Παρασκευή 21 Μαΐου 2021

Μαθαίνοντας ξανά (;) το 1821

 https://www.alfavita.gr/ekpaideysi/350065_mathainontas-xana-1821

Αν γυρίσουμε λίγο τη σκέψη μας στα σχολικά χρόνια, παλιότερα ή πιο πρόσφατα, μάλλον θα συμφωνήσουμε πως για τους πιο πολλούς και τις πιο πολλές από εμάς, το μάθημα της Ιστορίας ήταν μιας μορφής αγγαρεία. Ακόμη κι αν κάποιες φορές το βιβλίο ή ένας χαρισματικός δάσκαλος μπορούσαν να μας εξάψουν κάπως το ενδιαφέρον, ο τρόπος εξέτασης του μαθήματος, διά της παπαγαλίας, το έκανε τελικά απωθητικό.

Κι επειδή κανένα κενό δεν μένει για πολύ ακάλυπτο, τον χώρο που άφησε το σχολικό μάθημα στις συνειδήσεις μας γρήγορα τον κατέλαβαν οι κυρίαρχες αναπαραστάσεις του 1821 από τον κρατικό λόγο, τις χουντικές ταινίες που παίζει κάθε χρόνο η τηλεόραση, τους άσχετους δημοσιολογούντες και κάποιες κιτς σχολικές και τοπικές γιορτές με θεματολογία και αισθητική κληρονομημένες από την εθιμοτυπία της δικτατορίας, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες κάποιων εκπαιδευτικών να οργανώσουν πιο ουσιαστικούς εορτασμούς. Έτσι, οι πιο πολλοί Έλληνες κουβαλάνε μέσα τους μια εικόνα για την περίοδο της Οθωμανοκρατίας και για το 1821 εντελώς ξένη από όλα αυτά που έχει αποδείξει η ιστορική έρευνα και όλα όσα διδάσκονται στα πανεπιστήμια εδώ και σαράντα χρόνια. Και αντιδρούν πολύ άσχημα όταν έρθουν σε επαφή μαζί τους, γιατί νιώθουν να αμφισβητείται η εθνική ιστορία και η εθνική ταυτότητά τους. Από την άλλη, πολλοί από εμάς, ενοχλημένοι από το εθνολαϊκιστικό κιτς με το οποίο ντυνόταν πάντα η 25η Μαρτίου, απωθήθηκαν από την μελέτη του 1821. Το αποτέλεσμα ήταν κοινό. Άγνοια.

Όμως, ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό πρόγραμμα για το 1821 δεν είναι καθόλου δύσκολο πια να στηθεί. Αρκεί να κάνει δύο πράγματα. Πρώτον, να αλλάξει τον τρόπο εξέτασης του μαθήματος της Ιστορίας, αν μιλάμε για ένα σχολικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Αλλιώς, κάθε αλλαγή θα κινδυνεύει να πάει στα σκουπίδια. Δεύτερον, να βάζει το 1821 στις συγκεκριμένες ιστορικές του συνθήκες και στο πραγματικό του μέγεθος. Να δείξει πως ήταν ένα μοναδικής σημασίας γεγονός για την Ελλάδα, αλλά όχι ένα μοναδικό παγκόσμιο γεγονός. Και να εξετάσει το 1821 και την Οθωμανοκρατία μακριά από την καταστροφική ιδέα πως το μάθημα της ιστορίας πρέπει να «παραδειγματίζει».

Η δουλειά της Ιστορίας είναι απαντάει στα ίδια ερωτήματα που απαντάει και ο συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων. Ποιος, που, πότε, πως και γιατί έκανε κάτι. Αυτός ήταν και ο άξονας της δουλειάς που κάναμε με την ομάδα του Σπούτνικ, μία πολιτική και πολιτιστική πρωτοβουλία νέων ανθρώπων, δημιουργώντας, με τη συνδρομή πανεπιστημιακών, μια σειρά από βίντεο για την Επανάσταση υπό τον γενικό τίτλο «1821. Ένα παγκόσμιο ελληνικό γεγονός».

Εκεί προσπαθήσαμε να δείξουμε πως οι παραπάνω ερωτήσεις είναι αλληλένδετες και καμία δεν έχει αυτονόητη απάντηση. Για παράδειγμα, αν δεν κατανοήσουμε πως οι επαναστάτες δεν ήταν άνθρωποι που σκέφτονταν όπως εμείς σήμερα, αλλά ένα ετερόκλητο σύνολο ανθρώπων, που άλλοι είχαν στο μυαλό τους το έθνος και άλλοι το χωριό τους, που άλλοι ήταν κλέφτες κι άλλοι ήταν αρματολοί, δηλαδή υπάλληλοι των Οθωμανών, άλλοι αγρότες που δεν είχαν πιάσει ποτέ τους όπλο και δεν είχαν διανοηθεί να διώξουν τους Οθωμανούς, άλλοι ήταν γαιοκτήμονες με παραδοσιακές ιδέες και άλλοι ήταν έμποροι με πιο καινοτόμες απόψεις για τα εθνικά κράτη και την πολιτική, πως όλοι πολέμησαν επιδιώκοντας ταυτόχρονα και την ικανοποίηση των ατομικών τους συμφερόντων, τότε δεν θα καταλάβουμε ποτέ γιατί πολλοί περίφημοι οπλαρχηγοί τη μία έμπαιναν στην Επανάσταση και την άλλη προσκυνούσαν τους Οθωμανούς, γιατί οι πολεμιστές άφηναν τον πόλεμο και γύριζαν στα χωριά τους όταν δεν τους πλήρωναν, γιατί έγιναν οι Εμφύλιοι και γιατί δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας. Και θα αναμασάμε κοινοτυπίες για την «διχόνοια των Ελλήνων».

Δεν θα καταλάβουμε πόσο πολύ άλλαξε τελικά η επανάσταση αυτούς τους ανθρώπους, δηλαδή δεν θα νιώσουμε το μεγαλείο κάθε μεγάλης πολιτικής διαδικασίας, όπως είναι μια εθνική επανάσταση. Και θα νομίζουμε πως όποιος μας μιλάει για αυτά τα πράγματα είναι εθνοπροδότης.

Αντιστοίχως, μια σχολική ιστορική αφήγηση για την Επανάσταση και την Οθωμανοκρατία που δεν θα μοιάζει με videogame, δηλαδή δεν θα είναι μια ατελείωτη σειρά από μάχες, θα πρέπει να απαντάει σε κάποια στοχευμένα ερωτήματα και να ανοίγει την όρεξη για νέα. Γιατί έγινε μετά από 400 χρόνια μια επανάσταση; Γιατί δεν είχαν εξελιχθεί με αυτόν τον τρόπο οι τοπικές εξεγέρσεις των προηγούμενων αιώνων; Μπορεί το 1821 να είχε μείνει ανεπηρέαστο από τους σεισμούς της Αμερικάνικης και της Γαλλικής Επανάστασης; Ποιες ήταν οι κοινωνικές δυνάμεις της Ελλάδας και της Επανάστασης; Τι στόχους και συμφέροντα είχε η καθεμία; Συμμετείχαν όλες τους στην Επανάσταση; Η εθνική συνείδηση των Ελλήνων ήταν κοινή για όλους; Είχε πιο πολύ αναφορά στο Βυζάντιο ή στην αρχαία Ελλάδα;

Κι έτσι, σιγά-σιγά, μπορεί να ανοίξει ένα νέο πεδίο κατανόησης. Για να καταλάβουμε πως  η Επανάσταση δεν ήταν μόνο στρατιωτικό αλλά και ένα σπουδαίο πολιτικό γεγονός. Πως οι ήρωες του 1821 δεν ήταν άγιοι, αλλά άνθρωποι με αδυναμίες και πισωγυρίσματα, πως ήταν καθημερινοί άνθρωποι που κάποια στιγμή έκαναν μη καθημερινά πράγματα. Πως οι πιο πολλοί δεν μπήκαν στην Επανάσταση επειδή είχαν διαμορφώσει πλήρως την εθνική τους συνείδηση, αλλά την διαμόρφωσαν μέσα στην Επανάσταση. Κι έτσι θα καταλάβουμε πως οι εμφύλιοι δεν ήταν μια εξαίρεση, αλλά μια αναμενόμενη εξέλιξη μετά από κάθε επανάσταση. Και πως πράγματι οι ξένοι παρενέβησαν στα εσωτερικά της Ελλάδας, αλλά επειδή τους το επέτρεψαν οι ίδιοι οι επαναστάτες. Και τελικά, να μπορέσουμε έτσι να αγαπήσουμε το 1821. Να καταλάβουμε πως ήταν μια… επαναστασάρα που αν την βλέπαμε ως σειρά εποχής στο Netflix θα μας κράταγε καθηλωμένους για πολλούς κύκλους. Γιατί τα είχε όλα. Ίντριγκες και ηρωισμούς, διαψεύσεις και θριάμβους, συνωμότες και προδότες, διεθνείς επαναστάτες και ανθρώπους που δεν είχαν βγει ποτέ από το χωριό τους, τεράστιο διπλωματικό παρασκήνιο και ανθρώπους που έπρεπε να πολεμάνε και ταυτόχρονα να βρίσκουν φαγητό για την οικογένειά τους, ηρωισμούς και θηριωδίες, πόλεμο και πολιτική.

Αν θέλαμε να εκφράσουμε με λίγες λέξεις τον στόχο όλου αυτού του σχεδίου θα λέγαμε το εξής: Να καταλάβουμε το πώς σκέφτονταν οι άνθρωποι τότε. Δηλαδή, πρωτίστως να κατανοήσουμε και να αποδεχτούμε πως δεν σκέφτονταν όπως εμείς τώρα. Πως δεν είχαν διαμορφωμένη πλήρως την εθνική συνείδηση μέσα τους, γιατί δεν υπήρχε ακόμα το κράτος που της έδωσε την τελική της μορφή. Πως οι άνθρωποι αυτοί ήταν ταυτόχρονα κομμάτι του παλιού και του νέου κόσμου. Του παραδοσιακού κόσμου, όπου οι άνθρωποι ενδιαφέρονταν πρωτίστως για τον τόπο τους, το χωριό τους, τα συγγενικά τους δίκτυα και την τοπικής τους εξουσία. Και του νεωτερικού κόσμου, όπου οι άνθρωποι αρχίζουν να αποκτούν την συνείδηση του έθνους και να αγωνίζονται για αυτό. Αυτή η σύλληψη είναι που μπορεί να κάνει την Ιστορία γοητευτική. Ως μάθημα και ως διαδικασία.

