Πέμπτη 27 Αυγούστου 2020

Προσωπολατρία και προσωποφοβία

https://www.avgi.gr/politiki/364688_prosopolatria-kai-prosopofobia


Ο ευρύτερος προοδευτικός χώρος έχει αναμετρηθεί ιστορικά με την προσωπολατρία κατά βάση με δύο μορφές. Η ιστορική κομμουνιστική Αριστερά αναβίβαζε στο βάθρο του αλάνθαστου ημίθεου τους ηγέτες που ανήκαν στην ηρωική εποχή της. Ηγέτες που ήταν ταυτισμένοι με νικηφόρες επαναστάσεις, ηγέτες που βγήκαν μέσα από τις εξορίες και τα βασανιστήρια, ηγέτες που πρωταγωνίστησαν στη συντριβή του φασισμού. Ο Λένιν, ο Στάλιν, ο Τίτο, ο Φιντέλ. Στα καθ’ ημάς, ο Νίκος Ζαχαριάδης. Με την προσωπολατρία η Αριστερά θεωρητικά -και σε μεγάλο βαθμό πρακτικά- ξεμπέρδεψε με το 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ, το περίφημο συνέδριο της αποσταλινοποίησης, το οποίο και ρητώς καταδίκασε την προσωπολατρία. Και αξίζει να έχουμε κατά νου ότι όλο αυτό συνέβη στην Αριστερά, δηλαδή στον πολιτικό χώρο με την πιο συνεκτική και θεωρητικά επεξεργασμένη ιδεολογική ταυτότητα, άρα στον χώρο που έχει τις πιο ισχυρές αντιστάσεις σ’ αυτό το φαινόμενο. Ο χώρος της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη δεν είχε τόσο ισχυρό το φαινόμενο της προσωπολατρίας, παρότι ασφαλώς δεν του ήταν ξένο.  Όμως, στην Ελλάδα το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου έγινε ο ιδεότυπος του φαινομένου. Η εξέλιξη είναι γνωστή. Το ΠΑΣΟΚ, που άλλωστε δεν είχε γεννηθεί μέσα από την ιστορική και ιδεολογική παράδοση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, δεν απέκτησε ποτέ συνεκτικές ιδεολογικές αρχές, αφού παρέμεινε ένα one man show. Αυτό οδήγησε σε μια οπαδική ταύτιση με το πρόσωπο του αρχηγού του, που σταδιακά εξελίχθηκε σε μία απολίτικη στάση, η οποία μοιραία οδήγησε, χωρίς σοβαρούς κραδασμούς, στη δεξιά πολιτική γραμμή και τη γιγάντια διαφθορά τής εποχής Σημίτη και τελικά στα Μνημόνια.


Μια αφόρητη αρχαϊκότητα και οπισθοδρόμηση


Ξεκαθαρίζουμε, λοιπόν, ότι η προσωπολατρία είναι μια αφόρητη αρχαϊκότητα, μια οπισθοδρομική και αποδεδειγμένα λανθασμένη αντίληψη για την πολιτική και την κοινωνία, που πάντα στο τέλος παράγει τέρατα και τερατάκια. Την ίδια στιγμή, είναι απολύτως ανόητο να μην αναγνωρίζει κανείς τον πολύ σημαντικό ρόλο που παίζει το πρόσωπο μέσα στην Ιστορία. Το πρόσωπο ως γέννημα ενός συλλογικού πλαισίου και ως πρωτοπόρο στη δημιουργία ενός άλλου. Να ξεκαθαρίσουμε λοιπόν με την ευκαιρία και κάτι ακόμη. Ότι το αντίδοτο στην προσωπολατρία δεν μπορεί να είναι η προσωποφοβία. Δεν μπορεί να είναι η δυσανάλογη αντίδραση απέναντι σε οποιαδήποτε εκφορά λόγου νιώθει κανείς πως πλήττει έστω και λίγο την ταυτότητά του, την ιδεολογική του υπόσταση. Δεν μπορεί να είναι το να εξετάζει τα πάντα με τρόπο εμμονικό, κολλώντας τα μάτια του πάνω τους, γιατί έτσι τα γιγαντώνει και δεν τα βλέπει στις πραγματικές τους διαστάσεις.


Για τους παραπάνω λόγους -που αναγκαστικά τέθηκαν κωδικοποιημένα- υπάρχει μια ασφαλής οδός για την πλήρη αποτυχία τού εγχειρήματος του ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί αυτό είναι ιστορικά ο ΣΥΡΙΖΑ, ένα διαρκές εγχείρημα. Η οδός αυτή είναι να συνεχίσει να εξελίσσεται η εσωτερική του συζήτηση ως μια σύγκρουση ανάμεσα σε φωνές αυλοκολακίας που αποθεώνουν εκ των προτέρων τον αρχηγό και σε φωνές που μετράνε Παναγίες στα ποστ του κοιτώντας τα με τον μεγεθυντικό φακό. Η πρώτη στάση δείχνει ιδεολογικό έλλειμμα έως και οπορτουνισμό, γιατί μπορεί να επενδύει στο πρόσωπο του ηγέτη για να εξοβελίσει τους εσωκομματικούς αντιπάλους και να πλασαριστεί καλύτερα την επόμενη μέρα. Η δεύτερη στάση δείχνει πολιτικό έλλειμμα έως και ηττοπάθεια, γιατί προφανώς αν πιστεύεις ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν εκτελεί σωστά τα βασικά πολιτικά του καθήκοντα και θα χάσει ξανά, τότε έχεις ως -λογική- απαίτηση τουλάχιστον να μην χάσει και τη μάχη της ταυτότητάς του. Αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα μπορέσει να εργαστεί ξανά από κυβερνητικές θέσεις υπέρ του λαού απλώς μέσω της πλήρους διατήρησης της ταυτότητάς του, αλλά μέσω μιας αποτελεσματικής πολιτικής στάσης. Με την πολιτική αυτοπεποίθησή του, που θα χτιστεί με τις παρεμβάσεις του στα μεγάλα ζητήματα. Και, ασφαλώς, με τη δράση των μελών του, χωρίς την οποία ούτε νίκες μπορούν να επιτευχθούν, ούτε μακροπρόθεσμα σωστή γραμμή να χαραχθεί. Κι αυτό είναι κάτι πολύ πέρα από τις εσωκομματικές κόντρες και τις μάχες των πληκτρολογίων.

Σάββατο 21 Μαρτίου 2020

Το εθνικό αυτογκόλ της ξενοφοβίας

https://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/ethniko-aytogkol-tis-ksenofobias

