Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2011

Πως επηρεάζει ο νόμος Διαμαντοπούλου τους μεταπτυχιακούς φοιτητές και την έρευνα

http://www.rednotebook.gr/details.php?id=3241
Ο νέος νόμος για την τριτοβάθμια εκπαίδευση έχει αναλυθεί εξαντλητικά από όλες σχεδόν τις σκοπιές. Ηχηρή είναι όμως η απουσία μίας προσέγγισης ως προς τις επιπτώσεις στις μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές και τους εμπλεκόμενους σε αυτές. Προφανώς αυτή η έλλειψη αντανακλά την απουσία οργανωμένης και συστηματικής παρέμβασης των μεταπτυχιακών φοιτητών, καθώς και τον μικρό αριθμό των σχετικών συλλόγων.


Η πρώτη σαφής συνέπεια προκύπτει από την υποχρηματοδότηση των ιδρυμάτων και είναι η ακόμη μεγαλύτερη πιθανότητα για επιβολή διδάκτρων ή αύξηση των ήδη υπαρχόντων. Αυτή η προοπτική πιθανότατα θα ενισχυθεί από τη στάση ορισμένων μελών ΔΕΠ που με τα δίδακτρα θα βρουν την ευκαιρία να αντισταθμίσουν τις μειώσεις που έχει δεχθεί το εισόδημα τους. Σε αυτά πρέπει να προστεθεί και μία πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση λόγω της αποδυνάμωσης της φοιτητικής μέριμνας (σίτιση, στέγαση) την οποία το πιθανότερο είναι πως θα υποστούν πρώτοι οι μεταπτυχιακοί, ως μικρότερο σώμα, καθώς και η αφαίρεση του πάσο από ένα πολύ μεγάλο τμήμα των υποψηφίων διδακτόρων, λόγω της επιβολής του ηλικιακού περιορισμού των 29 ετών.

Εκτός όμως από την επιβολή διδάκτρων, ο νόμος ανοίγει το δρόμο για την περαιτέρω είσοδο των επιχειρήσεων στα πανεπιστήμια και ειδικά στον τομέα της έρευνας. Δεδομένου ότι η κρατική χρηματοδότηση θα εξαρτάται από το κατά πόσο ένα ίδρυμα καταφέρνει να προσελκύει ιδιωτικά κεφάλαια, τα ΑΕΙ θα αναγκάζονται να οργανώνουν τα ερευνητικά προγράμματα που θα τους ζητούν οι επιχειρήσεις, στερώντας πόρους και ανθρώπινο δυναμικό από άλλες, κοινωνικά πολύτιμες έρευνες. Αυτό γίνεται και τώρα, όμως με την εφαρμογή του νόμου θα πραγματοποιείται σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα. Ξέρουμε πως πολλοί υποψήφιοι διδάκτορες εξαρτούν το διδακτορικό τους (ακόμη και ως προς το θέμα του) από τα ερευνητικά προγράμματα τα οποία έχει αναλάβει εργολαβικά το τμήμα τους και στα οποία συνήθως δουλεύουν με κακοπληρωμένη εργασία, αφού το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων το παρακρατούν οι υπεύθυνοι καθηγητές. Με το νέο θεσμικό πλαίσιο η κατάσταση αυτή επιδεινώνεται, αφού το πανεπιστήμιο θα προσφέρεται πλέον στις επιχειρήσεις ως μία δεξαμενή μαζικής και φτηνής ερευνητικής εργασίας υποψηφίων διδακτόρων, τον οποίων οι διατριβές θα πρέπει να εντάσσονται σε (άρα και να εξαρτώνται από) κάποιο ιδιωτικό ερευνητικό πρόγραμμα.

Πέρα από την εργασιακή εκμετάλλευση των ερευνητών αλλά και την υποχρέωση προσαρμογής της δουλειάς τους στις παραγγελίες της αγοράς και όχι στις κοινωνικές και επιστημονικές ανάγκες, πιθανότατα θα υπάρξει και μεγάλος έλεγχος επί των πορισμάτων των ερευνών. Δυστυχώς αυτό δεν συνιστά φτηνή κινδυνολογία. Σε πρόσφατο άρθρο τους οι New York Times ανέφεραν πως το κύρος της επιστημονικής έρευνας στις ΗΠΑ πλήττεται έντονα επειδή λίγες κολοσσιαίες επιχειρήσεις ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος της στα πανεπιστήμια της χώρας, φτάνοντας να προκαθορίζουν ακόμη και τα αποτελέσματα τους. Εύκολα καταλαβαίνει κανείς τα αποτελέσματα αυτής της κατάστασης, που μπορεί να δημιουργήσουν κινδύνους ακόμη και για τη δημόσια υγεία.