Πέμπτη 15 Απριλίου 2021

Πότε θα μιλήσει η πόλη;

 https://www.thes.gr/apopseis/pote-tha-milisei-i-poli/


Πριν από λίγους μήνες, ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης, κ. Ζέρβας, διοργάνωσε έναν διεθνή διαγωνισμό για την ανάπλαση της πλατείας Αριστοτέλους. Το περιεχόμενο του διαγωνισμού έχει δεχθεί ήδη κριτικές για την μερικότητα που το χαρακτηρίζει, αλλά ο διαγωνισμός εξελίσσεται κανονικά.

Προσφάτως εγκρίθηκε και το σχέδιο για την ανάπλαση της ΔΕΘ που είχε ξεκινήσει επί της προηγούμενης κυβέρνησης και ολοκληρώθηκε επί της παρούσας. Αυτές οι δύο πρωτοβουλίες είναι διαφορετικού πολιτικού προσανατολισμού. Όμως, έχουν ένα κοινό στοιχείο που σε μια πρώτη ματιά δεν είναι ορατό. Και θα σας μπερδέψουμε ακόμη περισσότερο αν σας πούμε ότι αυτό το κοινό στοιχείο το μοιράζονται και με τον σχεδιασμό του αρχαιολογικού χώρου περί την Ακρόπολη από τον Πικιώνη και της Βαρκελώνης από τον Γκαουντί. Επίσης, με τον σχεδιασμό της Θεσσαλονίκης από τους Γάλλους αρχιτέκτονες, τον Εμπράρ και τον Μοδιάνο, μετά την πυρκαγιά του 1917.


Αυτό το κοινό στοιχείο είναι πως για καμιά από αυτές τις αλλαγές, δεν ρωτήθηκαν οι πολίτες. Οι άνθρωποι που καθημερινά θα έρχονταν και θα έρχονται σε επαφή με τα αποτελέσματα τους. Ασφαλώς, για όλες τις παλιότερες περιπτώσεις θα ήταν παράλογο να περίμενε κανείς μια πιο συμμετοχική προσέγγιση. Ούτε η σχετική πολιτική κουλτούρα υπήρχε, ούτε η τεχνολογία ήταν τόσο ανεπτυγμένη ώστε να επιτρέπει την ενημέρωση των πολιτών και τη διαβούλευση μαζί τους. Αλλά σήμερα, γιατί δεν αλλάζουμε αυτό το στρεβλό μοντέλο;


Γιατί επιμένουμε σε μια δημαρχοκεντρική επιλογή, σε μια ιεραρχική λογική όπου για όλα αποφασίζει η πλειοψηφία του δημοτικού συμβουλίου από πάνω προς τα κάτω; Στις σημερινές τεχνολογικές και πολιτικές συνθήκες, το να μην δίνεται στους πολίτες η δυνατότητα να αποφασίζουν για αυτά που καθορίζουν την καθημερινότητά τους, παρά μόνο μια φορά στα τέσσερα χρόνια, δεν είναι μια αναγκαστική επιλογή. Είναι μια αντιδημοκρατική στάση. Ένας φόβος για τους πολίτες και τα κριτήριά τους. Τόσο πολύ έρχεται σε σύγκρουση με τις δυνατότητες που μας προσφέρει η εποχή, ώστε, τηρουμένων των αναλογιών, να καθίσταται μια νέας μορφής φωτισμένη δεσποτεία: Όλα για το λαό, τίποτε από το λαό. Η διαβούλευση που έγινε επί δημαρχίας Μπουτάρη για τον Στρατηγικό Σχεδιασμό της πόλης είχε τον χαρακτήρα μιας σημαντικής και θετικής εξαίρεσης, όμως και πάλι την τελική απόφαση την είχε πάρει η δημοτική πλειοψηφία.


Πρόκληση. Η άλλη όψη του προβλήματος

Στην πραγματικότητα, η Θεσσαλονίκη δεν εκμεταλλεύεται μια χρυσή ευκαιρία, γιατί δεν την έχει συνειδητοποιήσει. Την ευκαιρία να γίνει μια πόλη – σημείο αναφοράς. Έχει όλα τα χαρακτηριστικά για αυτό. Πρώτον, έχει να αντιμετωπίσει μεγάλα προβλήματα που συνιστούν, όμως, και μεγάλες προκλήσεις. Το δημογραφικό, που την εμφανίζει σε μια τάση συνεχούς πληθυσμιακής συρρίκνωσης. Το στεγαστικό, που όλο και περισσότεροι άνθρωποι αδυνατούν να βρουν μια ποιοτική κατοικία που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες αλλά και τις οικονομικές δυνατότητές τους. Το παραγωγικό, καθώς η πόλη δεν συνήλθε ποτέ από την απώλεια του οικονομικού χαρακτήρα που είχε μέχρι και τη δεκαετία του ’90, με τις πολυάριθμες βιοτεχνίες και την ισχυρή τοπική παραγωγή. Το πρόβλημα των υποδομών, αφού από το παρκάρισμα και την πρόσβαση των ΑμεΑ στο δημόσιο χώρο, μέχρι την ανακύκλωση και τις έξυπνες ψηφιακές εφαρμογές, τα βήματα που έχουν γίνει είναι ανεπαρκή και δεν έχουν αλλάξει την καθημερινή εμπειρία των ανθρώπων στην πόλη.


Από την άλλη, όμως, η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη με ένα κέντρο λειτουργικό. Κέντρο που είναι χώρος εργασίας και διασκέδασης, αλλά ταυτόχρονα και χώρος κατοικίας, καμία σχέση με το πρότυπο, για παράδειγμα, της Αθήνας. Κέντρο τετραγωνισμένο, με ανοιχτές προσβάσεις σε όλα τα σημεία ενδιαφέροντος, σε διαρκή επαφή με το παραλιακό μέτωπο. Κέντρο που προσφέρει όλες τις δυνατότητες για πολλαπλές δραστηριότητες. Τα δύο ακραία τοπόσημα της πόλης, το Σέιχ Σου και η παραλία, απέχουν με το ποδήλατο μια κατεβασιά δεκαπέντε λεπτών. Μπορείς να κάνεις mountain bike και σε λίγο να δουλεύεις στο κέντρο ή να διασκεδάζεις.


Η ίδια η παραλία της Θεσσαλονίκης είναι ένα εν δυνάμει διεθνές τοπόσημο με τεράστια δυναμική, γιατί μπορεί να φιλοξενήσει άπειρες εκδηλώσεις και κάθε τύπου δρώμενα, μικρής και μεγάλης κλίμακας -καλλιτεχνικά φεστιβάλ, αθλητικές δραστηριότητες, κινηματικές δράσεις, επιστημονικές εκδηλώσεις και συνδυασμούς των παραπάνω, όλων αυτών που ζωντανεύουν μια πόλη- και να αποτελέσει την εικόνα της Θεσσαλονίκης στον κόσμο. Επίσης, η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη με το μεγαλύτερο πανεπιστήμιο των Βαλκανίων, το ΑΠΘ, δηλαδή με τεράστια συσσώρευση επιστημονικής ευαισθησίας, γνώσης και, φυσικά, τεχνοκρατικής επάρκειας. Είναι μια πόλη με μεγάλο νεανικό δυναμικό, λόγω των τριών συνολικά πανεπιστημίων της, το οποίο πρέπει να το κρατάει εδώ και να του επιτρέπει να την αλλάζει συνεχώς.


Όμως, όλα αυτά είναι σαν να μην υπάρχουν. Η δημαρχία Μπουτάρη σε πολλά πεδία βρήκε μπροστά της «ερείπια». Και το κακό με τα ερείπια είναι ότι όχι μόνο δεν κατοικούνται, αλλά αντιστέκονται και στο γκρέμισμά τους. Χρειάστηκαν δυο τετραετίες και πολλές παρεμβάσεις -στο πρακτικό και στο ιδεολογικό πεδίο- ώστε να γκρεμιστούν πολλά από αυτά τα «ερείπια», ο χώρος που κατείχαν να γίνει ξανά «οικόπεδο» και να αρχίσει κάτι καινούριο να δημιουργείται στην πόλη. Η διοίκηση αυτή κατάφερε πολλά. Ίσως, όχι κάτι τρομερό.


Έκανε, πάντως, αυτό που της αντιστοιχούσε. Αυτό που, στο κάτω-κάτω της γραφής, αντιστοιχούσε στην κοινωνική και ιδεολογική σύνθεση της και στην ιστορική της συγκυρία. Σίγουρα, ήταν μια σημαντική αλλαγή, μια βαθιά ανάσα για την δημοκρατική Θεσσαλονίκη. Και η καλύτερη περίοδος που είχε ζήσει η πόλη εδώ και δεκαετίες. Όμως, τώρα αυτό δεν φτάνει. Τώρα είναι η ώρα για το βήμα παραπάνω. Αλλά αυτό το βήμα δεν μπορεί να το κάνει μόνη της καμία φωτισμένη πολιτική ηγεσία. Γιατί πρέπει να είναι το βήμα του 21ου αιώνα. Να είναι δημοκρατικό και συμμετοχικό.