Κοίταξε να δεις τώρα φίλε μου, είναι απλά τα πράγματα. Δυστυχώς ή ευτυχώς. Είσαι ο άνθρωπος αυτός που φοβάται τους ξένους. Λες πως έρχονται για να μας πνίξουν, για να αλλοιώσουν τον πολιτισμό μας, πως είναι κατάσκοποι (ναι, «κατάσκοποι», αυτό λες!), πως είναι εργαλεία ενός σχεδίου μυστικών δυνάμεων που μας μισούν και άλλα τέτοια. Ταυτόχρονα, φοβάσαι και την Τουρκία και σε ανησυχεί που ο Ερντογάν πάει να γίνει σερίφης στην περιοχή και θέλεις αυτό να αποφευχθεί. Κοίτα τώρα, λοιπόν, τι μαγικά έχεις κάνει!
Σε ακούει ο Μητσοτάκης όλο αυτό τον καιρό και για να σε κάνει να τον ψηφίσεις σου λέει πως τους πρόσφυγες τους φέρνει ο ΣΥΡΙΖΑ και πως αυτός θα τους κρατήσει έξω. Δηλαδή, σου λέει πως δεν έχει την βασική ευθύνη η ΕΕ που έχει κλείσει τα σύνορα και δεν παίρνει άνθρωπο, αλλά πως το θέμα είναι τι κάνει η Ελλάδα. Αλλά όταν γίνεται κυβέρνηση, επειδή το ξέρει (ναι, το ξέρει, δεν είναι χαζός!) ότι δεν μπορεί να διασφαλίσει από μόνος του ότι δεν θα έρχονται πρόσφυγες εδώ, τι κάνει; Πάει και κάνει τα γλυκά μάτια στον Ερντογάν, που έχει στο έδαφός του κάτι εκατομμύρια πρόσφυγες, για να μην τους στείλει στην Ελλάδα. Εφαρμόζει, λοιπόν, την λεγόμενη «πολιτική του κατευνασμού».
Και εδώ αρχίζει το πάρτι. Συναντιέται ο Μητσοτάκης με τον Ερντογάν, αλλά δεν του θέτει το ζήτημα των παραβιάσεων, κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά στην πρόσφατη ιστορία. Είπαμε, «κατευνασμός». Πάει μετά στις ΗΠΑ και συναντιέται με τον Τραμπ, όπου όχι μόνο δεν παίρνει ούτε μία δήλωση στήριξης για τα ελληνοτουρκικά, αλλά επιβραβεύει και την δολοφονία του Σουλεϊμανί και έτσι χάνουμε από σύμμαχο το Ιράν που είναι σε κόντρα με την Τουρκία. Μετά, μπαίνει το τουρκικό πλοίο Ορούτς Ρέις στην ελληνική υφαλοκρηπίδα, αλλά η κυβέρνηση μας λέει πως «το πήρε ο αέρας» και δεν ζητάει από την ΕΕ να ενεργοποιήσει τις κυρώσεις που είχαν αποφασιστεί κατά της Τουρκίας και τις οποίες είχε ζητήσει η προηγούμενη ελληνική κυβέρνηση. Και η μόνη φορά που κάνει πως θυμώνει με τον Ερντογάν είναι όταν βλέπει πως αρχίζουν να αυξάνονται οι ροές προσφύγων από την Τουρκία. Αλλά και τότε, αντί να πάει στην ΕΕ, για να πιέσει αυτή πραγματικά τον Ερντογάν και να απαιτήσει την εφαρμογή της Συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας, βάζει τον υπουργό Εξωτερικών και καλεί τον Τούρκο πρέσβη για να του διαμαρτυρηθεί, εμφανίζοντας το θέμα σαν να είναι διμερές μόνο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας! Και η ΕΕ ανάσανε ανακουφισμένη.
Κι επειδή εσύ δεν θέλεις να βλέπεις πρόσφυγες δίπλα σου, η κυβέρνηση σταματάει το πρόγραμμα μεταφοράς στην ενδοχώρα. Κι όταν το αρχίζει ξανά, επειδή στη Μόρια από 5.000 άτομα που παρέλαβε τα έφτασε στις 25.000, κάποιοι σαν εσένα στα Βρασνά κι αλλού αντιδρούν και δεν αφήνουν τους πρόσφυγες να έρθουν. Και για να μην τους χάσει από πελάτη η κυβέρνηση, σταματάει πάλι την αποσυμφόρηση και συνεχίζει να στριμώχνει τους ανθρώπους στα νησιά. Και αποφασίζει να χτίσει εκεί κλειστές δομές-φυλακές. Οι κάτοικοι αντιδρούν. Τα ΜΑΤ βάζουν φωτιά στα νησιά και όλη η Ευρώπη βλέπει να σκοτωνόμαστε μεταξύ μας. Και ασφαλώς, το βλέπει και ο Ερντογάν! 

Και έρχεται το κερασάκι στην τούρτα. Ο Ερντογάν συγκρούεται με τον Πούτιν στη Συρία, στο Ιντλίμπ. Η ΕΕ βλέπει σταθερά τη Ρωσία ως ανταγωνιστή της. Δεν χρειάζεται να είσαι μέντιουμ για να καταλάβεις τι θα κάνει. Αντιδρά χλιαρά και ουσιαστικά στηρίζει τον Ερντογάν, εναντίον του Πούτιν. Με τον οποίο Πούτιν η Ελλάδα επί Μητσοτάκη έχει σχεδόν ξεκόψει για να μην δυσαρεστούνται οι ΗΠΑ. Και ο Ερντογάν για να γίνει ακόμα πιο ισχυρός και να είναι σίγουρος ότι θα τον στηρίξουν μέχρι τέλους, αποφασίζει να πιέσει την ΕΕ διά της Ελλάδας και χρησιμοποιεί χυδαία τους πρόσφυγες, στέλνοντάς τους μαζικά στα σύνορα. Όμως, η ελληνική κυβέρνηση έχει φροντίσει ήδη να απαλλάξει την ΕΕ από την ευθύνη για το προσφυγικό, γιατί άλλωστε τους πρόσφυγες τους έφερνε ο ΣΥΡΙΖΑ. Οπότε η ΕΕ δεν πιέζεται από την Ελλάδα για να πάρει πρόσφυγες. 
Και στο τέλος τι γίνεται; Έρχεται το ΝΑΤΟ να αποφασίσει ότι στηρίζει την Τουρκία στο Ιντλίμπ. Και η Ελλάδα ακόμα και τώρα δεν βάζει βέτο, γιατί τώρα πια έχει έρθει σε αδιέξοδο με την πολιτική της. Και έτσι που τα κάναμε, είμαστε πια μόνοι μας απέναντι στον Ερντογάν, έχοντας παραδώσει κάθε διαπραγματευτικό χαρτί και έχοντας μπει από μόνοι μας σε αδιέξοδο.
Είδες τι ωραία που έκλεισε ο κύκλος; Είδες τι ευθύνη έχεις εσύ και οι κραυγές σου κατά των προσφύγων για το ότι έγινε ο Ερντογάν πανίσχυρος; Άντε, καληνύχτα τώρα. Ονειρέψου ότι φυλάς Θερμοπύλες, ενώ έχεις γκρεμίσει τα τείχη. Γιατί τέτοιο αυτογκόλ που μας έβαλες, ούτε στημένο να το είχες το ματς. Αλλά ποιος χρειάζεται τους στημένους, όταν υπάρχουν οι πανικόβλητοι;

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2020

Το Πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ για τη Νέα Γενιά: αυτονομία και ισοτιμία

