικόνας για την κομμουνιστική ιδεολογία ως απολύτως απάδουσας προς τις αξίες του ελληνικού έθνους και για το ΚΚΕ ως ενός εξαιρετικά βίαιου και συνωμοτικού οργανισμού με κρυφούς σκοπούς. Δεύτερον, την απόδοση της συγκρότησης των Ταγμάτων Ασφαλείας στη βία του ΕΑΜ και τη δημιουργία μιας εικόνας ίσων αποστάσεων απέναντι στα δύο αυτά «Ακρα», ασφαλώς όμως πολύ ευμενέστερης προς το πρώτο. 

Η θέση του Τσάτσου είναι ότι η ίδρυση των Ταγμάτων Ασφαλείας, όπως άλλωστε πρεσβεύει και ο Παπανδρέου, ήταν αποτέλεσμα της τρομοκρατικής δράσης του ΕΑΜ στην ύπαιθρο, πως δημιουργήθηκαν όχι με σκοπό να παράσχουν στήριξη στους Γερμανούς αλλά να καταπολεμήσουν τους κομμουνιστές. Στα μέλη των Ταγμάτων αρνείται να καταλογίσει διάθεση εξυπηρέτησης του εχθρού. Χαρακτηρίζει απλώς λανθασμένη την τακτική τους, διότι αφενός επέλεξαν να χτυπήσουν τον κομμουνισμό σε μια περίοδο που ο μεγαλύτερος κρατικός φορέας του, η ΕΣΣΔ, συμμετείχε στον πόλεμο κατά των Γερμανών και αφετέρου διότι με την κίνησή τους αυτή έβλαψαν τη διεθνή εικόνα της Ελλάδας. Σε καμία περίπτωση πάντως δεν χαρακτηρίζει τη δράση τους προδοτική.

Ως κεντρική αιτία των Δεκεμβριανών ο Τσάτσος βλέπει τον προσανατολισμό του κόμματος προς τη βίαιη κατάκτηση της εξουσίας. Αντιθέτως, έχει την άποψη πως ο Γ. Παπανδρέου δεν επιθυμούσε τη σύγκρουση, αλλά επιχειρούσε να διαμορφώσει τις συνθήκες έτσι ώστε κάτι τέτοιο να αποφευχθεί. Ιδού, λοιπόν, το πώς ο Παπανδρέου προβάλλεται ως το λογικό, υπεύθυνο και εναντίον της προσφυγής στη βία Κέντρο.

Ο σκληρός πυρήνας αυτής της Θεωρίας των Ακρων εκδηλώνεται όταν εξελίσσεται σε νομικό σκεπτικό. Ο Τσάτσος, στις 27 Φεβρουαρίου 1945, στο Εθνος, δημοσιεύει ένα άρθρο όπου εν όψει των δικών των δοσιλόγων υποστηρίζει πως με βάση το εξωτερικό ως προς τη χώρα κριτήριο η δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας ήταν προδοτική διότι τάχθηκαν υπέρ των ναζί. Με βάση όμως το εσωτερικό κριτήριο της χώρας, το ενδεχόμενο δηλαδή μιας κομμουνιστικής επανάστασης, τα Τάγματα προσέφεραν πατριωτικές υπηρεσίες.

Η Θεωρία των Ακρων είχε μόλις βρει τον στόχο της. Και όχι, ασφαλώς, στο Κέντρο. Στα δεξιά.