Η πόλη αποφασίζει για την πόλη

Η Θεσσαλονίκη, λοιπόν, χρειάζεται ένα συνολικό νέο σχέδιο. Να γίνει μια πόλη για να ζεις. Από κάθε άποψη. Και αυτό επιβάλλεται να περνάει μέσα από τη γνώση, τις προτεραιότητες και τις αποφάσεις των ίδιων των κατοίκων της. Ας σκεφτούμε μια εντελώς διαφορετική μεθοδολογία. Αντί η δημοτική αρχή να παραγγέλνει διαγωνισμούς σε κατασκευαστικές εταιρείες, να αξιοποιήσει τα πλεονεκτήματα της πόλης. Τα έμψυχα πλεονεκτήματα. Ας σκεφτούμε μια συνθήκη όπου ο/η δήμαρχος καλεί τα πανεπιστήμια της πόλης μας να διοργανώσουν ένα μεγάλο διεθνές συνέδριο για τις πόλεις στον 21ο αιώνα. Ένα συνέδριο διεπιστημονικό. Ένα συνέδριο πολυήμερο, ανοιχτό στον λαό της Θεσσαλονίκης και σε όλο τον κόσμο μέσω του διαδικτύου. Να ακούσουμε από τους αρχιτέκτονες, τους πολιτικούς μηχανικούς, τους αρχιτέκτονες και τους πολεοδόμους για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι πόλεις για την κυκλοφορία και το ενεργειακό τους αποτύπωμα.


Να ακούσουμε από τους κοινωνιολόγους και τους ψυχολόγους για τις νέες μορφές ανισοτήτων και περιθωριοποίησης που υπάρχουν στις πόλεις. Να ακούσουμε από τους γιατρούς και τους βιολόγους για τις μορφές επιβάρυνσης της υγείας που προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής της πόλης. Να ακούσουμε από τους επιστήμονες της πληροφορικής για τα ψηφιακά εργαλεία της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης που εφαρμόζονται στην καθημερινότητα των πόλεων. Να ακούσουμε από τους πολιτικούς επιστήμονες για τις μορφές πολιτικής συμμετοχής και συνδιοίκησης των πόλεων από τους κατοίκους τους, τα δημοκρατικά πειράματα που γίνονται σε όλο τον κόσμο και δεν τα έχουμε καν μυριστεί εδώ πέρα.


Να ακούσουμε από τους ιστορικούς για τους τρόπους με τους οποίους οι πόλεις αναδεικνύουν την ιστορία και τα μνημεία τους, για το πώς τα εντάσσουν στην σύγχρονη ζωή τους, για το πώς εξοικειώνουν τους μαθητές με το παρελθόν των πόλεων και των γειτονιών τους, για το πώς οργανώνουν σύγχρονα διαδραστικά μουσεία. Να ακούσουμε από τους καλλιτέχνες για τους τρόπους που οι πόλεις αξιοποιούν δημιουργικά τα μνημεία, τις πλατείες και τις γωνιές τους, για το πώς δίνουν χώρο στους νέους καλλιτέχνες τους, πως τους βοηθούν να παρουσιάσουν το έργο τους και να ζήσουν από αυτό. Και βεβαίως, να ακούσουμε τις πρωτοβουλίες και τις θεσμικές εκφράσεις των εργαζόμενων και των φοιτητών της πόλης μας. Να είναι ένα συνέδριο ζωντανό, όπου παριστάμενοι και συμμετέχοντες από την άλλη άκρη του κόσμου θα μπορούν να κάνουν παρεμβάσεις, να υποβάλουν ερωτήματα και να παίρνουν απαντήσεις.


Και στο τέλος του συνεδρίου, η δημοτική αρχή να καλεί έναν διεθνή διαγωνισμό για ένα συνολικό σχέδιο λειτουργίας της πόλης. Να ζητά σχέδια διεπιστημονικά που το καθένα θα περιγράφει τα πάντα. τις πεζοδρομήσεις και τις αναδομήσεις κτηρίων που θα πρέπει να γίνουν, τα δημοτικά ιατρεία και τις κινητές μονάδες ψυχολογικής υποστήριξης που θα πρέπει να στηθούν, τα ψηφιακά εργαλεία που θα ρυθμίσουν το πάρκινγκ και τις αλλαγές στην συγκοινωνία, τα σημεία στα οποία θα μπαίνουν τα κομπόστ για τη μείωση του όγκου των σκουπιδιών και τους τρόπους αξιοποίησής, για παράδειγμα, των βιοκαυσίμων που θα παράγονται από αυτά, την αξιοποίηση του κτηριακού αποθέματος για την στέγαση των νέων και των επαγγελματικών ή καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων τους, όλα όσα αποτελούν στοιχεία της ζωής στην πόλη.


Κι αφού αυτές οι προτάσεις κατατεθούν, να παρουσιαστούν στους πολίτες της Θεσσαλονίκης. Να συζητηθούν ανά θέμα με εκδηλώσεις σε κάθε γειτονιά, παρουσία της δημοτικής αρχής, με διαδικτυακές και τηλεοπτικές εκπομπές, με ανοιχτά debates ανάμεσα στους υποστηρικτές του κάθε σχεδίου. Και μετά από μια διαβούλευση ενός έτους, η πόλη πια να μιλήσει και να αποφασίσει. Με ένα δημοψήφισμα για το ποιο από τα προτεινόμενα μοντέλα θα ακολουθηθεί.


Έτσι η Θεσσαλονίκη θα έχει πια ένα σχέδιο το οποίο δεν θα ξηλώνεται ή θα σαμποτάρεται από κάθε επόμενη δημοτική αρχή. Θα έχει ένα σχέδιο μακρόπνοο, με βαθύ μέλλον. Ένα σχέδιο που δεν θα είναι πια του/της δημάρχου. Αλλά της ίδιας της πόλης. Που οι κάτοικοι της θα το έχουν διαμορφώσει και θα μπορούν να παρακολουθούν την πορεία υλοποίησής του και να το προστατεύουν. Όμως, κανείς δεν μπορεί να εφαρμόσει με επιτυχία κάτι που δεν το πιστεύει. Και για να εφαρμοστεί ένα τέτοιο σχέδιο, προοδευτικό και δημοκρατικό, χρειάζεται μια δημοτική αρχή που να μην φοβάται τον κόσμο και τη γνώμη του.


Που να μην πιστεύει πως όλα αρχίζουν και τελειώνουν σε αυτήν. Που να μην υποστηρίζει το παρωχημένο μοντέλο του δημάρχου-κοτζάμπαση που αποφασίζει για εμάς χωρίς εμάς. Χρειάζεται μια δημοτική αρχή που να συσπειρώνει τις προοδευτικές δυνάμεις της πόλης, τους ανθρώπους με τις νέες ιδέες και τις νέες ανάγκες. Μια δημοτική ηγεσία που θα συσπειρώνει τους ανθρώπους στη βάση της δημοκρατίας, της συνδιαμόρφωσης και των αναγκών. Δηλαδή, μια δημοτική αρχή που θα πιστεύει πάνω από όλα στην κοινωνική χρησιμότητα. Που θα παίρνει πιο πολύ στα σοβαρά το έργο της, παρά τον εαυτό της, την εικόνα της και την πολιτική επιβίωσή της.

Σάββατο 10 Απριλίου 2021

Αφορίζοντας την Ιστορία

https://www.huffingtonpost.gr/entry/aforizontas-ten-istoria_gr_60674d80c5b66c4ab6b23c23?ncid=other_huffpostre_pqylmel2bk8&utm_campaign=related_articles


Στο άρθρο με τίτλο «Για τον “αφορισμό” της Επανάστασης από τον Γρηγόριο Ε’» που φιλοξενήθηκε στη HuffPost Greece, ο δρ. χημείας Θανάσης Μπούνταλης καταπιάνεται με μια προσπάθεια να αποδείξει πως ο αφορισμός της Επανάστασης του 1821 από το Πατριαρχείο δεν συνιστά τεκμήριο εναντίωσης του προς αυτήν.


Υποστηρίζει πως ο Πατριάρχης 

έβγαλε τον αφορισμό για να σώσει τους χριστιανούς της Πόλης, αλλά προκειμένου να μην επηρεάσει την Επανάσταση, επιχείρησε να σαμποτάρει την διάδοση του αφορισμού.


Επικαλείται διάφορες λεπτομέρειες που περισσότερο προσιδιάζουν σε μία ντετεκτιβίστικου τύπου διαχείριση του ζητήματος, όπως το ότι ο Πατριάρχης έστειλε τον αφορισμό όχι τυπωμένο αλλά χειρόγραφα, έτσι ώστε -όπως συνάγει- να καθυστερήσει η κοινοποίησή του στους πιστούς εξαιτίας της ανάγκης για αντιγραφή του, πως οι Φιλικοί της Οδησσού σε μια επιστολή τους προς τον Ξάνθο δεν αναφέρουν τον αφορισμό, πως στο κείμενο του αφορισμού πολλές Μητροπόλεις στις οποίες θα στέλνονταν καταγράφονται λανθασμένα και πως μια φράση ήταν γραμμένη στην ευκτική (να είναι αφορισμένοι) αντί της οριστικής (είναι αφορισμένοι).


Φυσικά, όλα αυτά είναι τα μόνα επιχειρήματα που μένουν όταν κανείς αρνείται να εξετάσει το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο και αγωνίζεται να προσαρμόσει το πραγματολογικό υλικό στις προσωπικές του πεποιθήσεις. 


Εκκλησία εναντίον Διαφωτισμού

Στα τέλη του 18ου αιώνα, οι ριζοσπαστικές ιδέες που ενέπνεαν και εμπνέονταν από τις επαναστάσεις που συντάραζαν τον κόσμο, την Αμερικάνικη και τη Γαλλική, κυκλοφορούσαν πια παντού.


Οι ιδέες της ελευθερίας, των δικαιωμάτων του ανθρώπου, της ισότητας. Του ότι οι άνθρωποι είχαν και το δικαίωμα και την ικανότητα, να ερμηνεύσουν τον κόσμο αλλά και να τον αλλάξουν και να αμφισβητήσουν τις εξουσίες, κοσμικές και θρησκευτικές, που τους έλεγαν τα αντίθετα.