http://www.avgi.gr/article/10811/10385261/to-programma-tou-syriza-gia-te-nea-genia-autonomia-kai-isotimia
Η Νέα Γενιά δεν αποτέλεσε κομβικό στοιχείο της κυβερνητικής πρακτικής του ΣΥΡΙΖΑ. Και για να μην τα μπερδεύουμε, μέτρα υπέρ των νέων ανθρώπων υπήρξαν πολλά, ειδικά από τα υπουργεία Εργασίας και Παιδείας. Δεν υπήρξε, όμως, ένα κεντρικό σχέδιο που θα ένωνε τις επιμέρους πολιτικές σε ένα ενιαίο όραμα και θα αποτελούσε, στο κάτω-κάτω, και ένα τεστ για το πόσο ριζοσπαστική είναι η ταυτότητα του ΣΥΡΙΖΑ. Ένα σχέδιο που θα απαντούσε πρώτα από όλα στο εξής: Πως θέλουμε να ζουν οι νέοι σε δέκα χρόνια από τώρα; Αυτή την ερώτηση πρέπει να την απαντήσουμε τώρα. Και να βρει θέση στο νέο πρόγραμμα του νέου ΣΥΡΙΖΑ.
Μιλώντας για ένα κυβερνητικό σχέδιο για τη Νέα Γενιά, μιλάμε για την υποχρέωση του κράτους απέναντι στους νέους να διαμορφώσει το πλαίσιο που θα τους επιτρέψει να εκπληρώσουν δύο πρότυπα: του αυτόνομου νέου και του ισότιμου νέου. Ο αυτόνομος νέος είναι αυτός που έχει μια σταθερή και ικανοποιητική ως προς τα προσόντα του εργασία, αλλά και τη δυνατότητα διαβίωσης έξω από την οικογενειακή εστία. Ο ισότιμος νέος είναι αυτός που το κράτος του έχει παράσχει τα μέσα, ώστε να καλυφθούν τα μειονεκτήματα που οφείλονται στην ταξική και άλλη (πχ. γεωγραφική) θέση του.
Είναι προφανές ότι γι αυτούς τους δύο στόχους το πιο κρίσιμο πεδίο είναι αυτό της εργασίας, δηλαδή η ανάγκη να σχεδιαστεί ένα αναπτυξιακό μοντέλο που θα αξιοποιεί τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των νέων επιστημόνων, αλλά και θα μεριμνά γι αυτούς που δεν έχουν πτυχίο πανεπιστημίου, τους οποίους συχνά ξεχνάμε. Δεν χρειάζεται να πούμε ότι τα μέσα για την επίτευξη αυτών των στόχων είναι τα ειδικά επενδυτικά προγράμματα για την αξιοποίηση του νεανικού επιστημονικού δυναμικού, η ενίσχυση της νεανικής επιχειρηματικότητας σε τομείς καινοτομίας, η ουσιαστική -επιτέλους- ανάπτυξη της Κοινωνικής Οικονομίας και η αξιοποίηση νέων ανθρώπων για ανανέωση παραδοσιακών μορφών παραγωγικής δραστηριότητας (πχ. συνεταιριστική αγροτική παραγωγή). Αλλά όλα αυτά δεν απαντούν, παρά σε βάθος χρόνου, στο πιο άμεσο πρόβλημα χιλιάδων νέων, το ζήτημα της στέγασης. Στο πως θα φύγουν από το παιδικό τους δωμάτιο! Κάτι που δεν θα μπορούν να κάνουν, ακόμα κι αν μειωθεί η ανεργία, όσο στα μεγάλα αστικά κέντρα τα ενοίκια εκτινάσσονται λόγω AirBnb. Η πιο πειστική λύση είναι ένα πρόγραμμα στέγασης στοχευμένο σε νέους 25 ως 30 ετών, με επιδότηση του ενοικίου τους, αλλά σε συνδυασμό με την αναζωογόνηση υποβαθμισμένων περιοχών, στις οποίες το κράτος θα κάνει αναπτυξιακές αλλά και πολεοδομικές παρεμβάσεις, όπως η ενοποίηση ακάλυπτων και η δημιουργία μεγάλων κοινόχρηστων χώρων.
Δομική για το μέλλον των νέων είναι η ευχέρεια πρόσβασης στην εκπαίδευση πάνω στο αντικείμενο που πραγματικά επιθυμούν, επιστημονικό ή επαγγελματικό. Πράγμα που σημαίνει πως, αν δεν φτιάξουμε ένα μεγάλο πρόγραμμα οικοδόμησης φοιτητικών εστιών, κάθε σύστημα ελεύθερης πρόσβασης στο πανεπιστήμιο μπορεί να πάει «άκλαυτο». Και πως, αν δεν βοηθήσουμε τους πτυχιούχους των ΕΠΑΛ από την περιφέρεια να μετακινηθούν στις άλλες πόλεις που έχουν πανεπιστήμια και θα τους προσφέρουν τα διετή επαγγελματικά προγράμματα που θεσπίσαμε και κατήργησε η ΝΔ, τότε ακόμη κι αν τα επαναφέρουμε θα έχουμε κάνει τη μισή δουλειά. Όπως και αν δεν κάνουμε, επιτέλους, ένα μεγάλο πρόγραμμα Σχολικού Επαγγελματικού Προσανατολισμού. Εξίσου κρίσιμο πεδίο είναι ο πολιτισμός και ο ελεύθερος Χρόνος. Κι εδώ, όσο σπουδαία θεάματα κι αν προσφέρουν οι πολιτιστικοί φορείς, θα μένουν ένα κτήμα των ολίγων, αν δεν φτιάξουμε μια Κάρτα Πολιτισμού Νέων με την οποία θα επιδοτείται το 50% των εισιτηρίων όλων των κρατικών πολιτιστικών φορέων. Όση υψηλή τέχνη κι αν προσφέρεται, δεν θα μπορούν ποτέ να την απολαμβάνουν μαζικά τα νέα παιδιά, αν δεν αναπτυχθούν εκτεταμένα προγράμματα στα σχολεία, με τη συμμετοχή νέων καλλιτεχνών από τους κρατικούς πολιτιστικούς φορείς, που θα εξοικειώνουν τους μαθητές με μορφές τέχνης που τους είναι ξένες, όπως η όπερα, η ζωγραφική, η κλασική μουσική, πράγματα που είναι στον πυρήνα της δυτικής κουλτούρας και του ίδιου του ανθρωπισμού. Και όσα νέα παιδιά κι αν καταφέρουν τελικά να καλλιεργήσουν τα ταλέντα τους, δεν θα μπορούν ποτέ να ζήσουν από αυτά, αν δεν τα βοηθάμε να συναντήσουν το κοινό τους, αν δεν διοργανώνει το κράτος μεγάλα πολιτιστικά φεστιβάλ στους δημόσιους χώρους και τα μνημεία των πόλεων μας με δωρεάν πρόσβαση, όπου θα δίνεται η ευκαιρία στους νέους καλλιτέχνες να παρουσιάζουν το έργο τους. Αν δεν δημιουργηθούν καλλιτεχνικά hubs, όπου θα προσφέρονται δωρεάν σε νέους καλλιτέχνες χώροι για πρόβες, studio ηχογράφησης, κ.λπ. Αν δεν χρηματοδοτηθεί η μετάφραση νέων Ελλήνων συγγραφέων σε άλλες γλώσσες. Και τέλος, δεν θα μπορούν οι νέοι να αθλούνται οργανωμένα και με ασφάλεια, αν δεν υπάρξει ένα πανελλαδικό πρόγραμμα απασχόλησης, ώστε να μένουν ανοιχτές μετά το μάθημα οι αθλητικές εγκαταστάσεις των σχολείων, κι αν δεν σχεδιαστεί μια παρέμβαση, ώστε τα παιδιά των οικογενειών που παίρνουν το ΚΕΑ να επιδοτούνται με το 50% του κόστους συμμετοχής σε αθλητικούς συλλόγους της γειτονιάς τους. Και ασφαλώς, καμία ισότητα δεν μπορεί να υπάρχει σήμερα πια χωρίς τη διάσταση της ψηφιακότητας, δηλαδή τη διασφάλιση της πρόσβασης στο διαδίκτυο όλων των περιοχών της χώρας -και των πιο απομακρυσμένων- και όλων των δημόσιων χώρων. Αλλά και χωρίς τη διαμόρφωση θεσμικών εργαλείων πολιτικής συμμετοχής και διαβούλευσης των πολιτών μέσω του ίντερνετ.
Άφησα για το τέλος το πεδίο της πάλης ενάντια στον κοινωνικό συντηρητισμό και τα στερεότυπα. Αν συνεχιστεί η συντηρητική αντεπίθεση που έχει σαλπίσει η ΝΔ και την ξεδιπλώνουν τα αλαλάζοντα πλήθη των μισαλλόδοξων φανατικών, τότε το επόμενο ρεύμα μετανάστευσης νέων δεν θα είναι μόνο οικονομικό, αλλά και πολιτισμικό. Θα φεύγουν από τη χώρα άνθρωποι που θα λένε πως «δεν αντέχω να ζω σε μια χώρα που οι μετανάστες, οι Ρομά και οι lgbtqi συμπολίτες μας καθυβρίζονται στο δρόμο, σε μια χώρα που νομίζει πως είναι το κέντρο της γης, αλλά δεν ξέρει τίποτα για τον εαυτό της, σε μια χώρα που θα κάνω παιδιά και δεν θα διδαχτούν στο σχολείο τίποτα για το ίδιο τους το σώμα». Τα ελάχιστα που πρέπει λοιπόν να ολοκληρώσουμε είναι η εισαγωγή της σεξουαλικής αγωγής στα σχολεία, ο πολιτικός γάμος των ατόμων ίδιου φύλου, ο νέος τρόπος διδασκαλίας των θρησκευτικών και της ιστορίας. Δηλαδή, τις παρεμβάσεις που θα ανοίξουν τα μάτια των νέων παιδιών και θα τα απομακρύνουν από το συντηρητισμό και την μισαλλοδοξία.
Εδώ όμως καραδοκεί ένα κλασικό λάθος. Αν νομίζουμε πως όλα αυτά είναι δουλειά μιας παντογνώστριας σχεδιαστικής κομματικής ελίτ, απλώς θα κάνουμε μια τρύπα στο νερό. Σαν τη φωτισμένη δεσποτεία, θα κάνουμε τα πάντα για το λαό, αλλά τίποτα από το λαό τον ίδιο. Εκεί έξω, σε ολόκληρη τη χώρα, υπάρχουν αναρίθμητα δίκτυα, συλλογικότητες και πρωτοβουλίες νέων ανθρώπων. Με κάποιους έχουμε ήδη γνωριστεί στα κυβερνητικά χρόνια. Με όλους, όμως, πρέπει να οργανώσουμε μια μεγάλη σειρά από συντεταγμένες συναντήσεις. Να πάμε εμείς σε αυτούς. Να τους εξηγήσουμε τι έκανε η κυβέρνηση για τους νέους. Να αφήσουμε να μας εξηγήσουν αυτοί τα λάθη και τις παραλείψεις μας. Και να διαμορφώσουμε το πρόγραμμά μας μαζί τους. Με τις οργανωμένες ομάδες των νέων επιστημόνων, καλλιτεχνών, αθλητών όλης της χώρας. Με αυτούς που ήδη δραστηριοποιούνται και προσφέρουν σημαντικό κοινωνικό έργο και φρέσκες ιδέες, χωρίς να έχουν καμία επαφή και βοήθεια από το κράτος. Γι αυτούς τους ανθρώπους ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ο πιο προνομιακός συνομιλητής. Και είναι οι άνθρωποι με τους οποίους θα χτίσουμε την επόμενη μέρα. Όχι μόνο με τα λόγια, αλλά και με τους κοινούς αγώνες.
Οι υποχρεώσεις του κράτους απέναντι στους νέους έχουν μια ιδιαιτερότητα. Αφορούν το παρόν, αλλά και το μέλλον τους. Αυτό τις κάνει ακόμα πιο βαριές. Κι εμάς, ακόμη περισσότερο υποχρεωμένους να δουλέψουμε γι αυτές. Όχι για να κερδίσουμε ξανά τις εκλογές. Αλλά για να έχει νόημα να τις κερδίσουμε.