Στον νέο νόμο υπάρχει πρόβλεψη για τη δυνατότητα οργάνωσης καλοκαιρινών μαθημάτων. Προφανώς σε αυτά δεν θα διδάσκουν μέλη ΔΕΠ. Η διαφαινόμενη εξέλιξη είναι πως σε αυτά θα κληθούν να διδάξουν υποψήφιοι διδάκτορες (ή νέοι διδάκτορες) με ελάχιστη αποζημίωση και με την ελπίδα πως έτσι θα δημιουργήσουν ευνοϊκές προϋποθέσεις για τον μελλοντικό διορισμό τους στο ίδρυμα. Να σημειώσουμε πως είναι πάγιο αίτημα των Συλλόγων Μεταπτυχιακών να μπορούν να ασκούν οι υποψήφιοι διδάκτορες διδακτικό έργο, αλλά βοηθητικό (να μην τους φορτώνεται δηλαδή όλη η διδακτική υποχρέωση του καθηγητή) και έμμισθα. Επίσης, η κατάργηση των συμβασιούχων διδασκόντων (ΠΔ 407) αλλά και της βαθμίδας των λεκτόρων δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να διορίζονται, προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες τους οι Σχολές, ως εντεταλμένοι διδασκαλίας νέοι διδάκτορες, οι οποίοι θα είναι χαμηλόμισθοι ενώ ταυτόχρονα με αυτόν τον τρόπο θα μειώνονται οι πιθανότητες προκήρυξης θέσης επίκουρων καθηγητών άρα και ασφαλούς επαγγελματικής αποκατάστασης των ίδιων διδακτόρων.

Ο νόμος τέλος προβλέπει ότι στους καθηγητές που «διακρίνονται για τις ερευνητικές τους επιδόσεις» (που στη γλώσσα του νόμου σημαίνει όσους ασχολούνται με οτιδήποτε άλλο πλην του διδακτικού τους έργου, αλλά φέρνουν έτσι τα χρήματα των επιχειρήσεων στο πανεπιστήμιο) θα δίνονται κάποια πριμ, που μπορεί να είναι ακόμη και υποτροφίες για τους υποψήφιους διδάκτορες τους. Πέρα από το καταφανώς απαράδεκτο του να εξαρτάται η λήψη της υποτροφίας όχι από τις ανάγκες και τις επιδόσεις του φοιτητή αλλά από αυτές του επιβλέποντα καθηγητή του, υπάρχει και άλλο ένα αρνητικό στοιχείο. Η κυβέρνηση προσπαθεί να αναγκάσει τους φοιτητές να πιέζουν οι ίδιοι τους καθηγητές τους για να παίρνουν δουλειές από τις εταιρείες και να κάνουν δημόσιες σχέσεις εκτός πανεπιστημίου (με όλες τις σχετικές συνέπειες για την ανεξαρτησία και την φερεγγυότητα της πανεπιστημιακής έρευνας) μπας και μπορέσουν να διασφαλίσουν και οι ίδιοι μία υποτροφία που θα τους επιτρέψει την ολοκλήρωση των σπουδών τους.

Τέλος, αξίζει να αναφέρουμε και κάποια ακόμη στοιχεία, όπως ότι πλέον οι διατριβές δεν θα αξιολογούνται από 7μελή επιτροπή αλλά από μία τριμελή, στην οποία θα συμμετέχει υποχρεωτικά καθηγητής από πανεπιστήμιο του εξωτερικού. Προφανώς εδώ ο νομοθέτης θέλει να δώσει την εντύπωση πως πλήττει τη διαφθορά και καθιστά αδιάβλητη τη διαδικασία αποτίμησης της διατριβής. Όμως, το τελικό αποτέλεσμα είναι αστείο αφού ενώ ο καθ’ ύλην αρμόδιος (ο επιβλέπων καθηγητής) αποκλείεται από την αξιολόγηση της διατριβής, διατηρεί ταυτόχρονα το δικαίωμα να προτείνει τους κριτές! Η μείωση του αριθμού των κριτών από επτά σε τρεις κατά κανένα τρόπο δεν βελτιώνει την αξιολόγηση του διδακτορικού, ενώ δεν διευκρινίζεται αν η υποχρεωτική συμμετοχή κριτή από το εξωτερικό (σταθερό στοιχείο του αρχοντοχωριατισμού που δεσπόζει στο κείμενο του νόμου και επανέρχεται διαρκώς), θα σημαίνει και την αντίστοιχη υποχρέωση να γράφονται οι διατριβές και σε δύο γλώσσες.