Ήταν οι ιδέες του Διαφωτισμού. Κομμάτι αυτών των νέων ιδεών ήταν και τα επιστημονικά πορίσματα που υποστήριζαν ότι η γη δεν βρίσκεται στο κέντρο του σύμπαντος, σε αντίθεση με όσα δίδασκε η Εκκλησία, ορθόδοξη και καθολική.


Έτσι, το 1819 ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ εξέδωσε μια εγκύκλιο με την οποία καταδίκαζε τη διδασκαλία των μαθηματικών και των φυσικών επιστημών σε ελληνικά σχολεία (ναι, δεν υπήρχαν Κρυφά Σχολειά, αφού τα ελληνικά σχολεία λειτουργούσαν νόμιμα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία) που διευθύνονταν από υποστηρικτές του Διαφωτισμού.


Έλεγε πως αυτό ήταν μια καινοτομία «τερατώδης» και «σατανική». Πως μέσα από τα μαθηματικά και τη φυσική οι νέοι διαφθείρονταν και ξεχνούσαν τις παραδοσιακές αξίες και γνώσεις.


Αναρωτιόταν, πολύ απαξιωτικά, τι οφελούνται οι νέοι «προσκολλώμενοι εις τας παραδόσεις αυτάς, να μανθάνωσι αριθμούς, και αλγέβρας, και κύβους, και κυβοκύβους, και τρίγωνα, και τριγωνοτετράγωνα, και λογαρίθμους, και συμβολικούς λογισμούς […] και άλλα τερατώδη».


Μάλιστα, υποστήριζε πως με τη διδασκαλία των φυσικών επιστημών οι νέοι παραμελούσαν τις πατρογονικές κλασικές σπουδές κι έτσι γίνονταν «εις τα πολιτεύματα επιβλαβείς», δηλαδή επικίνδυνοι για τα τότε καθεστώτα.  Εδώ ο Πατριάρχης είχε δίκιο.


Έβλεπε πως οι νέες επιστημονικές ιδέες έκαναν τους ανθρώπους να αλλάζουν τις απόψεις τους. Δεν έβγαινε μόνο η γη από το κέντρο του κόσμου. Έβγαιναν και όσοι την είχαν τοποθετήσει εκεί. Γιατί φαινόταν πια πως τα πράγματα δεν ήταν έτσι όπως τα έλεγαν οι βασιλιάδες, οι αυτοκράτορες και οι ηγεσίες των εκκλησιών.


Δεν μας φαίνεται, λοιπόν, παράξενο που το Πατριαρχείο το 1803 καταδίκασε τον Διαφωτιστή Βενιαμίν τον Λέσβιο, επειδή υποστήριζε πως στο κέντρο του σύμπαντος ήταν ο ήλιος και όχι η γη.


Ούτε το ότι σε πολλά Πατριαρχικά κείμενά αποδοκιμαζόταν σκληρά η ίδια η Γαλλική Επανάσταση των «αθέων Γάλλων», όπως τους ονόμαζαν. Αλλά το Πατριαρχείο δεν περιοριζόταν στους ξένους. Καταδίκαζε και τον Ρήγα Βελεστινλή, επειδή καλούσε σε επανάσταση.


Ακόμη και πέντε μήνες μετά τον μαρτυρικό θάνατο του Ρήγα και των συντρόφων του το 1798, ο Γρηγόριος Ε΄ έβγαζε μία εγκύκλιο με την οποία ζητούσε να μην κυκλοφορούν μεταξύ των χριστιανών τα κείμενα του Ρήγα, καταγγέλοντάς τα ως «σαθρά» και αντίθετα στα δόγματα της χριστιανικής πίστης. 


Η Άλωση ως Σωτηρία, η Επανάσταση ως εναντίωση στη Βούληση του Θεού

Όλα αυτά ίσως μας φαίνονται παράξενα. Αλλά μπορούμε να τα ερμηνεύσουμε αν πάμε λίγο πίσω. Ή μάλλον, πολύ πίσω. Στο 1453. Το έτος της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης.


Εκείνες τις μέρες υπήρχε στην Πόλη μια μεγάλη σύγκρουση ανάμεσα σε δύο παρατάξεις. Στη μία πλευρά, ήταν όσοι υποστήριζαν πως για να αποφευχθεί η υποταγή στους Οθωμανούς, προτιμότερη ήταν η συμμαχία με τα δυτικά καθολικά κράτη και η υποταγή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στον Πάπα. Υποστηρικτής αυτής της άποψης ήταν ο ίδιος ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος.


Μάλιστα, για να προωθήσει αυτό το σχέδιο, έκανε στην Αγία Σοφία μια κοινή λειτουργία με καθολικούς ιερείς, απεσταλμένους του Πάπα.


Στην άλλη πλευρά βρίσκονταν όσοι προτιμούσαν την υποταγή στους Οθωμανούς, αντί στον Πάπα.


Ο λαός της Κωνσταντινούπολης είχε τόσο εχθρικά αισθήματα προς τον Πάπα, ώστε μετά από την κοινή λειτουργία στην Αγία Σοφία, θεωρούσε τον ναό μολυσμένο και δεν πατούσε σε αυτόν.


Μεταξύ των υποστηρικτών της υποταγής στους Οθωμανούς ήταν και ο Γεννάδιος Σχολάριος, αξιωματούχος της Εκκλησίας, τον οποίο ο Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής έκανε Πατριάρχη.


Στη συνέχεια, το Πατριαρχείο απέκτησε την ευθύνη για την εκπροσώπηση των χριστιανών υπηκόων του Σουλτάνου. Είχε ακόμη και την δικαστική εξουσία για τις υποθέσεις που τους αφορούσαν. Και κυρίως, την ευθύνη να διασφαλίζει την υποταγή τους.


Η Εκκλησία είχε μια πολύ συγκεκριμένη ερμηνεία για την Άλωση της Πόλης. Υποστήριζε πως η Άλωση ήταν μια συμφορά που ο θεός έριξε πάνω στους ορθόδοξους χριστιανούς για να τους τιμωρήσει, επειδή προσέγγιζαν επικίνδυνα τους καθολικούς.


Ταυτόχρονα, όμως, η Άλωση έγινε για να σώσει την ορθοδοξία. Γιατί η Οθωμανική κατάκτηση έβαλε ένα τέλος στις επαφές ορθοδοξίας και καθολικισμού.


Σαν να έφτιαξε έναν προστατευτικό κλοιό που κράτησε το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα και τους πιστούς του απομονωμένους και άρα καθαρούς από τις επιρροές της Δύσης. Σκλαβωμένους, αλλά καθαρούς.


Το συμπέρασμα ήταν πως ο Σουλτάνος και η «Κραταιά Βασιλεία» του, όπως την έλεγε το Πατριαρχείο, ήταν εκπορευόμενοι εκ Θεού. Άρα, μόνο ο θεός θα μπορούσε να αποφασίσει πότε θα απήλλασσε τους πιστούς του από αυτήν. Και επομένως, κάθε ανθρώπινη προσπάθεια για να αποτιναχθεί ο οθωμανικός ζυγός ήταν παρέμβαση στο έργο του Θεού.


Όλα αυτά, μάλιστα, είχαν αποτυπωθεί και σε ένα επίσημο φυλλάδιο που είχε τυπωθεί το 1798 στο Πατριαρχείο, με τον τίτλο Πατρική Διδασκαλία και είχε κυκλοφορήσει σε όλη την χριστιανική επικράτεια της Αυτοκρατορίας. Πολλοί μελετητές συγκλίνουν στο ότι ο συγγραφέας ήταν ο ίδιος ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄.


Όταν κυκλοφόρησαν αυτές οι θέσεις, προκάλεσαν την οργή του Αδαμάντιου Κοραή που με ένα δικό του κείμενο, την Αδελφική Διδασκαλία, κατήγγειλε το Πατριαρχείο ότι υπερασπιζόταν την Οθωμανική τυραννία. 23 χρόνια μετά είχε έρθει η ώρα της Επανάστασης.


Ο Πατριάρχης, πιστός στα όσα δίδασκε η Πατρική Διδασκαλία και ακολουθώντας τα καθήκοντά που του είχε ορίσει ο σουλτάνος, αφόρισε τους επαναστάτες. Και για αυτό, όταν λίγο αργότερα απαγχονίστηκε, ο Αδαμάντιος Κοραής έγραψε «Ω τον ηλίθιον Σουλτάνον! Τους φίλους του σφάζει».


Θα αναρωτηθεί κανείς, αν ήταν αυτός ο ρόλος του Πατριαρχείου, τότε γιατί είχε αυτό το φριχτό τέλος ο Πατριάρχης Γρηγόριος; Γιατί απαγχονίστηκε και το σώμα του αφέθηκε να λιντσαριστεί από τον οργισμένο μουσουλμανικό όχλο; Είπαμε πως το Πατριαρχείο είχε την ευθύνη να διασφαλίζει την υποταγή των χριστιανών στους Οθωμανούς.


Όταν με την Επανάσταση αποδείχτηκε πως ο Πατριάρχης είχε αποτύχει στην αποστολή του, τότε υπέστη την σχετική τιμωρία. Για τον σουλτάνο ο Πατριάρχης δεν ήταν κάτι περισσότερο από έναν υψηλού επιπέδου υπάλληλό του. Και στο πλαίσιο της σκληρής σουλτανικής εξουσίας, όσοι αποτύγχαναν σε ένα σημαντικό έργο που τους είχε ανατεθεί, πολύ συχνά δεν έχαναν απλώς τη θέση τους. Έχαναν και τη ζωή τους.


Ο μαρτυρικός θάνατος του Πατριάρχη δεν ήταν η εξαίρεση. Ήταν ο κανόνας. Πριν από αυτόν, αλλά και μετά, εκατοντάδες Οθωμανοί αξιωματούχοι, ακόμη και πασάδες, θανατώθηκαν ως ανάξιοι της εμπιστοσύνης του σουλτάνου. 