Το μυστικό

https://www.efsyn.gr/stiles/apopseis/217452_mystiko

Να διαβάσουμε την «Ζωή εν τάφω» του Στράτη Μυριβήλη. Ή να δούμε την ομώνυμη σειρά της ΕΡΤ. Γιατί εκεί βρίσκονται όλα. Η ένθερμη στράτευση των εθελοντών του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, η τραγωδία των μαχών, ο σταδιακός προβληματισμός και η αποστράτευση. Και οι λιποταξίες. Οχι, οι άνθρωποι δεν λιποτακτούσαν μόνο λόγω της φρίκης του πολέμου. Την είχαν ζήσει τη φρίκη αυτή ξανά στους Βαλκανικούς ελάχιστα χρόνια πριν. Αλλά στον νέο πόλεμο από ένα σημείο και μετά δεν έβρισκαν το νόημα.

Πολλοί Ελληνες στρατιώτες δεν καταλάβαιναν γιατί έπρεπε να πολεμούν. Είχαν ήδη απελευθερώσει τη Μακεδονία με τους Βαλκανικούς. Τώρα τι θα κέρδιζαν, ποιους θα προστάτευαν; Εκεί που πήγαιναν έβρισκαν συχνά ανθρώπους που μιλούσαν άλλες γλώσσες, που κάποιοι τους πίεζαν να δεχτούν πως είναι Σέρβοι, άλλοι μετά πως είναι Βούλγαροι κι αυτοί θέλαν μόνο να ζήσουν ειρηνικά.

Αυτή η αίσθηση πως αυτός ο πόλεμος δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια σφαγή στην οποία οδηγούνται οι λαοί ώστε οι άρχουσες τάξεις των κρατών να διευθετήσουν ξανά τα σύνορά τους, έκανε στρατιώτες σε ολόκληρο τον κόσμο να αμφισβητήσουν το αν έπρεπε να είναι εκεί. Και από τα εκατομμύρια των ανθρώπων που χάνονταν για να κερδηθούν λίγοι πόντοι γης γεννήθηκε η σπουδαία αντιπολεμική λογοτεχνία του Μεσοπολέμου.

Τίποτε από όλα αυτά όμως δεν έγινε στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Γιατί εκεί ο εχθρός δεν ήταν, έτσι γενικώς, ο άλλος. Ο εχθρός τελικά ήταν ο φασισμός και ο ναζισμός, για τη μία πλευρά. Η «εβραϊκή πλουτοκρατία» και τα «κατώτερα είδη» ανθρώπου, για την άλλη. Για αυτό και οι λιποταξίες δεν γίνονταν τόσο για να αποφύγει κανείς τον πόλεμο, όσο για να πάει με το στρατόπεδο εκείνων που τον εξέφραζαν ιδεολογικά. Για αυτό και η μεταπολεμική λογοτεχνία δεν είναι γενικώς αντιπολεμική. Είναι αντιναζιστική, μιλάει για το δράμα των Εβραίων, είναι αντιολοκληρωτική.

Το «Ουδέν νεώτερον από το Δυτικό Μέτωπο» του Εριχ-Μαρία Ρεμάρκ δεν θα είχε γραφτεί μετά το Ολοκαύτωμα. Η φράση «Βλέπω να σπρώχνονται οι λαοί, να χτυπούν ο ένας τον άλλον και να σκοτώνονται δίχως να λένε τίποτα, δίχως να ξέρουν τίποτα, με τρέλα, πειθήνια κι αθώα» δεν θα μπορούσε να καθρεφτίσει το κλίμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Γιατί εκεί οι λαοί ήξεραν για τι χτυπιούνται. Ηξεραν για ποιο πράγμα πολεμάνε. Κι όσοι δεν ήξεραν από πριν, το έμαθαν επί τόπου.
Ηξεραν οι μεν ότι πολεμάνε για έναν κόσμο χωρίς φασισμό, οι δε ότι πολεμάνε για να απλωθεί παντού η Αρία Φυλή. Αποκτούσαν θέση. Ο πόλεμος είχε πολιτική ιδεολογία. Και για αυτό βρέθηκαν και τόσοι πολλοί συνεργάτες των ναζί κατακτητών και μάλιστα αντικομμουνιστές.
Αυτά είναι που ενοχλούν σήμερα τις κυρίες υπουργούς. Αυτές που με τον άχαρο τρόπο των βιαστικών κι ανίκανων ανθρώπων προσπάθησαν τόσο κωμικά και τόσο επικίνδυνα να φέρουν την Ιστορία στα μέτρα των πολιτικών τους πεποιθήσεων. Δεν ήρθε από το πουθενά αυτή η στάση. Εδώ και δεκαετίες ο αντιφασισμός έχει υποχωρήσει από τον δημόσιο λόγο και από την εκπαίδευση στην Ελλάδα.

Προφανώς κάποιοι φωτεινοί σχεδιαστικοί εγκέφαλοι απεφάνθησαν πως δεν υπήρχε κίνδυνος επανόδου των δολοφονικών αυτών ιδεών και άρα δεν χρειαζόταν να αναφερόμαστε τόσο πολύ στον αντιφασιστικό αγώνα, μια που στη συλλογική μνήμη των Ελλήνων αυτός συνδυαζόταν με την Αριστερά και άρα αυτή κέρδιζε πόντους.

Και ήρθε η κρίση που έφερε την άνοδο του εθνικισμού σε όλο τον αναπτυγμένο κόσμο και κατέρριψε με κρότο αυτές τις ανόητες πεποιθήσεις, οι οποίες όμως είναι ακόμα εδώ και εκτινάσσονται μέσα από τον ανιστόρητο λόγο των υπουργών. Κι έτσι βρεθήκαμε να συζητάμε αν οι παππούδες μας πολέμησαν τον φασισμό ή τον λαϊκισμό κι αν με τον αγώνα τους έδειξαν αυτοθυσία ή εθελοντισμό, λες και στο βουνό ανέβηκαν για να μαζέψουν υπογραφές για τη σωτηρία της αρκούδας της Πίνδου.

Κάθε εξουσία θέλει να έχει έναν λόγο επί του παρελθόντος. Γιατί το παρελθόν νοηματοδοτεί το παρόν και το μέλλον. Το παρελθόν της Δεξιάς αυτής της χώρας είναι βαρύ. Και το βρήκε μπροστά της στα χρόνια των μνημονίων, όταν δεν μπορούσε να βγάλει από πάνω της την (ανιστόρητη) ρετσινιά του γερμανοτσολιά. Αφού λοιπόν δεν αλλάζει η Δεξιά, θα αλλάξει η Ιστορία. Για να αλλάξει κι ο τρόπος που βλέπει τη Δεξιά ο λαός. Και για να ξεχάσει την Αριστερά. Οπως όλος ο κόσμος ξεχνάει τα εκατομμύρια νεκρών της Σοβιετικής Ενωσης κατά των ναζί και μαθαίνοντας Ιστορία από το Χόλιγουντ πιστεύει πως τον πόλεμο τον κέρδισαν οι Αμερικανοί. Τούτο είναι το μυστικό.

Ο επόμενος ΣΥΡΙΖΑ. Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι' αυτόν

http://www.avgi.gr/article/10811/10178718/o-epomenos-syriza-dyo-e-tria-pragmata-pou-xero-gi-auton