Είναι καθαρό πως τις επιπτώσεις του νόμου στις μεταπτυχιακές σπουδές και την έρευνα δεν θα τις υποστεί μόνο το σώμα των μεταπτυχιακών φοιτητών, το οποίο άλλωστε μόνο μικρό δεν είναι, αφού κάθε χρόνο ανέρχεται περί τις 70.000. Πρόκειται για συνέπειες που θα πλήξουν ολόκληρο το πανεπιστήμιο και το κοινωνικό συμφέρον που καλείται να υπηρετήσει. Μικρό το κακό για κάποιους. Ειδικά για όσους προτιμούν να αντικαταστήσουν το κοινωνικό συμφέρον με τα υποκριτικά βραβεία “εταιρικής κοινωνικής ευθύνης” που ανταλλάσουν μεταξύ τους οι επιχειρήσεις. Στο τέλος όμως, καθείς και το συμφέρον του, καθείς και η ευθύνη του.

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2011

MAΣ ΦΟΒΟΥΝΤΑΙ!!!


Η κυβέρνηση και οι φίλοι της μας τρέμουν!

  Το καταλάβαμε άλλη μια φορά την Τετάρτη. Ο φόβος τους μύριζε μέσα στα στενά που μας κυνηγούσε η αστυνομία, ανακατεμένος με τον καπνό των χημικών. Ο φόβος τους κατέκλυσε τον αέρα στη Φιλελλήνων, όταν απέκλεισαν ένα κομμάτι της πορείας και από τις δύο μεριές του δρόμου και το έπνιξαν στα χημικά. Ο πανικός τους φάνηκε όταν χτυπούσαν όποιον έβρισκαν μπροστά τους στις καφετέριες, επειδή είχε στο πρόσωπο του malox και φαινόταν έτσι πως πριν ήταν στην πορεία. Ο τρόμος τους έγινε καθαρός όταν περικύκλωσαν το μπλοκ της Νεολαίας ΣΥΝ μπροστά στη Βουλή, το βομβάρδισαν με χημικά, χτυπούσαν με τα γκλοπ στο ψαχνό και πατούσαν ανθρώπους κάτω. Γέμισε τον τόπο ο φόβος τους όταν εμφανίστηκαν οι ομάδες Δέλτα στο Μοναστηράκι, κάνοντας γύρους μέσα στην πλατεία, σχεδόν πατώντας τον κόσμο, ρίχνοντας κρότου - λάμψης και χημικά, περνώντας με τις μηχανές όλη την Αθηνάς ουρλιάζοντας και χτυπώντας τον κόσμο στα πεζοδρόμια. Προσπάθησαν να μας τρομοκρατήσουν και πότε τρομοκρατείς; Όταν θέλεις να αντιμετωπίσεις τον δικό σου φόβο!

  Μας χτύπησαν και είμαστε περήφανοι, γιατί αντιμετωπίζουμε παντού, στο δρόμο και στη Βουλή, στους φοιτητικούς μας συλλόγους, στα σωματεία και στο Σύνταγμα αυτήν την νέου τύπου Χούντα, αυτόν τον τρομακτικό αυταρχισμό! Τους αντιμετωπίζουμε και θα τους νικήσουμε, γιατί μετά από αυτές τις μέρες οι άνθρωποι δεν είναι πια ίδιοι, καταλαβαίνουν πολλά περισσότερα. Όσο πιο ακραία είναι τα μέτρα τόσο μεγαλύτερη καταστολή και βία χρειάζονται για να περάσουν. Τόσο μεγαλύτερη παραπληροφόρηση και τρομοκρατία από τα ΜΜΕ. Ο κόσμος όμως χτες απάντησε με μία μεγάλη συγκέντρωση, παρότι δεν ανακοινώνονταν από τα ΜΜΕ, και με τη μεγαλύτερη Λαϊκή Συνέλευση που έχει γίνει στο Σύνταγμα!

  Δεν μπορούμε άλλο να ζούμε έτσι.Έχουμε μόνο μια ζωή και δεν την μοιράζουμε, όπως οι κυβερνητικοί και οι φίλοι τους, ανάμεσα σε ταξίδια στο εξωτερικό και σε ακριβά εστιατόρια. Έχουμε μόνο μια ζωή και δεν θα την περάσουμε σκυφτοί, ξεπουλώντας τις αξίες μας, όπως οι αντιμνημονιακοί της Τρίτης που γίνονται φιλομνημονιακοί την Τετάρτη. Εμείς θα κινήσουμε τον τροχό της Ιστορίας.

  Κάποτε φοβόμασταν. Τώρα μάθαμε πως δεν έχουμε και πολλά να χάσουμε. Να φοβούνται αυτοί που έχουν. Γιατί θα τους νικήσουμε!