Το Πατριαρχείο ως στοιχείο του Οθωμανικού κράτους

Πέρα από τα θεολογικά ζητήματα, υπάρχει και η πρακτική διάσταση. Το Πατριαρχείο ήταν κομμάτι της δομής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και είχε συγκεκριμένο ρόλο σε αυτήν. Έτσι επιβίωνε. Ταυτόχρονα, ήταν κομμάτι του παραδοσιακού κόσμου. Με τις δικές του ιδέες, τις πριν από τον Διαφωτισμό.


Δεν πίστευε στη δημοκρατία, δεν πίστευε στις επαναστάσεις και τις νέες ιδέες. Επομένως, αφού ήξερε πως οι αρχές της Φιλικής Εταιρείας  ήταν επηρεασμένες από το Διαφωτισμό και τη Γαλλική Επανάσταση, το Πατριαρχείο σίγουρα θα ήταν αντίθετο σε κάθε εξέγερση βασισμένη σε αυτές τις αρχές. Από την άλλη, ίσως περίμενε την απελευθέρωση από τον τσάρο. Δεν θα εμπιστευόταν την ελευθερία της Ελλάδας σε αυτούς που έβλεπε ως επικίνδυνους άθεους επαναστάτες.


Κάποια επιπλέον στοιχεία, ίσως μας ξεδιαλύνουν την αλήθεια. Το 1828, ενώ ο Καποδίστριας ήταν Κυβερνήτης και ο πόλεμος δεν είχε ακόμη τελειώσει, ο νέος Πατριάρχης, Αγαθάγγελος Α’, έστειλε σε όλες τις Εκκλησίες ένα μήνυμα με το οποίο ζητούσε ξανά να υποταχθούν και πάλι οι χριστιανοί στον σουλτάνο. Παρόλες τις θυσίες και τις νίκες τους. Νωρίτερα, οι επαναστάτες είχαν κηρύξει την Εκκλησία της Ελλάδας διοικητικά ανεξάρτητη από το Πατριαρχείο.


Και κάποια χρόνια αργότερα, το 1838, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης μιλώντας για την Επανάσταση σε μαθητές, πάνω στο λόφο της Πνύκας, είπε για τον θεσμό του Πατριάρχη πως από την εποχή της Άλωσης «Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαναν ότι τους έλεγε ο σουλτάνος».


Με βάση όλα αυτά, μπορούμε να πούμε πως το παράδοξο δεν ήταν ότι ο Πατριάρχης εξέδωσε τον αφορισμό το 1821. Το παράδοξο θα ήταν να μην τον εξέδιδε.


Όταν μιλάμε για ιστορικά γεγονότα, είναι κρίσιμο και απαραίτητο να εκθέτουμε το συνολικό πλαίσιο μέσα στο οποίο συντελούνται και όχι να τα εκθέτουμε απομονωμένα. Αλλιώς, δεν μπορούμε να καταλάβουμε τίποτα.


Δεν θα μείνω στο ότι ο κύριος Μπούνταλης δεν είναι ιστορικός, αλλά χημικός. Όπως για την οικονομία δεν πρέπει να μιλάνε μόνο οι οικονομολόγοι, έτσι για την ιστορία δεν πρέπει να μιλάνε μόνο οι ιστορικοί. Άλλωστε, η ιστορία είναι ωραίο και δημοφιλές σπορ. Αλλά όπως όλα τα σπορ, έχει κι αυτή τους κανόνες της. Που πρέπει να τηρούνται, ακόμη κι αν την έχουμε για χόμπι.

Τρίτη 30 Μαρτίου 2021

Με ποιον είναι ο Μητσοτάκης;

 https://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/me-poion-einai-o-mitsotakis


Στις εκλογές του 2019 πολλοί που ένιωθαν πως είναι "μεσαία τάξη" επειδή έχουν ένα μαγαζί ή ένα γραφείο, ψήφισαν τον Μητσοτάκη γιατί "είναι με τις επιχειρήσεις και θα μας βοηθήσει, όχι σαν τον Τσίπρα που μας τα έπαιρνε για να τα κάνει επιδόματα".


Εδώ και έναν χρόνο ψάχνουν αυτή τη βοήθεια. Και δεν την βρίσκουν. Μόνο κάτι 500αρια. Δηλαδή, επιδόματα. Πολλές επιχειρήσεις απλώς περιμένουν τη λήξη του lockdown για να κλείσουν επισήμως. Όλο αυτόν τον καιρό ο Μητσοτάκης θα μπορούσε να πάρει κάποια μέτρα για να αναχαιτίσει κάπως την πανδημία και ταυτόχρονα να επιτρέψει στις επιχειρήσεις να λειτουργήσουν. Να πάρει λεωφορεία και οδηγούς, να αραιωσει τα σχολεία, να ανοίξει νοσοκομεία και ΜΕΘ, να ενισχύσει τις Τοπικές Μονάδες Υγείας. Πανω απο ολα, να συνταγογραφησει μαζικα μοριακα τεστ για να ελεγχθει η διασπορα του ιου. Γιατί δεν το εκανε;


Γιατί ο Μητσοτάκης δεν είναι "με τις επιχειρήσεις". Είναι με τις μεγάλες επιχειρήσεις. Με τις πολύ μεγάλες. Με τους κολοσσούς. Με αυτές που θέλουν να πάρουν το management των κρατικών νοσοκομείων και των ΜΜΜ και δεν τις συμφέρει καθόλου να τα πάρουν με πιο πολλούς υπαλλήλους. Αλλα και με τους αμερικανικούς και γερμανικούς ασφαλιστικούς κολοσσούς. Τι σχέση έχουν αυτοι; Αμέσως, να σας πω.


Όλα αυτά τα μέτρα κοστίζουν. Και ο Μητσοτάκης κρατάει τα λεφτά για αλλού. Για που; Για την ιδιωτικοποίηση του ασφαλιστικού συστήματος. Αν αρχίσουν οι εργαζόμενοι να μην βάζουν τις εισφορές τους στο δημόσιο σύστημα αλλα σε ιδιωτικές εταιρίες, τότε δεν θα υπάρχουν χρήματα για να πληρώσουν τα ταμεία τις τρέχουσες συντάξεις. Έτσι, τα χρήματα χρειάζονται για να κλείσουν αυτή την τρύπα. Και ποια χρήματα; Τα δις του Ταμείου Ανάκαμψης της ΕΕ.


Δηλαδή, αντί τα χρήματα που θα πάρουμε να γίνουν στήριξη και ανάσα στις μικρές κ μεσαίες επιχειρήσεις για να μην κάνουν απολύσεις, να μην κλείσουν, να πάρουν καμια φοροαπαλλαγη και άλλα τέτοια, θα πάνε ουσιαστικά ως δώρο στους ξένους, για μια άχρηστη και επικίνδυνη αλλαγή, για να πάρουν την επικουρική ασφάλιση. Άχρηστη γιατί το ασφαλιστικό σύστημα με τον ΕΦΚΑ έχει εξυγιανθεί και δεν απειλείται. Επικίνδυνη γιατί αυτό σημαίνει πως το αν θα πάρουν τελικά οι άνθρωποι σύνταξη θα εξαρτάται από το πώς θα πηγαίνουν στα ξενα χρηματιστήρια οι μετοχές των ασφαλιστικων εταιρειών. Κι αν δεν πηγαίνουν καλά ή αν κλείσουν επειδή οι ιδιοκτήτες τους θα προτιμήσουν να επενδύσουν αλλου, τότε οι κόποι μιας ζωης θα πάνε στα σκουπίδια και θα ζούνε όλοι με την βασική σύνταξη.


Με ποιον είναι, λοιπόν, ο Μητσοτάκης;

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2021

Όλα όσα δεν έκανε η κυβέρνηση για να βγούμε όρθιοι από την πανδημία

 https://www.news247.gr/politiki/ola-osa-den-ekane-i-kyvernisi-gia-na-vgoyme-orthioi-apo-tin-pandimia.9146153.html


Όταν ξέσπασε η οικονομική κρίση του 2008 ο τότε υπουργός οικονομίας είχε σπεύσει να δηλώσει περιχαρής πως η ελληνική οικονομία είναι θωρακισμένη και δεν απειλείται. Επρόκειτο πιθανότατα για την πιο άστοχη δήλωση που έχει βγει από θεσμικό στόμα στην ιστορία του ελληνικού κράτους, ακόμη περισσότερο κι από την περίφημη εκείνη του υπουργού του ΠΑΣΟΚ πως αν σηκωνόταν δορυφόρος για μετάδοση ιδιωτικού τηλεοπτικού σήματος πέραν της ΕΡΤ θα… καταρριπτόταν.


Όταν σε λίγο ήρθαν στην Ελλάδα τα μνημόνια τα κυρίαρχα ΜΜΕ συνέχισαν για ένα διάστημα αυτήν την ρητορική: «Δεν φταίει η Ελλάδα, απλώς μας χτύπησε η παγκόσμια οικονομική κρίση». Βέβαια, τα σκληρά μέτρα των μνημονίων δεν μπορούσαν να γίνουν εύκολα δεκτά από την ελληνική κοινωνία. Έτσι κινητοποιήθηκε ένας άλλος μηχανισμός. Αυτός της ενοχής. Και το τροπάριο άλλαξε και πλέον ακούγαμε για «τις αιώνιες παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας», πως «μαζί τα φάγαμε», πως όλοι εμείς φέραμε την κρίση επειδή παίρναμε τυρόπιτες και πληρώναμε υδραυλικούς χωρίς να ζητάμε απόδειξη και άλλα τέτοια χαριτωμένα.


Τελικώς, το μόνο που αποδείχτηκε ήταν πως η οικονομική κρίση ήταν μεν παγκόσμια, δηλαδή οφειλόταν σε παθογένειες του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, αλλά χτύπησε τόσο ισχυρά την Ελλάδα επειδή το οικονομικό μοντέλο της είχε στηθεί πάνω σε σαθρά θεμέλια, που φυσικά δεν ήταν η απόδειξη του τυροπιτά. Αντίστοιχη είναι η πραγματικότητα και με την κρίση της πανδημίας.


Η ελληνική κυβέρνηση για κάθε δυσκολία που αντιμετωπίζει τον τελευταίο χρόνο έχει μια μόνιμη επωδό: «Δεν φταίμε εμείς, δείτε τι γίνεται στις άλλες χώρες, δεν φέραμε εμείς τον ιό». Πράγματι, ο ιός κυκλοφορεί παντού. Και αποδεικνύει την παγκόσμια αποτυχία του κυρίαρχου οικονομικού και πολιτικού συστήματος.


Γιατί τι άλλο από αποτυχία, και μάλιστα ιστορική, μπορεί να είναι το να ζούμε στο 2021, να έχει συγκεντρωθεί στον κόσμο πιο πολύς πλούτος και πιο μεγάλη επιστημονική γνώση από ποτέ και την ίδια στιγμή ο κόσμος μας να είναι τόσο ανοχύρωτος απέναντι σε έναν ιό, λες και ζούμε στις αρχές του 20 αιώνα; Πως αλλιώς από αποτυχία μπορεί να ονομαστεί το να είναι τα συστήματα υγείας όλου του κόσμου, ακόμη και των πιο αναπτυγμένων κρατών, τόσο αποδυναμωμένα ώστε να μην μπορούν να προστατεύσουν τους ανθρώπους χωρίς να τους κλείσουν μέσα. Και όχι μόνο τα συστήματα υγείας, αλλά και τα συστήματα ασφάλειας στους χώρους εργασίας και στα μέσα μεταφοράς.


Και αυτή η αποτυχία έχει όνομα. Λέγεται νεοφιλελευθερισμός.


Είναι αυτή η πολιτική αντίληψη που έχει κυριαρχήσει παγκοσμίως και προωθεί την απαξίωση κάθε δημόσιας δομής και την παράδοσή της στην επιχειρηματική κερδοσκοπία. Το ότι ακόμα και σε χώρες όπως η Γερμανία, η Αγγλία και οι ΗΠΑ τα νοσοκομεία είναι ανεπαρκή και τα θύματα τόσο πολλά, δείχνει πόσο μεγάλη είναι η αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού να καλύψει τις κοινωνικές ανάγκες και πόσο μεγάλη είναι η ευθύνη όσων τον υποστηρίζουν παγκοσμίως, όπως δηλαδή κάνει και η ΝΔ στην Ελλάδα.


Όπως, όμως, στην οικονομική κρίση έτσι κι εδώ, πέρα από την διεθνή διάσταση, υπάρχει και η τοπική που βαρύνει ακόμη περισσότερο τους κυβερνώντες. Γιατί, πράγματι, σε όλο τον κόσμο κυκλοφορεί ο ιός, αλλά δεν ξέρουμε κάποια άλλη χώρα που να υπάρχουν όλα αυτά που συναντάμε συνδυαστικά στην Ελλάδα.


Λόγω του σκληρού lockdown και των ελάχιστων μέτρων στήριξης, η Ελλάδα έχει την μεγαλύτερη ύφεση σε όλη την Ευρώπη, την δεύτερη μεγαλύτερη μείωση εισοδήματος σε όλη την Ευρώπη και είναι προτελευταία σε όλη την Ευρώπη σε δαπάνες για την αντιμετώπιση του Covid.


Μήπως, όμως, με το σκληρό lockdown καταφέραμε να έχουμε λίγους νεκρούς;


Επί δύο μήνες, με τους 100 νεκρούς την ημέρα, η Ελλάδα βρέθηκε στις πρώτες θέσεις της θνησιμότητας σε όλο τον κόσμο και ανακηρύχθηκε από το παγκόσμιο δίκτυο Bloomberg ως μία από τις χειρότερες χώρες στον κόσμο για να ζεις μέσα στην πανδημία. Γιατί, επιπλέον, όλη αυτή η αποτυχία, ήρθε παρότι εφάρμοζε το πιο σκληρό και μακρύ lockdown σε όλη την Ευρώπη και με παγκόσμιες πρωτοτυπίες, όπως τα sms και η προληπτική απαγόρευση των συγκεντρώσεων άνω των τεσσάρων ατόμων.


Τι -δεν- έκανε λοιπόν η κυβέρνηση για να βγούμε όρθιοι από την πανδημία;


Δεν προσέλαβε παραπάνω υγειονομικούς, με αποτέλεσμα σήμερα, λόγω συνταξιοδοτήσεων, οι γιατροί και νοσοκόμοι του ΕΣΥ να είναι λιγότεροι από το 2019.


Δεν συνταγογράφησε τα τεστ, ούτε τα έκανε μαζικά και στοχευμένα.


Δεν αραίωσε τον κόσμο στα Μέσα Μεταφοράς «γιατί τι θα τα κάνουμε λεωφορεία, θα τα βάλουμε να κάνουν βόλτες στο Σύνταγμα;», ούτε τους μαθητές στα σχολεία «γιατί στα σχολεία δεν κολλάει», δεν επέβαλε αυστηρά μέτρα προστασίας στους μαζικούς εργασιακούς χώρους και για αυτό σε περιοχές με βιομηχανίες και εργαστήρια, όπως η Δυτική Αττική, η Δυτική Θεσσαλονίκη και η Δυτική Μακεδονία, τα κρούσματα ξέφυγαν.


Δεν έριξε ζεστό χρήμα στην αγορά, αλλά σχεδόν μόνο δάνεια, «γιατί πόσο θα φάτε, 300 κιλά θα γίνετε;», δεν έκανε καμιά ρύθμιση των χρεών που δημιούργησαν οι πολίτες και οι επιχειρήσεις λόγω πανδημίας, δεν κάλυψε σε μεγάλο ποσοστό τους μισθούς των εργαζόμενων που μπήκαν σε αναστολή αλλά τους δίνει μόνο το διαρκώς καθυστερημένο επίδομα των 533 ευρώ.


Τι προτίμησε να κάνει με τα χρήματα που είχε στη διάθεσή της από τα 37 δις που άφησε η προηγούμενη κυβέρνηση;


Να προσλάβει ρουσφετολογικά χιλιάδες αστυνομικούς και να κάνει συνέχεια απευθείας αναθέσεις εκατομμυρίων σε εταιρείες των φίλων της. Παντοπωλεία που προμήθευαν το δημόσιο με μάσκες, εταιρείες ανοιγμένες πριν τρεις μέρες που αναλάμβαναν την καθαριότητα των φυλακών και πολλά ακόμη.


Όλα αυτά μαζί, ασφαλώς, με την διαρκή εναλλαγή πρόχειρα αποφασισμένων μέτρων, όπως το άνοιξε-κλείσε των περιπτέρων, η απαγόρευση και η επαναφορά του take away στους καφέδες, η απαγόρευση κυκλοφορίας στις 18:00 τα σαββατοκύριακα, το άνοιγμα των σχολείων για να κλείσουν ξανά μετά από 3 εβδομάδας ενώ η υπουργός παιδείας δεσμευόταν πως θα μείνουν ανοιχτά. Αλλά και με υποκριτικές πρωθυπουργικές παραβάσεις άνευ προστίμου, όπως η Πάρνηθα και η Ικαρία. Η εκμετάλλευση της πανδημία για την επιβολή αντιδημοκρατικών μέτρων χωρίς κοινωνική διαμαρτυρία είναι ένα επιπλέον κεφάλαιο.


Στο πρώτο κύμα της πανδημίας η χώρα μας είχε το πλεονέκτημα της καθυστέρησης. Για αυτό και είχε ελάχιστα θύματα, όπως και οι άλλες χώρες των Βαλκανίων, όπως η Αλβανία και η Βουλγαρία. Και σε αυτά τα νούμερα βασίζεται η κυβέρνηση που απλώς κάνει μια διαίρεση του συνόλου των νεκρών από τον περσινό Μάρτιο, βγάζει μέσο όρο 18 νεκρούς ανά μέρα, τους συγκρίνει με τα μεγέθη άλλων χωρών και μιλάει για επιτυχία.


Όμως, στο δεύτερο κύμα είχαμε 100 νεκρούς τη μέρα επί δύο μήνες. Έναν νεκρό κάθε δώδεκα λεπτά.


Γιατί ανάμεσα στα δύο κύματα είχαμε μια έκρηξη κυβερνητικής ανευθυνότητας. Πρώτα ήρθε το έγκλημα με το ανεξέλεγκτο άνοιγμα του τουρισμού που οδήγησε σε απαγόρευση κυκλοφορίας και κήρυξη αποκλεισμού σε νησιά και σε υποχρεωτική χρήση μάσκας σε όλη τη Χαλκιδική. Μετά ήρθε μια γενική εκπομπή αισθήματος ανεμελιάς και δηλώσεις πως «η Θεσσαλονίκη νίκησε τον κορωνοϊό». Κι έτσι, το δεύτερο κύμα μας βρήκε απροετοίμαστους, να συγχαίρουμε τους εαυτούς μας. Και η Θεσσαλονίκη είδε τάφους να ανοίγουν στη σειρά για να θάψει τους νεκρούς της, παρότι, όπως ομολόγησε ο Α. Γεωργιάδης, η κυβέρνηση είχε εισηγήσεις για να μην εορταστεί η γιορτή του Αγίου Δημητρίου στις εκκλησίες. Αλλά ποιος τα βάζει με την Εκκλησία και τις ψήφους της;


Για να το πούμε με δυο λόγια. Ναι, ο ιός υπάρχει παντού. Κάπου υπάρχουν πιο πολλοί νεκροί από εδώ. Αλλά με πιο χαλαρό lockdown. Αλλού υπάρχει επίσης σκληρό lockdown. Αλλά για πολύ λιγότερο καιρό και με σοβαρά μέτρα ενίσχυσης της οικονομίας και της κοινωνίας.


Όμως, αυτός ο συνδυασμός τόσο λίγων δαπανών για την θωράκιση της υγείας, τόσο λίγων μέτρων για την οικονομική αντιμετώπιση της κρίσης, τόσο κακών οικονομικών αποτελεσμάτων, τόσο πολλών θανάτων και με τόσο σκληρό και μακρύ lockdown που αλλού υπάρχει;


Σήμερα, η κυβέρνηση επιμένει να υποστηρίζει πως έχει ακολουθήσει την καλύτερη πολιτική για ένα σύγχρονο κράτος. Όμως, ένα σύγχρονο και δημοκρατικό κράτος δεν μπορεί να θέλει να είναι ψηλά μόνο στον αριθμό των αστυνομικών. Πρέπει να έχει γιατρούς, καθηγητές για τα σχολεία και επαρκή λεωφορεία για τους εργαζόμενους και όχι να ανοιγοκλείνει τα περίπτερα, τα take away και τις λαϊκές.


Πρέπει να είναι ψηλά στον αριθμό των πανεπιστημιακών καθηγητών, των ερευνητών, στη χρηματοδότηση της επιστημονικής έρευνας και της νεανικής επιχειρηματικότητας, στη θωράκισης του κοινωνικού κράτους και των υπηρεσιών. Όχι να παίζει με τις στατιστικές. Ούτε η πολιτική ηγεσία του να αναζητά δικαιολογίες στην παγκοσμιότητα του δράματος, για να κρύψει τις δικές της ευθύνες για την τοπική τραγωδία.

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2021

Μα τι γίνεται τελικά στα πανεπιστήμια;

 https://www.huffingtonpost.gr/entry/ma-ti-yinetai-telika-sta-panepistemia_gr_60225f1dc5b6f38d06e6cfb4


«Η αστυνομία, της αστυνομίας, την αστυνομία». Έτσι μοιάζει να εξελίσσεται η συζήτηση για το νομοσχέδιο της ΝΔ και της Κεραμέως για τα πανεπιστήμια. Όλα τα επιχειρήματα έχουν απλωθεί στο τραπέζι.


Είναι πλέον πιο φανερό κι από τον ήλιο ότι στα ξένα πανεπιστήμια δεν έχει πουθενά αστυνομία (πλην των ΗΠΑ, όπου όμως επιτρέπεται η οπλοκατοχή) παρότι σε αυτά έχει ενίοτε σημαντική εγκληματικότητα (σύμφωνα με έρευνα που παρουσιάζει ο Guardian, στα Πανεπιστήμια της Αγγλίας το 62% των ερωτώμενων είχε πέσει θύμα σεξουαλικής βίας εντός του πανεπιστημιακού χώρου και το 8% των γυναικών είχαν υποστεί βιασμό), ότι οι ίδιοι οι πρυτάνεις και οι Σύγκλητοι που υποτίθεται ότι θα προστατεύονται με αυτό το μέτρο διαφωνούν (ακόμη και η Σύγκλητος της ΑΣΟΕΕ από την οποία ξεκίνησε η όλη ιστορία), ότι η Ελλάδα έχει την χαμηλότερη αναλογία καθηγητών-φοιτητών και την υψηλότερη -πλην Κύπρου- αστυνομικών-πολιτών.


Αλλά η κυβέρνηση επιμένει. Και δεν θα μπορέσουμε ποτέ να καταλάβουμε το γιατί, αν δεν δούμε την πανεπιστημιακή αστυνομία ως αναπόσπαστο κρίκο όλης της αλυσίδας των παρεμβάσεων της στα πανεπιστήμια. Αν δεν δούμε τη μεγάλη εικόνα του παζλ.


Ας αρχίσουμε να βάζουμε τα κομμάτια κάτω. Στις πρώτες μέρες της θητείας της η Ν. Κεραμέως έπαυσε 38 νέα πανεπιστημιακά τμήματα που είχαν εγκριθεί από την προηγούμενη κυβέρνηση και ήταν έτοιμα να ανοίξουν.


Αφορούσαν όλο το εύρος των επιστημών. Από Υδατοκαλλιέργειες και Τουριστικές Σπουδές, μέχρι Λογοθεραπεία και την, περίφημη πια, Νομική της Πάτρας.


Υποτίθεται πως καταργήθηκαν επειδή είχαν εγκριθεί «χωρίς συγκεκριμένα ακαδημαϊκά κριτήρια», όπως έλεγε η ανακοίνωση του υπουργείου. Έλα όμως, που τα προγράμματα σπουδών τους ήταν επεξεργασμένα και εγκεκριμένα από πολύ καιρό από τα ίδια τα πανεπιστήμια.


Άραγε, δικαιούται το υπουργείο Παιδείας να πει ότι έντεκα ελληνικά πανεπιστήμια δεν γνωρίζουν από ακαδημαϊκά κριτήρια τόσο καλά όσο η κ. Κεραμέως, ειδικά όταν μεταξύ τους είναι το Πανεπιστήμιο Αθηνών και άλλα μεγάλα ιδρύματα, όπως το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας; Πείτε εσείς.


Πολλά από αυτά τα τμήματα που έκλεισαν προτού λειτουργήσουν προέρχονταν από τμήματα ΤΕΙ. Αλλά με την συνένωση των ΤΕΙ με τα Πανεπιστήμια που έκανε η προηγούμενη ηγεσία του υπουργείου, το πρόγραμμά σπουδών τους τροποποιήθηκε, αναβαθμίστηκε με επιπλέον μαθήματα και έγινε πανεπιστημιακού επιπέδου.


Τι πλήρωσαν, λοιπόν, αυτά τα τμήματα; Μήπως το ότι κάποια από τα αντικείμενά τους διδάσκονται από ιδιωτικά ΙΕΚ και Κολλέγια;


FlashBack:Πάμε στο 2013. Η τότε κυβέρνηση Σαμαρά με το «Σχέδιο Αθηνά» αποδέχεται το πόρισμα μίας έκθεσης που πρότεινε το κλείσιμο πολλών τμημάτων ΤΕΙ. Ποιος είχε κάνει την έκθεση;


Σύμφωνα με αυτό που είχε καταγγελθεί επισήμως στη Βουλή, επρόκειτο για μια εταιρεία συμφερόντων του ιδιοκτήτη ενός ιδιωτικού ΙΕΚ και για αυτό τα τμήματα που είχε αποφασιστεί να κλείσουν είχαν αντικείμενα που διδάσκονταν στα Κολλέγια του Ομίλου. Πάμε πάλι στις μέρες μας.


Επόμενο βήμα της Κεραμέως ήταν να καταργήσει τα διετή δωρεάν προγράμματα επαγγελματικής εκπαίδευσης στα οποία θα έμπαιναν τα παιδιά που τελείωναν τα Επαγγελματικά Λύκεια (ΕΠΑΛ).


Τα προγράμματα αυτά θα γίνονταν από τα ίδια τα πανεπιστήμια -συμμετείχαν και πανεπιστήμια της πόλης μας, το ΠΑΜΑΚ και το Διεθνές- και ήταν μια πρωτοποριακή ιδέα για την αναβάθμιση της επαγγελματικής εκπαίδευσης.


Καταργήθηκαν κι αυτά προτού να λειτουργήσουν, παρότι και αυτών το πρόγραμμα είχε καταρτιστεί από τα πανεπιστήμια.


Πάλι flashback: Το 2013 η κυβέρνηση Σαμαρά καταργεί 46 ειδικότητες που διδάσκονταν στα ΕΠΑΛ, μεταξύ των οποίων τις τρεις πιο δημοφιλείς. Συμπτωματικά, άλλη μια φορά, οι ειδικότητες αυτές διδάσκονταν από τα ιδιωτικά ΙΕΚ και τα Κολλέγια.


Σήμερα, η Κεραμέως αλλάζει τον τρόπο εισαγωγής στα Πανεπιστήμια. Τα πανεπιστήμια θα ορίζουν ένα ποσοστό επί του μέσου όρου της επίδοσης των υποψηφίων στις Πανελλήνιες το οποίο θα αποτελεί τη βάση εισαγωγής. Όμως, αυτό το ποσοστό δεν θα μπορεί να είναι απεριόριστο. Θα βρίσκεται μέσα σε ένα συγκεκριμένο εύρος.


Αυτό, στην πράξη, θα σημάνει μια μεγάλη μείωση του αριθμού εισακτέων που υπολογίζεται ότι θα φτάσει το ένα τρίτο. Τι είχε κάνει η κυβέρνηση Σαμαρά;


Είχε θεσπίσει πανελλήνιες εξετάσεις από την Α΄ Λυκείου για να μπαίνουν τα παιδιά στα πανεπιστήμια, κάτι που θα εξόντωνε τις οικογένειες που δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν σε τρία χρόνια έξοδα φροντιστηρίων και έτσι, στην πράξη, θα μειώνονταν οι εισακτέοι στα πανεπιστήμια.


Επίσης, είχε καταργήσει το δικαίωμα των αποφοίτων των ΕΠΑΛ να δίνουν Πανελλήνιες εξετάσεις για να πουν στο Πανεπιστήμιο. Τέλος τα flashback.


Μετά από αυτά, ήρθε η κίνηση που πέταξε και τον τελευταίο μανδύα πάνω από τις προθέσεις της ΝΔ. Η αδιανόητη απόφαση της Κεραμέως να ισοτιμήσει τα πτυχία των κολλεγίων με τα πτυχία των πανεπιστημίων, απαιτώντας μάλιστα από τα επιμελητήρια να εγγράφουν τους πτυχιούχους των κολλεγίων.


Εύκολα βγαίνει το συμπέρασμα. Με τις αλλαγές που έκανε και κάνει η ΝΔ, στοχεύει να κλείσει τις πόρτες των πανεπιστημίων για πολλά παιδιά και να τα ρίξει στην πιάτσα ως αναγκαστική πελατεία των Κολλεγίων.


«Ωραία», θα πει κανείς. «Αλλά η πανεπιστημιακή αστυνομία τι σχέση έχει με όλα αυτά;». Έχει. Γιατί ο σκοπός της ΝΔ δεν είναι απλώς και μόνο να κόψει κόσμο από τα πανεπιστήμια και να τον στείλει στα κολλέγια. Είναι να αλλάξει και τα ίδια τα πανεπιστήμια.


Η Δεξιά ποτέ δεν χώνεψε πραγματικά την αυτονομία των πανεπιστημίων. Ποτέ δεν χώνεψε πως τα πανεπιστήμια είναι χώρος ελευθερίας, επιστημονικής αλλά και κοινωνικής αμφισβήτησης, χώρος αντίστασης, πως δεν είναι απλώς ένα εκπαιδευτήριο και για αυτό έχουν ξεκινήσει ιστορικά τόσα πολλά κινήματα μέσα από τα πανεπιστήμια.


Ποτέ δεν χώνεψε πως οι καθηγητές μπορούν να διαμορφώνουν οι ίδιοι το πρόγραμμα σπουδών, μακριά από τις επιθυμίες των κυβερνήσεων και των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων.


Ποτέ δεν χώνεψε πως οι ειδικές συνθήκες ελευθερίας και δημοκρατίας που είναι συνυφασμένες με την κουλτούρα και την παγκόσμια ιστορία του πανεπιστημίου -από την αυτοδιοίκηση μέχρι τις Γενικές Συνελεύσεις των Φοιτητικών Συλλόγων και το πανεπιστημιακό άσυλο- έκαναν τα πανεπιστήμια φυτώρια αγώνων.


Τα πανεπιστήμια ήταν και είναι σχολεία δημοκρατίας. Και, ασφαλώς, η δημοκρατία είναι μια δύσκολη και αντιφατική άσκηση, με τα δικά της προβλήματα.


Αλλά για κάποιους δεν είναι και μια επιθυμητή άσκηση. Η διαρκής παρουσία της αστυνομίας στα πανεπιστήμια έχει σκοπό να τελειώσει το δημοκρατικό πανεπιστήμιο της αμφισβήτησης και της κριτικής σκέψης.


Ας φανταστούμε τι σημαίνει να γίνεται μάθημα ή Γενική Συνέλευση ενός Συλλόγου Φοιτητών και έξω από το αμφιθέατρο να υπάρχει αστυνομία.


Ας σκεφτούμε τι μήνυμα θα παίρνουν οι πρωτοετείς όταν μπαίνουν στο πανεπιστήμιο και βλέπουν κάμερες παντού. Και όχι μόνο στο πεδίο της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων.


Ήδη είναι πολύ δύσκολο για τους καθηγητές να «σπάσουν» την αντίληψη των παιδιών για την γνώση, όπως την έχουν αποκτήσει στο σχολείο. Να γκρεμίσουν την ιδέα πως η γνώση είναι κάτι το «αντικειμενικό» που δεν χωράει αμφισβήτηση, γιατί έτσι μας την δίνουν οι θεσμοί κι έτσι πρέπει να την μάθουμε γιατί αν την αμφισβητήσουμε δεν θα γράψουμε καλά στις Πανελλήνιες.


Σε ένα τέτοιο πανεπιστήμιο, με το κλίμα της διαρκούς επιτήρησης, πόσο πιο δύσκολο θα είναι για τους καθηγητές να εισάγουν στην αντίληψη των φοιτητών τους την ιδέα ότι η γνώση δεν είναι φτιαγμένη από πέτρα, αλλά από πυλό. Ότι πλάθεται. Πως το πανεπιστήμιο δεν είναι απλώς μια προέκταση του σχολείου. Αλλά, αντιθέτως, πως αν δεν αμφισβητείς τον κόσμο που σε περιβάλλει και όσα σου λένε για αυτόν, αν δεν τα βλέπεις όλα κριτικά, τότε ούτε επιστήμονας μπορείς να είσαι, ούτε πολίτης.


Τώρα, όλα τα κομμάτια έχουν μπει στη θέση τους. Η Δεξιά αντίληψη θέλει να αφήσει έξω από το πανεπιστήμιο τους πολλούς, για να μην έχουν απαιτήσεις. Και να υποτάξει τους λίγους που θα μπουν, για να μάθουν από μικροί να μην αντιστέκονται. Το παζλ στέκει μπροστά μας. Το κοιτάζουμε. Και σαν την άβυσσο του Νίτσε, μας κοιτάει πίσω κι αυτό. Και απειλεί να μας καταπιεί.

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2021

Πού ’ναι η μπάλα;

 https://www.avgi.gr/politiki/378676_poy-nai-i-mpala


Έχετε δει κάτι βιντεάκια από ποδοσφαιρικούς αγώνες όπου ένας παίκτης πετάει με τακουνάκι την μπάλα πίσω του, αλλά συνεχίζει να τρέχει και οι αντίπαλοί του δεν καταλαβαίνουν τι έγινε και συνεχίζουν να τον κυνηγάνε; Κάπως έτσι μοιάζει αυτές τις μέρες ο διάλογος για τον Νόμο Κεραμέως για τα πανεπιστήμια. Πάμε να δούμε το γιατί.


Αν σταματήσουμε έναν τυχαίο άνθρωπο στον δρόμο και τον ρωτήσουμε τι συζητιέται αυτές τις μέρες στη Βουλή, αν παρακολουθεί την επικαιρότητα, θα μας πει ότι συζητάνε για την πανεπιστημιακή αστυνομία. Αν ρωτήσουμε και έναν τυχαίο πολιτικοποιημένο ή και κομματικά οργανωμένο, θα πάρουμε την ίδια απάντηση. Κι αυτή είναι η μεγάλη επιτυχία της Κεραμέως και της Ν.Δ., για την οποία δεν κουράστηκαν καθόλου. Δηλαδή το ότι η συζήτηση έχει πάει στο πιο ευνοϊκό πεδίο για τη Ν.Δ. και την ατζέντα και στο πιο δύσκολο για εμάς. Γιατί, απλούστατα, ο κόσμος έχει δεχτεί τέτοια προπαγάνδα για τα πανεπιστήμια, που δεν είναι πάντα εύκολο να πειστεί ότι η αστυνομία θα κάνει κακό. Γιατί πρέπει να του εξηγήσεις. Να του εξηγήσεις ότι αυτό συγκρούεται με την ευρωπαϊκή παράδοση των πανεπιστημίων, ότι ο ελεύθερος επιστημονικός και πολιτικός διάλογος και η πρακτική δεν συνδυάζονται με την αστυνόμευση, ότι είναι πολύ προβληματικό να μην είναι προτεραιότητα η πρόσληψη καθηγητών, αλλά η πρόσληψη αστυνομικών. Δηλαδή ένα θέμα που χωράει πολλή, μα πάρα πολλή κουβέντα για να αλλάξεις τη γνώμη των ανθρώπων. Φέξε μου και γλίστρησα.


Αντιθέτως, δίπλα σ’ αυτό υπάρχει άλλο ένα ζήτημα που φέρνει το νομοσχέδιο Κεραμέως. Και είναι κάτι για το οποίο υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι πολιτών που τους αφορά άμεσα, δεν το γνωρίζουν και αν το μάθουν, θα εξοργιστούν με την κυβέρνηση. Και είναι η μείωση των εισακτέων. Με τον νέο τρόπο με τον οποίο θα ορίζεται ο αριθμός τους -με τα πανεπιστήμια να επιλέγουν ως βάση ένα ποσοστό του μέσου όρου της επίδοσης των υποψηφίων στις Πανελλαδικές, που όμως δεν θα μπορεί να είναι απεριόριστου εύρους- υπολογίζεται πως σχεδόν το ένα τρίτο του αριθμού των υποψηφίων που πέρσι μπήκαν στο πανεπιστήμιο φέτος θα μείνουν εκτός. Δηλαδή η ελληνική οικογένεια πρέπει να μάθει ότι η κυβέρνηση πετάει τα παιδιά της έξω από το πανεπιστήμιο. Τους στερεί την ευκαιρία να έχουν μια καλύτερη ζωή.  Όμως η ελληνική οικογένεια δεν ακούει αυτό. Ακούει από όλους ότι η κυβέρνηση θέλει να βάλει στα πανεπιστήμια την αστυνομία. Και έτσι πιστεύει ότι τα παιδιά της θα σπουδάσουν σε ένα ασφαλές περιβάλλον, ενώ δεν ξέρει ότι στην πραγματικότητα δεν θα σπουδάσουν καθόλου!


Όταν θέλουμε να πετύχουμε μια νίκη, ψάχνουμε στις πρωτοβουλίες του αντιπάλου τον αδύναμο κρίκο. Το σημείο στο οποίο να ασκηθεί πίεση μπορεί να έχει πιο μεγάλα αποτελέσματα από ό,τι σε άλλα. Στο νομοσχέδιο Κεραμέως ο αδύναμος κρίκος μπορεί να αποδειχτεί ότι κινηματικά είναι η αστυνομία, αλλά κοινωνικά είναι η μείωση των εισακτέων. Είναι η στέρηση του ονείρου και του δικαιώματος από τα παιδιά της ελληνικής οικογένειας να διεκδικήσουν μια καλύτερη ζωή. Και για τις οικογένειες της μεσαίας τάξης είναι η στέρηση από τα παιδιά τους της δυνατότητας να ζήσουν την εμπειρία των σπουδών που οι ίδιοι έζησαν. Δηλαδή, είναι μια έμπρακτη μείωση του κοινωνικού στάτους της οικογένειάς τους, του επιπέδου της. Και μέσω αυτού μπορούν να καταλάβουν ποιον σκοπό εξυπηρετεί πραγματικά η αστυνομία στα πανεπιστήμια, με ποιον τρόπο θα τα αλλάξει. Κι αν η μείωση των εισακτέων είναι ο πιο αδύναμος κρίκος της κυβέρνησης, ο δικός μας δυνατός κρίκος είναι αυτή τη φορά η οικογένεια. Ο πιο ανθεκτικός και πολυλειτουργικός θεσμός της Ελλάδας. Να τον πάρουμε με το μέρος μας. Να του δείξουμε ότι εμείς, οι υπερασπιστές του πανεπιστημίου, είμαστε αυτοί που υπερασπίζονται και τα συμφέροντά της. Αλλιώς αλλού θα τρέχουμε εμείς κι αλλού θα είναι η μπάλα.