Έχουμε την κακιά συνήθεια να θέτουμε τα λάθος ερωτήματα. Για παράδειγμα, ρωτάμε «πώς θα κερδίσει ο ΣΥΡΙΖΑ τις επόμενες εκλογές». Ενώ η κρίσιμη ερώτηση είναι «πώς θα έχει νόημα για τον κόσμο η ίδια η ύπαρξή του ΣΥΡΙΖΑ ως αριστερό κόμμα του 21ου αιώνα».
Αν δούμε το πράγμα έτσι, αυτομάτως ξεφορτωνόμαστε μια σειρά από άχρηστα δίπολα, του τύπου «μαζικό ή αριστερό κόμμα». Και βλέπουμε πως, για να έχει νόημα η ύπαρξη του ΣΥΡΙΖΑ, χρειαζόμαστε τρία πράγματα. Πρώτον, ένα νέο πρόγραμμα τετραετίας και μακράς προοπτικής, μια καθαρή εικόνα για το πως θέλουμε να γίνει η χώρα. Δεύτερον, ένα μεγαλύτερο κόμμα με διαφορετική σχέση με το χώρο και το χρόνο, δηλαδή με διαφορετικές διαδικασίες. Τρίτον, μία μεγάλη καμπάνια η οποία θα παρουσιάζει τα κυβερνητικά πεπραγμένα του ΣΥΡΙΖΑ.
Για το νέο πρόγραμμα πρέπει να εργαστεί μία αυτόνομη ομάδα στελεχών που δεν θα μπλέκεται στη βάσανο της συγκυρίας, δεν θα έχει άλλες χρεώσεις και θα μπορεί απερίσπαστη να συνεργάζεται με τα τμήματα του Κόμματος, με επιστημονικά ιδρύματα, πανεπιστημιακούς, αριστερούς και προοδευτικούς εμπειρογνώμονες από άλλες χώρες και ηπείρους. Όχι ασφαλώς για να φτιάξει το τελικό πρόγραμμα, αφού αυτό θα είναι πάντα δουλειά των πολιτικών οργάνων. Αλλά για να προτείνει τουλάχιστον δύο εναλλακτικούς δρόμους για κάθε ζήτημα. Από το ποια δομή θα έχει το νέο κοινωνικό κράτος, πώς θα ψηφιοποιήσουμε πλήρως τις δημόσιες υπηρεσίες για να μην είναι η επαφή μαζί τους ένα βασανιστήριο για τους πολίτες, και τι τύπου ξένες επενδύσεις θα θέλουμε να προσελκύσουμε, μέχρι το με τι μεθοδολογία θα διδάσκεται στα σχολεία η Ιστορία. Τα προηγούμενα χρόνια δεν είχαμε κάτι τέτοιο. Είχαμε κάποιες βασικές θέσεις για τα ζητήματα και από εκεί και πέρα όλα εξαρτιόνταν από τις σχεδιαστικές ικανότητες των υπουργών. Δεν μπορούμε, όμως, να πάμε ξανά έτσι. Χρειαζόμαστε έτοιμες λύσεις και ένα πρόγραμμα τόσο καθαρό που θα δίνει στους ανθρώπους την αίσθηση πως με την ψήφο τους συμμετέχουν σε μια μεγάλη αλλαγή στη χώρα.
Το νέο κόμμα ασφαλώς πρέπει να είναι μεγαλύτερο. Αλλά για να γίνει μεγαλύτερο, θα πρέπει να έχει ένα νόημα η ιδιότητα του μέλους του. Ας συνειδητοποιήσουμε πως όποιος μπαίνει σήμερα σε μια συνεδρίαση μιας τοπικής οργάνωσης του ΣΥΡΙΖΑ αντικρίζει την ίδια εικόνα που θα αντίκριζε αν έμπαινε στα γραφεία μιας αριστερής οργάνωσης στον Μεσοπόλεμο. Ένας άνθρωπος που κάνει μια εισήγηση, πολλοί από κάτω που ακούνε και μετά τοποθετούνται και στην καλύτερη περίπτωση στο τέλος αποφασίζουν κάποια δράση, είτε για ένα τοπικό ζήτημα είτε για την ανάδειξη των θέσεων του κόμματος. Η διαδικασία αυτή είναι απαραίτητη, αλλά δεν μπορεί να είναι η μοναδική. Είναι πια παρωχημένη και βαρετή, ακόμα και για εμάς που μεγαλώσαμε μέσα σε κομματικές διαδικασίες. Ήδη η γενιά των ανθρώπων που βρίσκονται γύρω στα 40 έχει αποκτήσει μέσω των smartphones μία εντελώς νέα σχέση με τον χρόνο και τον χώρο. Είναι μια γενιά που παρότι δεν γεννήθηκε με το κινητό στο χέρι, όπως οι μικρότεροι, έχει μάθει πια να έχει στο χέρι της όλη την πληροφορία και όλη τη δράση ανά πάσα στιγμή. Είναι μια γενιά, δηλαδή, που βαριέται τρομερά εύκολα. Πιο εύκολα από ποτέ. Και αυτό δεν επιτρέπεται να το αγνοεί κανείς ούτε να το βλέπει ως καπρίτσιο. Είναι μια γενιά που βαριέται, όταν νιώθει ότι ακούει πάλι τα ίδια. Όταν νιώθει πως τα πράγματα δεν πάνε αρκετά γρήγορα. Όταν νιώθει πως δεν βρίσκει χώρο η ατομικότητα της. Αυτοί οι άνθρωποι, τα ενεργά κοινά στα οποία στοχεύουμε, δεν μπορούν να οργανωθούν σε ένα κόμμα με τις διαδικασίες του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ. Και η λύση δεν είναι απλώς οι ψηφιακές πλατφόρμες και τα ηλεκτρονικά εσωκομματικά δημοψηφίσματα. Αυτά είναι εργαλεία. Το ζήτημα είναι πιο βαθύ. Είναι τα πράγματα που ζητάει από τα μέλη του το κόμμα. Είναι οι ρυθμοί της πραγματικής ζωής των ανθρώπων που είναι δέκα φορές ταχύτεροι από τους ρυθμούς του κόμματος. Είναι οι ανάγκες τους που είναι διαφορετικές από αυτές που ικανοποιεί ο κλασικός κομματικός οργανισμός ή που προσπαθεί να τις ικανοποιήσει με έναν παρωχημένο τρόπο.
Και ασφαλώς εδώ έχει να παίξει ρόλο αυτό που αναφέραμε πιο πριν, το πρόγραμμα. Τα μέλη του κόμματος θα πρέπει να μπορούν να ψηφίσουν ηλεκτρονικά για το αν συμφωνούν με την μία ή την άλλη εκδοχή του προγράμματος, κατά τη διάρκεια της οικοδόμησής του. Να κάνουν προτάσεις και σχόλια, γιατί δεν γίνεται αυτό που έχει κατοχυρώσει το αστικό κράτος με τη «Διαύγεια» να είναι ακόμα ένα ταμπού για το κόμμα μας. Αλλά για να έχει νόημα αυτό το δικαίωμα των μελών πρέπει να υπάρχει παράλληλα μια σοβαρή συζήτηση για αυτά τα ζητήματα, στη βάση των αρχών της Αριστεράς. Στη βάση του οράματος για ένα νέο κόσμο, πέρα από τον καπιταλισμό. Όχι, όμως, βάζοντας τα νέα μέλη να ορκίζονται στον αντικαπιταλισμό πριν μπουν στον ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά κρατώντας το όραμα σταθερό στην καρδιά του κόμματος και διαπαιδαγωγώντας κατάλληλα τα νέα μέλη, όχι μόνο με τα λόγια, αλλά με τις πρακτικές.
Επομένως, η λύση δεν βρίσκεται στο να θολώσουμε ή να αμβλύνουμε το πολιτικό στίγμα μας. Κανένας, άλλωστε, δεν έχει μείνει από τους ψηφοφόρους μας που να μην οργανώνεται στο ΣΥΡΙΖΑ επειδή το κόμμα παραείναι ριζοσπαστικό. Δεν οργανώνεται γιατί δεν βλέπει το νόημα στην πρακτική ζωή του μέλους. Γιατί και ένα εκατομμύριο μέλη να είχαμε αύριο, αν έμπαιναν στα γραφεία και βλέπανε τις συνεδριάσεις μας, σε ένα μήνα θα είχαν φύγει. Γιατί δεν θα έβρισκαν εκεί δύο πράγματα. Το πως αυτές οι διαδικασίες μπορούν να τους είναι χρήσιμες και το πως μπορούν να τους είναι απολαυστικές. Αλλά οι νέες διαδικασίες δεν μπορούν να προταθούν ως έτοιμες συνταγές. Προϋποθέτουν νέα ερωτήματα. Την εισαγωγή νέων αναγκών. Κι αυτά μπορούν να τεθούν μόνο ανοίγοντας τις πόρτες στους ανθρώπους που νιώθουν βασικά την ανάγκη να παλέψουν με τον ΣΥΡΙΖΑ για μια καλύτερη ζωή. Και οι φόβοι ότι το άνοιγμα στον κόσμο θα μας κάνει να μοιάζουμε στο ΠΑΣΟΚ είναι λανθασμένοι. Πρώτον, γιατί, αν έχουμε τόσο μικρή εμπιστοσύνη στις ιδέες μας και πιστεύουμε ότι δεν μπορούμε να πείσουμε για αυτές ούτε τους ανθρώπους που θέλουν να μπουν στο κόμμα μας, τότε πώς θα πείσουμε την κοινωνική πλειοψηφία; Ας διαλέξουμε καλύτερα κανένα άλλο άθλημα. Και δεύτερον, γιατί δυστυχώς δεν χρειαζόμαστε κανέναν πρώην πασόκο για να μας κάνει ΠΑΣΟΚ. ΠΑΣΟΚ μας κάνουν πρωτίστως οι πασοκικές πρακτικές δικών μας ανθρώπων, παλιών ΣΥΡΙΖΑίων και Συνασπισμένων που διά του μιθριδατισμού σιγά-σιγά εξοικειώνονται με αθέμιτες μεθόδους, πολλές από τις οποίες φάνηκαν στην προεκλογική περίοδο, και ειδικά στην περιφέρεια δηλητηρίασαν τις οργανώσεις μας.
Τέλος, ο ΣΥΡΙΖΑ έπρεπε να είχε οργανώσει μία μεγάλη καμπάνια προβολής του κυβερνητικού έργου που να απαντά στο «Τι Άλλαξε» με την κυβέρνηση της Αριστεράς. Αυτή η δουλειά πρέπει να γίνει έστω και τώρα. Όλο το κυβερνητικό έργο υπάρχει ήδη καταγεγραμμένο και συστηματοποιημένο και πρέπει να μπει σε μία πλατφόρμα στο ίντερνετ, αποτυπωμένο σε εικόνες και εύκολα προσβάσιμο. Και με βάση αυτό να οργανωθεί μία μεγάλη καμπάνια, με την συμπλήρωση ενός χρόνου κυβέρνησης ΝΔ, σε αντιπαραβολή με τα ως τότε πεπραγμένα της. Να θυμίσουμε στον κόσμο τι κάναμε, ποιες κατακτήσεις έχει να υπερασπιστεί.
Το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ θα απαντήσει σε όλα αυτά τα ερωτήματα. Και πρέπει να το κάνει αποτελεσματικά. Ας κάνουμε, λοιπόν, ένα συνέδριο όχι μόνο για αυτούς που θέλουμε να εκφράσουμε, αλλά με αυτούς που θέλουμε να εκφράσουμε. Με τον κόσμο.