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2011

The “Won’t Pay” Citizens’ Disobedience in Greece

http://www.transform-network.net/uploads/media/transform_newsletter_5_2011_01.pdf

Since the beginning of February, an unprecedented movement has been taking place in Greece: the “Won’t Pay” movement, organized by citizens’ initiatives and parties of the Left, mainly SYRIZA. The cause of the movement was a 40% rise of ticket prices for Public Transport in Athens and Salonika. In Athens, the cost of the ticket rose from 1 Euro (50 cents for students, members of big families, disabled people etc.) to 1.40 Euro (70 cents with the discount).
Athens has a rather large network of Public Transportation, consisting by buses, trolleys, trams, underground lines, electric and suburban railways. Due to the city’s overpopulation, it is of utmost importance for residents, both for their transportation and air pollution, to have a properly working Public Transportation System that would encourage people to use their cars less frequently. So, the reaction of the movement was immediate, deciding not to pay for a single ticket as long as the new price is in force.
The response to the movement is quite encouraging, judging from the passengers’ reaction and their answers in various gallops. The Greek government claims that the rise is essential in order to reduce the transportation companies’ deficit. Nevertheless, as the President of Synaspismos, Alexis Tsipras, indicated, the total annual income of Athens’ Public Transport System is 250 million Euros. At the same time, due to the government’s decision to reduce the tax rate of large companies by 4%, the state loses 400 million Euros annually, showing that the rise of the ticket price is completely unjustified, especially considering that unemployment as well as flexible and uninsured employment keep rising in Greece, and the average income is being reduced.
Another type of the “Won’t Pay” movement had started a few months earlier, with the denial to pay the toll for the Greek national railways. The railways are being constructed with Public- Private Partnerships, and the Constructing Companies are entitled to collect the toll for 10 or 15 years. A few years now, there have been some attempts to create an anti-toll movement, claiming that it is against the law of the European Union to put tolls on a highway with less than three traffic lanes, and one which is still being under construction. Almost every weekend, groups of activists raise the bars of the tolls, letting the drivers go through without paying. The movement points out that there are so many toll stations on Greek roads that in order to travel from Athens to Salonika one may have to pay up to 20 Euros, even though all drivers have to pay motor vehicle taxes as well. The last episode of this series is that police officers have been positioned at many toll stations to prevent drivers leaving without paying. This situation, with policemen acting as clerks of the constructing companies, is attributed by some newspapers to the fact that their owners are (unofficially) sponsoring the Greek police’s supply of patrol cars!
What causes the situation to be a bit more complicated and difficult is that the owners of the large constructing companies also own big private TVstations, newspapers and radio stations. As a result, a huge attack is taking place of the movement, by some of the most well-known journalists. Apart from the journalists, a number of University professors have been writing articles claiming that this type of political disobedience is anti-social and political parties of the Left can easily take advantage of them. The government is afraid of the fact that the majority of Greek society, people from all political backgrounds, seem to agree with the movement’s targets and means, and its reaction was kind of spasmodic, saying that refusal to pay would from then on be punished with a three-month-imprisonment, without the chance of redemption. This extreme measure caused a shock and was answered by a co-ordinated opening of the toll stations throughout Greece. Workers of the public transportation companies also support the passengers’ demands and, mainly asserting some of their own claims, go on work stoppages or strikes, even though many of these are being characterized by court as illegal.

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

Αριστερά και Λιβύη: Σε βάζω μπρος στα μάτια μου, να κρύβεις την αλήθεια

http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=608868

Στην επανάσταση της Λιβύης ταχθήκαμε ως Αριστερά από την πρώτη στιγμή υπέρ των εξεγερμένων. Απροϋπόθετα. Όπερ σημαίνει ότι κρίναμε πως όποιο καθεστώς κι αν προκύψει πιθανότατα θα είναι καλύτερο από το υπάρχον. Η επέμβαση της Δύσης όμως μας ανακάτεψε το σκηνικό και μας έκανε να χάσουμε αυτό το μέρος της αλήθειας. Κυρίως, μας έφερε μπροστά σε μια μη αναμενόμενη κατάσταση, που μοιάζει με σύγκρουση περί της προτεραιότητας μεταξύ διεθνισμού και αντιιμπεριαλισμού. Και εξηγούμαι.