Τα καρπούζια της ήττας και τα σπόρια της νίκης

https://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/ta-karpoyzia-tis-ittas-kai-ta-sporia-tis-nikis

Στα 4μιση χρόνια της διακυβέρνησής του ο ΣΥΡΙΖΑ προσπάθησε, αναπόφευκτα, να κρατήσει «τρία συν ένα» καρπούζια στην ίδια μασχάλη.
Πρώτον, ο ΣΥΡΙΖΑ προσπάθησε να βγάλει τη χώρα από τα μνημόνια. Αρχικά με την σκληρή διαπραγμάτευση του πρώτου εξαμήνου του 2015 που δημιούργησε υψηλές προσδοκίες, αλλά μετά έφερε απογοήτευση την οποία στο τέλος πλήρωσε, αν και όχι τόσο τον Σεπτέμβρη του 2015 όσο στις αναμετρήσεις του 2019. Και μετά, εφαρμόζοντας την νέα Συμφωνία με φιλοκοινωνικά αντίβαρα. Η οποία Συμφωνία, όμως, ήταν στο πλαίσιο της λιτότητας, άρα ουσιαστικά αντιαναπτυξιακή και άρα, παρά το θαύμα της ανάπτυξης κατά 2% που πέτυχε η κυβέρνηση και τη μείωση της ανεργίας κατά δέκα μονάδες, δεν κατάφερε να απαλλάξει γρήγορα τα πλατιά κοινωνικά στρώματα από τις βαριές συνέπειες των μνημονίων, όπως είχαν ανάγκη. Παρ’ όλα αυτά, άλλη συνταγή δεν υπήρχε. Με δυο λόγια, είναι εύκολο να κάψεις ένα κτήριο, είναι όμως πολύ δύσκολο να το ξαναφτιάξεις για να μένουν μέσα άνθρωποι, όταν παράλληλα έρχεται συνέχεια κάποιος απ’ έξω και σου ζητάει να πληρώσεις το νοίκι και τα κοινόχρηστα. Και μοιραία αυτοί που μένουν σε ένα σπίτι σφουγγαρισμένο και τακτοποιημένο, αλλά ακόμα καμένο, θα δυσθυμούν. Και οι ένοικοι των μεσαίων πατωμάτων που είχαν συνηθίσει να έχουν σπίτι με θέα -αγορασμένο ή κληρονομημένο- ακόμη περισσότερο από αυτούς των ισογείων και των υπογείων.
Δεύτερον, ο ΣΥΡΙΖΑ έπρεπε να κυβερνήσει, γενικώς, τη χώρα για πρώτη φορά. Και πολλοί από τους ανθρώπους που κλήθηκαν να στελεχώσουν τους κυβερνητικούς μηχανισμούς μπορεί και να μην ήξεραν κατά που έπεφταν τα ίδια κτήρια των υπουργείων. Άνθρωποι άλλου τύπου, έξω από τις παραδοσιακές και τις παρασιτικές κυβερνητικές ελίτ και ψευδοελίτ. Προφανώς αυτό θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε λάθη, παραλείψεις, καθυστερήσεις που κόστισαν. Ειδικά στα θέματα της καθημερινότητας, στη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών, σε όσα οι άνθρωποι έβλεπαν μπροστά τους κάθε μέρα να μην αλλάζουν.
Τρίτον, ο ΣΥΡΙΖΑ προσπάθησε να εφαρμόσει μια σειρά από πολιτικές στοιχειώδους αστικού εκσυγχρονισμού του κράτους (εν έτει 2015 η χώρα δεν είχε κτηματολόγιο, δασικούς χάρτες, ηλεκτρονική ίδρυση επιχειρήσεων, ηλεκτρονική κατάθεση σχεδίων στις πολεοδομίες, δομές ενημέρωσης των πολιτών για τα δικαιώματά τους, αδιάβλητες ηλεκτρονικές διαδικασίες για το μοίρασμα του ΕΣΠΑ, ψηφιακό ΚΕΠ και ηλεκτρονική υπογραφή στις δημόσιες υπηρεσίες) και δικού του αριστερού κοινωνικού στίγματος (πρόσβαση ανασφάλιστων στο σύστημα υγείας και πρωτοβάθμια περίθαλψη, παρεμβάσεις στα εργασιακά και εμβληματική ενίσχυση της Επιθεώρησης Εργασίας, ενιαία πανεπιστημιακή εκπαίδευση και κατάργηση των ΤΕΙ, καθολική δίχρονη προσχολική αγωγή σε όλη τη χώρα, αναδιάρθρωση και αύξηση των κοινωνικών επιδομάτων, θεσμικές αλλαγές όπως η απλή αναλογική και ο Κλεισθένης, παρεμβάσεις στα ζητήματα των Δικαιωμάτων). Όμως, όλο αυτό το τεράστιο έργο δεν μεταδόθηκε επαρκώς στους πολίτες. Και όσα μεταδόθηκαν ήταν συχνά μέσω του στρεβλού φίλτρου της αντιπολίτευσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ έπρεπε να είχε οργανώσει μία μεγάλη καμπάνια προβολής του κυβερνητικού έργου που να απαντά στο «Τι Άλλαξε» με την κυβέρνηση της Αριστεράς. Να δώσει στους πολίτες όλη την πληροφορία, μαζεμένη, επικοινωνήσιμη, αποτυπωμένη σε εικόνες και εύκολα προσβάσιμη στο ίντερνετ, όλο το πριν και το μετά. Να κάνει τους πολίτες να νιώσουν πως με την ψήφο τους συμμετέχουν σε μια αλλαγή δομική που συντελείται σε αυτή τη χώρα. Δεν έγινε και το πληρώσαμε με το να μην ξέρουν τα ίδια μας τα μέλη κομβικά στοιχεία του κυβερνητικού έργου. Κι αυτό είναι κάτι παραπάνω από ευθύνη απλώς δυο-τριών προσώπων.

Το «συν ένα» καρπούζι ήταν η προσπάθειά του ΣΥΡΙΖΑ, παράλληλα με όλα αυτά, να οργανώσει σε νέα βάση και τη λειτουργία του ίδιου του κόμματος και των μελών του. Αλλά με το κόμμα να κυβερνάει για πρώτη φορά και τα περισσότερα στελέχη του ρουφηγμένα από τις ανάγκες της διακυβέρνησης, αυτό δεν έγινε. Όχι, όμως, επειδή δεν μπορούσε με τίποτα να γίνει. Έτσι ο ΣΥΡΙΖΑ κατέληξε με ένα αμήχανο δυναμικό μελών που δεν μπόρεσε να γίνει αντίβαρο ενημέρωσης απέναντι στην προπαγάνδα των ΜΜΕ. Ας σκεφτούμε για μια στιγμή πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν απλώς σε κάθε περιοχή που άνοιγε μία ΤΟΜΥ ή ένα Κέντρο Κοινότητας οι τοπικές οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ έβγαιναν στον κόσμο με μια σελίδα κείμενο που να εξηγούσε τι είναι αυτές οι δομές και πως αλλάζουν την καθημερινότητα των κατοίκων.
Και μετά ήρθαν οι εκλογές. Στις οποίες -και στις δύο- δεν περιγράψαμε την χώρα που θέλουμε να φτιάξουμε. Στελέχη και μέλη, εντελώς αντανακλαστικά, μιλούσαμε κυρίως για όσα έγιναν ως τώρα και καλούσαμε τον κόσμο να ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ «επειδή». Επειδή έβγαλε τη χώρα από τα Μνημόνια, επειδή άρχισε να αλλάζει το κοινωνικό κράτος, επειδή μείωσε την ανεργία, επειδή πολέμησε τη διαφθορά. Αλλά τις εκλογές δεν τις κερδίζει το «επειδή». Τις κερδίζει το «για να», η προοπτική, η υπόσχεση. Ο Μητσοτάκης αυτό το δούλεψε. Και έκανε τους ψηφοφόρους του να λένε ότι ψηφίζουν ΝΔ για να μειώσει τους φόρους, για να φέρει ασφάλεια, για να ελαφρύνει την μεσαία τάξη, για να τιμωρήσει τον ΣΥΡΙΖΑ. Κι αν το σκεφτούμε θα δούμε ότι τελικά και για τον ΣΥΡΙΖΑ το πιο ισχυρό επιχείρημα ήταν ένα άλλο «για να». Το «ψηφίζω ΣΥΡΙΖΑ για να μην έρθει ο Μητσοτάκης», με το οποίο πολύς κόσμος κινητοποιήθηκε σχεδόν ενστικτωδώς.
Μέσα από τα καρπούζια της ήττας, όμως, προβάλουν πάντα και οι σπόροι της νέας νίκης. Και από την παραπάνω ανάλυση ήδη βρήκαμε πως στη νέα συνθήκη της αντιπολίτευσης ο ΣΥΡΙΖΑ χρειάζεται τρία πράγματα. Όχι απλώς για να κερδίσει τις επόμενες εκλογές. Αλλά πρωτίστως για να έχει νόημα η ύπαρξή του ως αριστερό κόμμα του 21ου αιώνα. Χρειάζεται ένα νέο πρόγραμμα με καθαρές αιχμές, δηλαδή μια διαυγή υπόσχεση για το μέλλον, ένα σχέδιο στην υλοποίηση του οποίου να δώσει την αίσθηση στον κόσμο πως μπορεί να γίνει συμμέτοχος. Ένα μεγαλύτερο κόμμα, με διαφορετικές διαδικασίες και διαφορετική σχέση με το χώρο και το χρόνο, κοντά στις ανάγκες και τους ρυθμούς των πραγματικών ανθρώπων. Και μία μεγάλη καμπάνια η οποία θα παρουσιάζει το κυβερνητικό έργο του ΣΥΡΙΖΑ -ναι, έστω και τώρα- και θα υπενθυμίζει στον κόσμο τις κατακτήσεις για τις οποίες πρέπει να αγωνιστεί. Χωρίς αυτά, όλα θα αποδειχτούν βραχύβια.

Σταύρος Παναγιωτίδης: «Τον περιορισμό της Χρυσής Αυγής θα τον χρωστάμε για πάντα στον Παύλο Φύσσα»

https://www.neolaia.gr/2019/07/02/stauros-panagiotidis-enas-koinoniologos-ipopsifios-stin-a-athinas/

Απευθυνθήκαμε στον πολυπράγμων κοινωνικό επιστήμονα, υποψήφιο Δρ. του Παντείου Πανεπιστημίου και νέο συγγραφέα, Σταύρο Παναγιωτίδη, για να απαντήσει στις ερωτήσεις μας, ενόψει της συμμετοχής του στις εθνικές εκλογές με το ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ στην Ά Αθήνας.
Η τελευταία παρουσία του στην ιστοσελίδα μας ήταν όταν εκείνος, ως μέλος της πολιτικής νεολαίας του κυβερνώντος κόμματος, σχολίαζε την εκλογή του κόμματός του στη θέση της κυβέρνησης και λίγο πριν εκείνος αναλάβει τα καθήκοντα του υπεύθυνου των κοινωνικών πολιτικών στο Γραφείο του Πρωθυπουργού. Συνεπώς, ήταν η καλύτερη ευκαιρία από άποψη χρόνου, με αφορμή την ολοκλήρωση της κυβερνητικής περιόδου και ταυτόχρονα της δικής του θητείας στο πλευρό του Αλέξη Τσίπρα, αλλά και της υποψηφιότητάς του για το βουλευτικό αξίωμα, για να κάνουμε μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης με έναν παλιό γνώριμο στο διαδικτυακό μας κοινό και ένα ιδιαίτερα ενεργό μέλος της αθηναϊκής πανεπιστημιακής κοινότητας.

Είσαι Κοινωνιολόγος-MSc Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας και υποψήφιος διδάκτορας Σύγχρονης Ιστορίας και ταυτόχρονα εργάζεσαι στο Γραφείο του Πρωθυπουργού με αρμοδιότητα τα θέματα κοινωνικής πολιτικής. Πώς τα προλαβαίνεις όλα αυτά;
Με μεγάλη δυσκολία! Η αλήθεια είναι πως από τότε που ανέβαλα το Γραφείο Κοινωνικών Πολιτικών του Πρωθυπουργού η καθημερινότητά μου θυμίζει λίγο… μονοκαλλιέργεια, μιας που δεν υπάρχει πολύς χώρος για άλλες δραστηριότητες. Αλλά επειδή το «κουσούρι» του κοινωνικού επιστήμονα δύσκολα χάνεται, προσπαθώ πάντα να έχω μια βασική εικόνα για τα νέα πράγματα που παίζονται στον χώρο των κοινωνικών επιστημών και της ιστορίας. Τουλάχιστον, για τους καινούριους τίτλους βιβλίων που βγαίνουν, αν και συχνά το πιο πολύ που προλαβαίνω να κάνω είναι απλώς να τους χαζέψω στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων που πετυχαίνω στις διαδρομές μου μέσα στην πόλη.

Πρόσφατα μπήκες και στον χώρο της λογοτεχνίας με το βιβλίο σου, «Κουρασμένο Μέλι», και τώρα επιλέγεις και τον δρόμο της ενεργού πολιτικής, θέτοντας υποψηφιότητα με σταυρό προτίμησης στην Ά Αθήνας. Αλήθεια, «τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις»;
Αυτή η ερώτηση μου έφερνε πάντα μια αμηχανία. Συνήθως, όταν με ρωτούσαν «τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις», απαντούσα «μεγάλος!» και με αυτό το κακό χιούμορ ξέφευγα από τις παγίδες της ερώτησης. Το σίγουρο είναι, πως για να έχει κανείς καθαρή ματιά για την πολιτική, δεν πρέπει να την βλέπει ως επάγγελμα και καριέρα. Αλλιώς, κάποια στιγμή θα αναγκαστεί να κάνει κακούς συμβιβασμούς για να κρατήσει μια καρέκλα και ένα εισόδημα. Από την άλλη, η συγγραφή δε γίνεται εύκολα καριέρα. Βεβαίως, η κυβέρνηση επανέφερε την Ενιαία Τιμή Βιβλίου και ίδρυσε τον Οργανισμό Βιβλίου και Πολιτισμού για να βοηθήσει την κατάσταση. Αυτός ο Οργανισμός θα βοηθά και τους νέους συγγραφείς να εκδώσουν το έργο τους, να το μεταφράζουν και να το κυκλοφορούν και στο εξωτερικό.

Τι δεν καταλάβατε εσείς ως κυβερνών κόμμα ή τι δεν κατανόησε η νεολαία από τη δουλειά που κάνατε υπέρ της και εμφανίστηκαν αυξημένα στις Ευρωεκλογές τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής μεταξύ των νέων (13%);
Έχω μια ευρύτερη άποψη για αυτό το θέμα. Όταν ήμουν εγώ στο σχολείο την δεκαετία του ’90 ως το 2000, η Χρυσή Αυγή ήταν μια εντελώς ανυπόληπτη οργάνωση μεταξύ των νέων. Όχι επειδή ήταν όλοι τους τόσο πολιτικοποιημένοι, αλλά επειδή υπήρχε ακόμα ζωντανό το κλίμα της Μεταπολίτευσης, όλοι ξέραμε για τη Χούντα και πιο πριν για τον πόλεμο και τους Ναζί. Ήταν πολλοί πιο ενεργοί και οι άνθρωποι που τα είχαν ζήσει όλα αυτά. Ακόμα και η τηλεόραση είχε πολύ καλύτερη ποιότητα από σήμερα, οπότε ήταν πολύ πιθανό να «πέσεις» πάνω σε κάποιο ντοκιμαντέρ που να στα μάθαινε όλα αυτά. Όσο όμως απομακρύνεσαι από τα ιστορικά γεγονότα, η μνήμη «αδυνατίζει» και, ο τρόπος για να μην συμβαίνει αυτό, περνάει μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα. Όμως, η σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας και της Ευρώπης δεν έχει μεγάλο χώρο μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα. Η ιστορία διδασκόταν αρχαιοκεντρικά. Και μάλιστα, χωρίς σύγχρονα μέσα (βίντεο, πολυμέσα), μόνο με τα βιβλία, όπως πριν 20 και 50 χρόνια. Τώρα η κυβέρνηση έχει αρχίζει να εφαρμόζει έναν νέο τρόπο για να διδάσκεται η ιστορία ήδη από το δημοτικό, με έμφαση στα πιο πρόσφατα και οικεία στο παιδί γεγονότα, όπως η ιστορία της οικογένειάς του ή της γειτονιάς που μπορεί να το συνδέσει με θέματα, όπως η προσφυγιά ή η αστυφιλία. Η ΕΡΤ είχε σταματήσει για πολλά χρόνια να αναζωογονεί τη μνήμη αυτών των γεγονότων, προφανώς επειδή κάποιοι κοντόφθαλμοι πίστευαν πως, όταν μιλάει κανείς για αυτά, καταλήγει να ενισχύει την Αριστερά. Όταν όλα αυτά συναντήθηκαν με την κρίση, είδαμε τις συνέπειες με την αύξηση της επιρροής της Χρυσής Αυγής. Αυτό μοιάζει να περιορίζεται. Και θα το χρωστάμε για πάντα στον Παύλο Φύσα. Αλλά αυτό το δηλητήριο δεν αποβάλλεται έτσι εύκολα από το σώμα της κοινωνίας. Θέλει δουλειά.