Δεν μου αρέσουν τα τσαλαβουτήματα και τα άλματα μέσα στην Ιστορία. Για αυτό και τα παρακάτω τα λέω ενδεικτικά, και όχι με αξίωση απόδειξης. Δεν πρωτοτυπώ αναφέροντας το παράδειγμα της Ναυμαχίας του Ναυαρίνου το 1827, όπου οι στόλοι των τριών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, συνέτριψαν τον αιγυπτιακό στόλο και διασφάλισαν την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Υποστηρίζω πως με κριτήρια ανθρωπισμού, δημοκρατίας, ακόμη και σοσιαλιστικής προοπτικής, η ίδρυση του νέου κράτους, έστω και ως θεάτρου των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, ήταν προτιμότερη από το να διατηρούνταν ανέπαφη η Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Τι βαραίνει λοιπόν περισσότερο; Τι προέχει; Η διεθνιστική υποστήριξη του λιβυκού λαού έναντι του Καντάφι ή η πάλη εναντίον της δέσμευσής του από τον ιμπεριαλισμό; Εδώ όμως η πραγματικότητα καθιστά την επιλογή στοιχείο δράματος. Η Αριστερά ως αντιιμπεριαλιστική δύναμη ασφαλώς δεν μπορεί να δώσει εύσημα στην επέμβαση της Δύσης. Από την άλλη, αν ως Αριστερά θέλουμε να λεγόμαστε ακόμη έτσι --δηλαδή αν έχουμε ένα σχέδιο ή έστω μια μέριμνα για την αλλαγή του κόσμου-- δεν μπορούμε να αγνοούμε το προφανές, ότι ο δρόμος είναι πια χωρίς επιστροφή: οι επαναστάτες ή θα κερδίσουν ή θα αφανιστούν. Και είναι οι ίδιοι οι επαναστάτες που προσδοκούν τη στρατιωτική προστασία από τους Δυτικούς. Εμείς λοιπόν θα τους κουνήσουμε το δάχτυλο; Άλλωστε, ακόμη κι αν αυτή η βοήθεια δεν προερχόταν από ιμπεριαλιστικές δυνάμεις αλλά από χώρες συμπαθών και αριστερών κυβερνήσεων, όπως η Βραζιλία, η Βενεζουέλα ή η Βολιβία, και πάλι αυτή η κίνηση θα εμπεριείχε στοιχεία γεωπολιτικού συμφέροντος, καταρχήν άσχετα με τις προτεραιότητες των επαναστατών.

Κάπου εδώ λοιπόν πρέπει να αναγνωρίσουμε το βασικό για εμάς πεδίο. Αυτό είναι αφενός η διεθνιστική μας αλληλεγγύη και η υποστήριξη προς τους επαναστάτες της Λιβύης, ώστε ως πολιτικός χώρος να συγκροτήσουμε μαζί τους συμμαχίες που θα ανοίγουν καλύτερες προοπτικές στον αγώνα για τη δημοκρατία και προοπτικά για τον αντικαπιταλιστικό αγώνα στην περιοχή, αφετέρου η διατήρηση της εγχώριας αξιοπιστίας μας απέναντι στον κόσμο που συνδέεται μαζί μας και βρίσκει αντιφατική τη στάση μας. Διότι με αυτή τη στάση κρύβουμε από τα μάτια μας το πιο μεγάλο από τα συμπεράσματα αυτών των επαναστατημένων μηνών: πως οι λαοί μπορούν, τελικά, να επιβάλουν τις δικές τους επιλογές στις Μεγάλες Δυνάμεις και να τις αναγκάσουν ακόμη και να αναπροσαρμόσουν τη στρατηγική τους. Αν δεν δούμε μέσα από αυτό το πρίσμα την επέμβαση της Δύσης εναντίον τού (ως χτες συμμάχου) Καντάφι αλλά και τη στροφή των ΗΠΑ έναντι του Μουμπάρακ και της Γαλλίας έναντι του Μπεν Άλι, δεν καταλαβαίνουμε τη σημασία των εξελίξεων. Ήταν οι λαοί εκείνοι που επέβαλαν την εγκατάλειψη αυτών των συμμάχων. Και στην Ιστορία οι μεγάλες αλλαγές γίνονται με τη συνδρομή πολλών (και συγκρουόμενων) παραγόντων, και η εξέλιξη τους κρίνεται από την πορεία της μεταξύ τους πάλης. Εκτός αν θέλουμε να βγάλουμε από την οπτική μας το ότι η επικράτηση της Οκτωβριανής Επανάστασης συντελέσθηκε και λόγω του ότι ο Λένιν χάρισε ρωσικά εδάφη στην ιμπεριαλιστική Γερμανία.

Με αυτά ως κριτήρια, η Αριστερά πρέπει να απαιτήσει την κινητοποίηση της Διεθνούς Κοινότητας για την προστασία των επαναστατών από τις δυνάμεις του ΟΗΕ, αλλά και την ανάληψη από την Ελλάδα κάθε μορφής μη στρατιωτικής βοήθειας, όπως η αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας και η ρήξη κάθε σχέσης με το καθεστώς Καντάφι. Αντί γι’ αυτό, αντιμετωπίζουμε το θέμα με αμηχανία, κάνοντας πορεία εναντίον του Συμφώνου Ανταγωνιστικότητας στην οποία βάζουμε ως «τσόντα» και το ζήτημα της επέμβασης στη Λιβύης, με το άγχος να διεκπεραιώσουμε το αντιιμπεριαλιστικό μας καθήκον, ενώ δεν έχουμε καταφέρει να διοργανώσουμε ένα συλλαλητήριο υποστήριξης των αραβικών επαναστάσεων. Όμως, ο αντιιμπεριαλισμός χωρίς συνειδητό και βαθύ διεθνισμό εύκολα εκτρέπεται ακόμη και σε έναν γραφικό πατριωτισμό τύπου Μίκη Θεοδωράκη.

Με δεδομένη λοιπόν τη στάση των λίβυων επαναστατών, οι οποίοι μπορεί να μην αποτελούν το επαναστατικό υποκείμενο ακριβώς όπως θα το θέλαμε αλλά είναι αυτοί που κοιτάνε κάθε μέρα το θάνατο κατάματα, ας συγκροτήσουμε καλύτερα τη στάση μας. Ας διακηρύξουμε ξανά και περήφανα πως είμαστε διεθνιστές και πάνω από όλα βάζουμε την ακεραιότητα του λιβυκού λαού, που ο ίδιος θα αποφασίσει αν πλήττεται περισσότερο από τον Καντάφι ή από τη Δύση. Κι ας διακηρύξουμε πως από σεβασμό στις επιλογές του δεν διαδηλώνουμε εναντίον της επέμβασης αλλά μόνο υπέρ της νίκης του, υπέρ της ειρήνης και της δημοκρατίας στην περιοχή η οποία περνάει και από την κατάργηση των βάσεων στη Σούδα και του ίδιου του ΝΑΤΟ και την ενδυνάμωση του ρόλου του ΟΗΕ. Έτσι, για να μην μας πει κανείς πως «βγάζουμε λάδι» τις διάφορες εξουσίες, μαζί και την ελληνική κυβέρνηση. Αυτή η θέση μπορεί να κερδίσει κάθε μάχη, από το φοιτητικό αμφιθέατρο μέχρι την κεντρική πολιτική σκηνή. Αρκεί να την έχουμε βαφτίσει στις αξίες της Αριστεράς, και όχι στους φόβους και τις μηχανικότητές της.

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

«Τζαμπατζήδες», πολιτικοί επιστήμονες και ο Αντώνης Κανάκης


Τις μέρες της Δεκεμβριανής εξέγερσης του 2008, μετά την περίφημη ανάρτηση στην Ακρόπολη του πανό που έγραφε τη λέξη «Αντίσταση», ο Γιάννης Πρετεντέρης σχολίαζε στο Βήμα σκωπτικά (πώς αλλιώς;) πως η προτροπή αυτή στερούταν νοήματος: «Όταν ο Μανώλης Γλέζος κατέβασε τη σβάστικα από την Ακρόπολη και μας κάλεσε σε αγώνα, η λέξη “αντίσταση” είχε νόημα διότι είχε κόστος. Σήμερα, που η χώρα μας είναι μια ελεύθερη και δημοκρατική ευρωπαϊκή χώρα, δεν καταλαβαίνω απέναντι σε τι πρέπει να αντισταθούμε», έγραφε με επιτηδευμένη αφέλεια. Ο Μανώλης Γλέζος, βεβαίως, είχε επικροτήσει την ενέργεια, αλλά ο Πρετεντέρης φαίνεται πως ήξερε καλύτερα κι από αυτόν!

Σήμερα, η ανάπτυξη του κινήματος «Δεν πληρώνω!» για τα διόδια και τα εισιτήρια των ΜΜΜ, και η πλειοψηφική αποδοχή του, έχουν γεμίσει τους φορείς της εξουσίας με άγχη. Κυρίως φοβίζει η κοινωνική διάχυση της «ανυπακοής» και της «ανομίας», της αντίληψης δηλαδή πως οι πολίτες δικαιούνται να κρίνουν αν ένας νόμος είναι εναντίον του κοινού συμφέροντος και να αρνούνται να τον εφαρμόσουν. Αυτό τους τρομάζει πολύ περισσότερο από τα χαμένα έσοδα και από τα αυξανόμενα ελλείμματα. Η δυστυχία των κρατούντων είναι πως δεν μπορούν να επικαλεστούν αποτελεσματικά και ως αυταξία την ανάγκη εφαρμογής των νόμων, καθώς οι ίδιοι είναι εξαιρετικά απαξιωμένοι στα μάτια της κοινής γνώμης, λόγω της σκανδαλώδους συμπεριφοράς του πολιτικού τους προσωπικού όσο και της αναποτελεσματικότητάς τους. Επιπλέον, ρόλο παίζει και η μόνη θετική συμβολή της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, το γεγονός ότι έκανε την ελληνική κοινωνία να καταλάβει πως ...ό,τι είναι νόμιμο δεν είναι κατ’ ανάγκην και ηθικό. Αυτά αποτυπώνονται στην αποδοχή των στόχων και των μέσων του «Δεν πληρώνω!» από πολίτες όλου του πολιτικού φάσματος, κυρίως όμως στην επιχειρηματολογία και τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται εναντίον του.

Η ανοιχτή χρήση του όρου «Κίνημα των Τζαμπατζήδων» από τους δημοσιογραφικούς βραχίονες του συστήματος εξουσίας δεν περνάει, αφού το δημοσιογραφικό star system φαίνεται αναξιόπιστο ως φερέφωνο (αν και πλέον είναι πολύ περισσότερα) αυτού του συστήματος. Τη σκυτάλη λοιπόν έχουν πάρει εδώ και καιρό μία σειρά πανεπιστημιακοί, οι οποίοι έχοντας το πλεονέκτημα ότι εμφανίζονται ως μη συνδεόμενοι με κάποιο κόμμα, επιχειρούν να επενδύσουν τις επιταγές του συνασπισμού εξουσίας με επιστημονική αυθεντία. Πρόσφατο παράδειγμα, ή μάλλον κρούσμα, το άρθρο της Βασιλικής Γεωργιάδου, καθηγήτριας Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο («Από την αντίσταση στην κομματική στρέβλωση», Το Βήμα, 13 Φεβρουαρίου 2011).

Η κ. Γεωργιάδου αρθρώνει τη θέση της σε τρεις άξονες:

Ο πρώτος είναι ότι το «Δεν Πληρώνω!» δεν συνιστά γνήσιο κίνημα «πολιτικής ανυπακοής», αφού «[οι] ενέργειες πολιτικής ανυπακοής στρέφονται μεν κατά του νόμου, εναρμονίζονται όμως με μια υπερκείμενη αρχή του δικαίου, την υπεράσπιση της οποίας επικαλείται η ηθική συνείδηση του ανυπάκουου πολίτη».

Όμως, κίνηση πολιτικής ανυπακοής αποτελεί, με βάση τις διεθνείς πρακτικές των κινημάτων, η σύγκρουση των διαδηλωτών με την αστυνομία όταν αυτή τους εμποδίζει από το να πραγματοποιήσουν μία πορεία στη διαδρομή που επιλέγουν ή όταν τους φράζει το δρόμο μπροστά από κάποιο κυβερνητικό κτίριο. Η κίνηση αυτή γίνεται με επίκληση του Συνταγματικού δικαιώματος της συνάθροισης και της κυκλοφορίας, άρα πληροί την προϋπόθεση της κ. Γεωργιάδου. Δεν θυμάμαι όμως ποτέ την ίδια ή και κάποιον άλλο ακαδημαϊκό αυτής της αντίληψης να εγκρίνουν ή έστω να αποδέχονται το θεμιτό μιας τέτοιας δράσης. Επίσης, το Σύνταγμα ορίζει ως υποχρέωση της Πολιτείας να μεριμνά ώστε να έχουν οι πολίτες εργασία. Αφού είναι προφανές πως η Πολιτεία θεσπίζοντας τους νόμους του Μνημονίου δεν ανταποκρίνεται σε αυτή τη Συνταγματική της δέσμευση, τι έχουν άραγε δικαίωμα να κάνουν οι πολίτες ως πολιτική ανυπακοή, επικαλούμενοι και πάλι την «υπερκείμενη αρχή του δικαίου», δηλαδή το Σύνταγμα; Μάλλον πολύ περισσότερα πράγματα από το να μην πληρώνουν εισιτήρια. Και τι θα μας έλεγε η κ. Γεωργιάδου σε μια τέτοια περίπτωση; Αναπάντητο το ερώτημα, ας πάμε παρακάτω.

Άξονας δεύτερος, το ζήτημα του προσωπικού κόστους της κινητοποίησης. «Ο ιδεότυπος του ανυπάκουου ενσαρκώνει το πρότυπο του αντι-τζαμπατζή: όχι μόνο δεν επωφελείται από ενέργειες άλλων, όπως κάνει ένας τυπικός λαθρεπιβάτης (freerider), αλλά αναλαμβάνοντας προσωπικό κόστος, που φτάνει μέχρι το ρίσκο της ποινικής δίωξης και καταδίκης του, επιδιώκει την παραγωγή ενός αποτελέσματος από το οποίο μπορεί να ωφεληθούν πολλοί άλλοι». Μάλιστα. Δηλαδή, για να είναι γνησίως αγωνιστική η στάση της άρνησης πληρωμής εισιτηρίου θα πρέπει να συνοδεύεται από την οικειοθελή πληρωμή του πολλαπλάσιου προστίμου! Η κυρία Γεωργιάδου, λοιπόν, μας εγκαλεί για το ότι δεν ανταποκρινόμαστε σε κάποιο μεσσιανικό πρότυπο αυτοθυσίας, μας κατηγορεί για το ότι δεν αυτοθυματοποιούμαστε και για το ότι δεν ακολουθούμε έναν απολύτως αναποτελεσματικό τρόπο δράσης, επιλέγοντας να πληρώνουμε πρόστιμα και να φυλακιζόμαστε, όπως προσφάτως μας απείλησε ο υπουργός Μεταφορών, προφανώς εμπνεόμενος από το ηρωικό πρότυπο που σκιαγράφησε η πανεπιστημιακός. Ιδού λοιπόν πώς επανέρχεται, αμπαλαρισμένη με πανεπιστημιακό κύρος, η άγαρμπη τοποθέτηση του Γιάννη Πρετεντέρη που είδαμε στην αρχή, για την «τζάμπα μαγκιά» των αγώνων χωρίς υψηλό προσωπικό κόστος.

Άξονας τρίτος, το καταπληκτικό δίπολο «καλοί άνθρωποι – κακά κόμματα». Με τα λόγια της κ. Γεωργιάδου «τα άτομα επιδιώκουν να αλλάξουν την πραγματικότητα της καθημερινής τους ζωής και αναλαμβάνουν το ρίσκο της συμμετοχής σε πράξεις ανυπακοής, ενώ τα κόμματα επιδιώκουν τη δική τους επιβίωση στην πολιτική σκηνή. […] Με ένα τέτοιο σχέδιο υπονομεύονται μορφές συλλογικής δράσης της κοινωνίας πολιτών, καθώς η ικανότητά της να πετύχει στόχους που ωφελούν τη δική της ζωή θυσιάζεται στον βωμό της υπεράσπισης των κεκτημένων των ισχυρών και των ιδιοτελών συμφερόντων παρωχημένων κομματικών σχηματισμών». Εδώ δεν πρόκειται απλώς για την εξωραϊσμένη αναδιατύπωση μίας πολιτικής επιταγής, αλλά για την εκλεπτυσμένη έκφραση ενός σχήματος που αν η κ. Γεωργιάδου αντιμετώπιζε σε γραπτό προπτυχιακού φοιτητή θα του επεσήμανε πως είναι υπόφορος προεπιστημονικών απόψεων και θα τον απέρριπτε. Έχουμε μπροστά μας τη χρήση μίας εξόχως απολίτικης αντίληψης (με σαφή όμως, εδώ, πολιτική στόχευση) για τη σχέση πολιτών – κομμάτων, που αναπαράγει τους επιφανειακούς τηλεοπτικούς αφορισμούς που εκτοξεύονται από περσόνες τύπου Αντώνη Κανάκη και καλούν τους πολίτες σε απομάκρυνση από τα, συλλήβδην «κακά», κόμματα και σε ενιαία δράση, ως εάν η κοινωνία να ήταν ομοιογενής και χωρίς αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα. Βλέπουμε μία μονόπλευρη πρόσληψη των κομμάτων ως μηχανισμών που στοχεύουν βασικά στην αναπαραγωγή τους, από την οποία μάλιστα αποκλείονται σιωπηρά και ατεκμηρίωτα όλα τα υπόλοιπα κόμματα πλην αυτών της Αριστεράς. Όλος ο πλούτος των αναλύσεων του κομματικού φαινομένου και του σύνθετου, ως και αντιφατικού, ρόλου των κομμάτων καταρρέει μπροστά στην προτροπή «προσοχή, μακριά από τα κόμματα».

Ο λόγος της κ. Γεωργιάδου λοιπόν, είναι ένας από τους πολλούς των αρθρογραφούντων πανεπιστημιακών που δεν αποτελούν πρωτίστως επιστημονική ανάλυση, αλλά πολιτική δήλωση. Αυτό που φαίνεται να οραματίζονται είναι μία δημοκρατία χωρίς κόμματα. Δεν πρόκειται όμως γι΄ αυτό. Στην πραγματικότητα ελπίζουν σε μία κοινωνία χωρίς τα συγκεκριμένα αριστερά κόμματα, αλλά δεν μπορούν να το πουν. Ψελλίζουν μόνο κάποια ψυχροπολεμικής έμπνευσης φοβικά φληναφήματα, πως ενώ οι πολίτες αγωνίζονται για να ικανοποιήσουν τα (δίκαια) αιτήματα τους, τα κόμματα εκμεταλλεύονται αυτούς τους σκοπούς και τους συνδέουν με ευρύτερους, όπως η αλλαγή του κοινωνικού συστήματος. Πρόκειται για “ποινικοποίηση” μίας από τις βασικές πολιτικές λειτουργίες των κομμάτων, της συνάρθρωσης επιμέρους και συνολικών αιτημάτων. Ακόμη χειρότερα, θυμίζουν χωροφύλακα σε κάποια επαρχεία της καχεκτικής ελληνικής δημοκρατίας του ’60 που λέει στους κατοίκους για την Αριστερά και το Κίνημα της Ειρήνης: «Μην τους ακούτε αυτούς που σας λένε πως θέλουν ειρήνη: στην πραγματικότητα θέλουν να φέρουν τον κομμουνισμό και να σας πάρουν την περιουσία». Μόνο που τότε, όπως και τώρα, η περιουσία την οποία μας καλούνε να διαφυλάξουμε οι πανεπιστημιακοί και άλλοι συμπαραστάτες της Μνημονιακής πραγματικότητας δεν είναι η δική μας…