Γιατί ένας φοιτητής/φοιτήτρια να εναποθέσει τις ελπίδες του στο ψηφοδέλτιο ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία;
Γιατί η κυβέρνηση αυτή αύξησε τη χρηματοδότηση της εκπαίδευσης συνολικά, 1,7 δις παραπάνω από όσο είχαν σχεδιάσει οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Και σήμερα δεσμεύεται πως θα την φτάσει στο 5% του ΑΕΠ, όπως ζητούσε πάντα το φοιτητικό κίνημα, μαζί με το 6% του ΑΕΠ που θα δίνει για την Παιδεία. Και όχι μόνο για αυτό.
Παραλάβαμε μια χώρα που είχε να διορίσει πανεπιστημιακούς δασκάλους και ερευνητές από το 2010. Σήμερα έχουμε ήδη προκηρύξει 1.650 θέσεις καθηγητών στα πανεπιστήμια και στα ΤΕΙ και 255 θέσεις ερευνητών στα δημόσια ερευνητικά κέντρα. Παραλάβαμε μια χώρα, όπου στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση δεν υπήρχε πραγματικό σχέδιο και διάλογος για την αναβάθμιση Πανεπιστημίων και ΤΕΙ. Σήμερα έχουμε την αναδιοργάνωση ολόκληρου του ακαδημαϊκού χάρτη, με τη δημιουργία μιας νέας αρχιτεκτονικής των πανεπιστήμιων, με την ίδρυση νέων Τμημάτων και την κατάργηση επιτέλους του αναχρονιστικού διαχωρισμού Πανεπιστημίων – ΤΕΙ.
Παραλάβαμε μια χώρα, όπου μεγάλο ποσοστό φοιτητών εγκατέλειπε τις σπουδές του λόγω οικονομικής αδυναμίας. Σήμερα, έχουμε προγράμματα ενίσχυσης οικονομικά ασθενέστερων φοιτητών με προπτυχιακές υποτροφίες σε 3685 φοιτητές ευπαθών κοινωνικών ομάδων με 3420 € ετησίως. Επιπλέον επαναφέραμε και επεκτείναμε, στα 39 εκ. € ετησίως, το επίδομα ενοικίου σε δικαιούχους φοιτητές. Επίσης, ξεκίνησε πρόγραμμα ανέγερσης χιλιάδων κλινών σε νέες φοιτητικές εστίες.
Να ψηφίσει τον ΣΥΡΙΖΑ γιατί πετύχαμε την αύξηση των δωρεάν μεταπτυχιακών, επιβάλαμε τη μείωση των διδάκτρων σε αυτά που έχουν και υποχρεώσαμε να ιδρύματα να μην αποκλείουν κανέναν φοιτητή, αν από το οικογενειακό του εισόδημα προκύπτει πως δεν μπορεί να πληρώσει τα δίδακτρα. Αλλά και επειδή για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας δίνουμε 2 δις τον χρόνο για την επιστημονική έρευνα και ήδη έτσι έχουν δημιουργηθεί 8.500 νέες θέσεις εργασίας για νέους ερευνητές.

Τι έκανε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ για τη βελτίωση συνθηκών εργασίας των νέων;
Αυτό ήταν μια βασική μας προτεραιότητα. Γι’ αυτό καταργήσαμε αυτόν τον απαράδεκτο μνημονιακό νόμο οι νέοι ως 25 ετών να λαμβάνουν τον «υποκατώτατο» μισθό. Γι’ αυτό αυξήσαμε τον κατώτατο μισθό. «Στήσαμε» στα πόδια της την Επιθεώρηση Εργασίας για να κάνει ελέγχους και να ρίχνει πρόστιμα όπου παραβιάζονται τα εργασιακά δικαιώματα. Ξέρετε πως η Επιθεώρηση Εργασίας έριξε πρόστιμο 1,5 εκατομμύριο ευρώ στην Τράπεζα Πειραιώς; Ποιος είχε τολμήσει ξανά να πατήσει σε τέτοια επιχείρηση; Κι έτσι σήμερα οι τράπεζες αφήνουν τους εργαζόμενους να φύγουν στην ώρα τους. Έτσι μειώσαμε την μαύρη εργασία από το 20% που την παραλάβαμε στο 9%. Επεκτείναμε κλαδικές συμβάσεις, όπως στον τουρισμό και τα παιδιά που δουλεύουν τώρα ήδη σεζόν στα τουριστικά μέρη ξέρουν πως παίρνουν 100 και 200 ευρώ παραπάνω από πέρσι. Αντιθέτως, η ΝΔ και ο κύριος Μητσοτάκης υπόσχονται πως δε θα στέλνουν τον ΣΔΟΕ και πως θα διαλύσουν ουσιαστικά την Επιθεώρηση Εργασίας, όπως έκαναν τα προηγούμενα χρόνια, ώστε να γεμίσει πάλι η ζωή μας από μαύρο χρήμα και απλήρωτη εργασία. Εμείς λέμε να πούνε όλοι οι νέοι «όχι» σε αυτά τα σχέδια. Όπως κι οι νέοι που δουλεύουν σε επισφαλείς θέσεις, για παράδειγμα στα delivery που έχουν τόσα θανατηφόρα ατυχήματα. Εκεί όπου επιβάλαμε στους επιχειρηματίες του κλάδου να δίνουν υποχρεωτικά στους ντελιβεράδες γάντια, κράνος και ειδικά μπουφάν και επιπλέον χρήματα για να συντηρούν το μηχανάκι τους. Αλλά οφείλουν να ξέρουν όλοι πως το έργο της κυβέρνησης είναι το μισό «παιχνίδι». Το άλλο μισό είναι η δική τους δράση και διεκδίκηση, είναι να κάνουν σωματεία, είναι να καλούν την Επιθεώρηση Εργασίας. Και με αυτήν την αριστερή κυβέρνηση θα έχουν το κράτος δίπλα τους.

Βαδίζουμε στην εποχή του IoT (Internet of Things) και έρχεται ταχύτατα μπροστά μας ο κόσμος της τεχνητής νοημοσύνης. Τι έχει να πει ένα σύγχρονο κόμμα κι ένας νέος πολιτικός για τον νέο κόσμο που έχει ήδη γεννηθεί και προκαλεί την ανθρωπότητα;
To Internet of Things και αυτό που αποκαλούμε 4η Βιομηχανική Επανάσταση θέτει μεγάλα ζητήματα για τον τρόπο παραγωγής, την αντίληψη για τον χρόνο, τον χώρο, τον τόπο. Για παράδειγμα, όταν ένας άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τη λειτουργία ενός εργοστασίου στην Κίνα κι ο ίδιος εποπτεύει το εργοστάσιο μέσω του smartphone του, ζώντας στις ΗΠΑ ή στη Νορβηγία, καταλαβαίνετε ότι μιλάμε για έναν σχεδόν νέο κόσμο. Χώρος εργασίας, ωράρια, προσωπική και κοινωνική ταυτότητα, όλα αυτά γίνονται πια εξαιρετικά θολά. Ο Μαρξ μιλούσε για την αλλοτρίωση του εργαζόμενου από το αντικείμενο της εργασίας του ως βασικό στοιχείο του καπιταλισμού. Ίσως σήμερα να μιλούσε για την αλλοτρίωση, το «ξεχώρισμα» ας πούμε, του ανθρώπου από την ίδια τη διαδικασία της εργασίας του. Σε κάθε περίπτωση, είναι μια υπόθεση που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με κανένα «ανάθεμα». Η Ελλάδα ήδη ετοιμάζεται. Για παράδειγμα, με το πρόγραμμα «Ερευνώ-Δημιουργώ-Καινοτομώ» που αυτή η κυβέρνηση δημιούργησε, δίνουμε μόνο για το 2019 250εκ. € για τη στελέχωση τμημάτων R&D καινοτόμων επιχειρήσεων και για τις αναδυόμενες τεχνολογίες της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης.