Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2012

Πότε έφτασα μέχρι εδώ . . . ;



Όταν είσαι μικρός ζεις και όταν είσαι μεγάλος θυμάσαι. Κάπου στην πορεία ανάμεσα στα δύο, στέκεσαι και κοιτάζεις. Μπρος και πίσω. Θυμάσαι και φαντάζεσαι. Και από όποιο μίγμα είναι η θύμηση, από το ίδιο είναι και η φαντασία. Και τώρα, στα 30, θυμάμαι. Μην τσιμπάτε, δεν μπαίνω στην επόμενη δεκαετία, κλείνω την προηγούμενη! Αλλά το δεκαδικό σύστημα μας παραπλανά… 

Θυμάμαι. Και μου αρέσει που μπορώ να το κάνω. Και κουβαλάω αρκετά πράγματα μέσα σε λίγο χρόνο.

Όταν γεννιέσαι το 1982, για εσένα είναι απλώς 30 χρόνια πριν. Για αυτούς που σε γέννησαν, ήταν 8 χρόνια μετά το τέλος της Χούντας. Άλλη οπτική, άλλη αλήθεια.

Θυμάμαι σαν σε όνειρο την Ελλάδα του ‘80. Και διάφορες λέξεις και ονόματα, σαν φυγοκεντρισμένα με μεγάλη ταχύτητα, πεταμένα εδώ κι εκεί: Κάθαρση, Γκάλης, ντίσκο,  Μαραντόνα, πανκ, Αντρέας, Μητσοτάκης, βίντεο, πειρατεία, ιδιωτική τηλεόραση, ειδικό δικαστήριο. Δεν το έζησα το ’80. Ευτυχώς, από ό,τι φαίνεται. Όσοι ζήσαν την εφηβεία τους τότε, έπρεπε να γλιτώσουν από πολύ κιτς υπερβολή και άκρατο νεοελληνισμό για την παλέψουν. Ας είναι.

Θυμάμαι στο τέλος του ’80 το Τέλος ενός κόσμου. Μου αρέσει που μπορώ να θυμάμαι στην τηλεόραση την Πτώση του Τείχους και τις οικογένειες που ξανασυναντιούνταν. Την εκτέλεση του Τσαουσέσκου και της Έλενα και τους στρατιώτες που έπρεπε να τραβήξουν κλήρο, γιατί ήταν τόσοι πολλοί αυτοί που ήθελαν να μπουν στο εκτελεστικό απόσπασμα. Την απελευθέρωση του Μαντέλα και το τέλος του Απαρτχάιντ. Μου αρέσει που θυμάμαι αυτές τις κόκκινες γραμμές της Ιστορίας. Τις μεγάλες μεταβάσεις. Ίσως και για αυτό να ζω τώρα λίγο με την Ιστορία.

Μου αρέσει που θυμάμαι την τηλεόραση να κλείνει στις 12 το βράδυ με τον εθνικό ύμνο και τη σήμα με τον τσομπανάκο και τη φλογέρα και να ξεκινάει το μεσημέρι της επόμενης. Αν και δεν θα ήθελα το ζω τώρα. Θυμάμαι την εκπαιδευτική τηλεόραση και το Θέατρο της Δευτέρας. Και τις ατελείωτες μελαγχολίες των απογευμάτων της Κυριακής, όταν το ηλιοβασίλεμα θύμιζε το σχολείο της επομένης. Γιατί ήταν σαν κάτι να μου έλειπε. Σαν να ήθελα πολύ να μεγαλώσω, γιατί είχα πολλά να κυνηγήσω.

Θυμάμαι τις αρχές του ’90. Η ιδιωτική τηλεόραση εφορμά. Ως τότε, λίγους αποκαλούσαν οι Έλληνες με το μικρό τους όνομα. Τον Μίκη, τον Μάνο, τη Μελίνα, τον Αντρέα. Και τότε στη ζωή μας μπαίνει η Ρούλα. Και ο εκφυλισμός μόλις άρχιζε. 

Τα τηλεπαιχνίδια χαρίζουν κάθε λογής πράγματα που μόλις τότε, σχεδόν μαγεμένοι, μαθαίνουμε πως υπάρχουν. Τα δελτία ειδήσεων είναι μισάωρα. Στήνουν πάρτυ με την υπόθεση των σατανιστών. Και ο Αλέξης Κούγιας μπαίνει στις ζωές μας. Και σε λίγο, το Μακεδονικό. Στο σχολείο τραγουδάμε όλοι μαζί «Μακεδονία ξακουστή, του Αλεξάνδρου η χώρα». Είμαι 10 χρονών και τραγουδάω και ξαφνικά σταματάω, γιατί αν συνέχιζα θα έκλαιγα από την ένταση της περηφάνειας. Και ο πατέρας μου να λέει: «50 χρόνια πίσω γυρίσαμε...». Και δεν καταλάβαινα. Τότε. Και ήρθαν τα συλλαλητήρια. Εκατοντάδες χιλιάδες λαού στους δρόμους. Όλοι ένιωθαν Μακεδόνες, ακόμη κι αν ήταν απ’ τα… Φάρσαλα. Η εθνική υπερηφάνεια βάδιζε στους δρόμους της Θεσσαλονίκης χέρι – χέρι με κάποιους που σαν ματαιωμένα καρναβάλια τριγυρνούσαν ντυμένοι Μεγαλέξανδροι, με πανοπλίες και περικεφαλαίες. Και έφτιαχνε μια ταυτότητα που θα τυραννούσε βάναυσα αυτήν την πόλη για πολλά πολλά χρόνια ακόμη. Και σε λίγο καιρό πανηγύρια, γιατί λέει στην Αμερική βγήκε πρόεδρος ο Μπιλ Κλίντον, που είχε σύμβουλο τον Τζορτζ Στεφανόπουλο, που ήταν Έλληνας. Και ο Κλίντον θα βοηθούσε την Ελλάδα. Και σε λίγο αναγνώριζε κι αυτός τη «γείτονα χώρα» ως Μακεδονία. Ίσως επειδή, όπως ξαφνικά όλη η Ελλάδα ανακάλυψε, ο Τζορτζ Στεφανόπουλος δεν ήξερε ούτε λέξη ελληνικά. Τι να πεις…

Θυμάμαι λίγο πιο πριν. Το μαδέρι με την κόκκινη σημαία να βγαίνει πίσω από τον καναπέ που ήταν πάντα αφημένο, να γεμίζει το μικρό χέρι και σε λίγο να κουνιέται μπροστά στον Κύρκο. ΚΚΕ Εσωτερικού. Πολιτική. Αριστερά. Ελευθερία. Δημοκρατία. Πολλές λέξεις. Πολλή τύχη. Και λίγο αργότερα. Πολλά πια, πάρα πολλά. Πόλεμος στον Κόλπο. Ένας πόλεμος για την τηλεόραση. Σαντάμ Χουσείν, λέει. Σκουτ και Πάτριοτ αλληλοεξουδετερώνονται. Πόλεμος για το πετρέλαιο. Όχι για την ελευθερία; Όχι για τη δημοκρατία; Περίεργα πράγματα… Και κάπου εκεί εκλογές. Και ο Συνασπισμός εκτός Βουλής. Με τη Δαμανάκη. Οκ, το κατάλαβα. Είμαστε μικρό κόμμα. Αυτή είναι η ταυτότητά μας. Δεν πειράζει, είμαστε Αριστερά, έχουμε δίκιο. Εδώ θα μπω όταν μεγαλώσω. Εδώ είμαι ήδη.

Οι Ολυμπιακοί της Ατλάντα και η Ελλάδα ανακαλύπτει πως στην νέα της εποχή μπορεί να παίρνει χρυσά μετάλλια. Κι ένα παιδί ανακαλύπτει πως αν σηκώνεις ντενεκέδες στην οικοδομή είσαι Αλβανός, κι αν σηκώνεις μπάρες με βάρη στο τερέν είσαι Βορειοηπειρώτης. Άνοιγμα συνόρων. Νέες λέξεις. Μετανάστες, σύνορα, διαβατήρια. Αλβανοί! Νέα ονόματα, νέων χωρών που πετάγονται ξαφνικά στο χάρτη. Μα που ήταν κρυμμένες αυτές; Εκεί που ο χάρτης ήταν κόκκινος, μάλλον. Και κάπου εκεί και ένας πόλεμος. Στη Γιουγκοσλαβία. Γιατί; Έλα ντε… Και πάλι νέα ονόματα, νέων χωρών που όλο και μίκραιναν. Μητσοτάκης, Παπανδρέου. Τέλος. Και Σημίτης. Άντε, να σοβαρευόμαστε. Άντε πάλι νέες λέξεις. Ανάπτυξη, υπευθυνότητα, όραμα, Ευρώπη, εκσυγχρονισμός, χρηματιστήριο, ισχυρή Ελλάδα. Και μέχρι το τέλος του αιώνα κι άλλος ένας πόλεμος. Σερβία και ο Κλίντον (αυτός ντε, που είχε τον Έλληνα σύμβουλο; Έ, τον έδιωξε!) να βομβαρδίζει στη γειτονιά μας. Και όχι μόνο ο Κλίντον. Όλοι. Κι εμείς δίνουμε γη και αέρα. Γιατί «Πρώτα η Ελλάδα».

Και η συνέχεια κάπως πιο γνωστή. 2000. Και πανεπιστήμιο και Αθήνα. Και Νεολαία Συνασπισμού. «Ποιου; Του Κωνσταντόπουλου, ξέρετε; Α, ναι, στο 3%… Και τι είστε, κάτι ανάμεσα σε ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ; Όχι, εμείς θέλουμε σοσιαλισμό με δημοκρατία και ελευθερία. Α, κάτι σαν το ΠΑΣΟΚ δηλαδή; Όχι…». Φοιτητικός συνδικαλισμός. Και ΔΑΡΑΣ. Και εκλογές. «Μα τι ζώα είναι αυτοί οι ΔΑΠίτες;!» Και Θεσσαλονίκη 2003. Και ο ΣΥΡΙΖΑ στη γέννησή του, το 2004. Με το ζόρι στη Βουλή. Πανηγυρίζουμε για το 3,3%. Σε 8 χρόνια θα στεναχωριόμαστε για το 27%. Τι περίεργη ζωή… Και Ευρωπαϊκό Φόρουμ στην Αθήνα. Οκ, κάναμε κάτι μεγάλο. Συμμετέχουμε σε κάτι μεγάλο. Και σε λίγο… Άρθρο 16. Η περηφάνια μας! Το φοιτητικό κίνημα επιτέλους έξω από εισαγωγικά. Μπορούμε να αγωνιζόμαστε. Μπορούμε να νικάμε. Να νικάμε! Εμείς, στο τώρα, όχι κάποιοι άλλοι στο μέλλον. Μια σταλιά, σχεδόν ένα τίποτα και αναποδογυρίζουμε τη συνταγματική αναθεώρηση. Και κάποιοι αστείοι μας έλεγαν πως δεν είναι νίκη. Και τι είναι, ήττα;;;

Και Αλαβάνος και Τσίπρας και ξανά Αλαβάνος και κόντρα Τσίπρας. Κι ο Δεκέμβρης του 2008. Μια χώρα να χάνει τη χαρά της και μια γενιά την αθωότητά της. Και πώς να χωρέσει στο μυαλό ο τάφος ενός 15χρονου; Και πώς να χωρέσει ο δρόμος την οργή; Και Ευρωεκλογές και κρίση και ξανά εκλογές. Και κάπου μέσα σε όλα αυτά, πτυχίο, μεταπτυχιακό, διδακτορικό. Κι ένας φοβερός γάτος. Και μετακομίσεις, περίεργες και ιδιαίτερες σχέσεις με πολλές ιστορίες για το τέλος και χωρισμοί και αστεία ζωή. Και ωραία ζωή. Και γουστάρω που είμαι νέος τώρα, που τα πράγματα είναι δύσκολα. Γιατί μπορώ να τα παλέψω. Γιατί έχω τους συντρόφους μου και τους φίλους μου. Γιατί έχω αυτές κι αυτούς που αγαπώ, έχω το μέλλον μου, ακόμη κι αν το παρόν μου συχνά – πυκνά καίγεται μέσα στα χημικά. Ας είναι. Καλύτερα έτσι. Ζωή χωρίς αγώνα ποτέ δεν την ονειρεύτηκα.

Στο κλείσιμο, τώρα, των 30 επέλεξα να θυμηθώ και να μιλήσω για τα γενικά, τα συλλογικά. Για τα εντελώς δικά μου, θα ήταν δύσκολο να μιλήσω. Γιατί θα είχα να πω πάρα πολλά και θα μπορούσα να πω πολύ λίγα. Για κάποιες παιδικές στιγμές, που άλλες έγιναν μνήμες και άλλες τραύματα. Για τον παππού μου, που πέθανε όταν ήμουν μικρός και από τότε μάθαινα να είμαι όλο και πιο περήφανος για τον πεισματάρη Πόντιο ΕΛΑΣίτη, που μικρός πήγαινε στο σχολείο με τα πόδια και κάθε τόσο τον διώχνανε για πολιτική δράση, και να του χρωστάω χάρη που όλο να του την ξεπληρώνω πρέπει και όσο το κάνω τόσο πιο μεγάλη γίνεται, αυτή η κατακκόκινη χάρη. Για τους γονείς μου, που θα έπρεπε μόνο τρεις λέξεις να πω για όσα έκαναν και είναι: αγάπη – αγώνας – ήθος. Γιατί αν πω παραπάνω, θα με πιάνει πάλι εκείνη η περηφάνια κι εκείνο το δάκρυ που με έπιανε τότε στα 10, με το «Μακεδονία Ξακουστή». Αλλά τώρα δεν θα ήταν παραπλάνηση, θα ήταν όλη η αλήθεια, στην πιο καθαρή της μορφή. Αυτής που βγαίνει από τα μάτια. Για κάτι ξεχασμένους πόνους, από αυτούς που έχουμε όλοι. Για πολλά, μικρά και μεγάλα. Που αφορούν εμένα. Που είναι για κουβέντες κι όχι για σημειώματα. Γιατί εδώ σημειώνω όσα πέρασαν. Και τώρα φτάνει. Γιατί πρέπει να αρχίσουμε να γράφουμε αυτά που θα γίνουν. Για ένα ραντεβού στα επόμενα 30 χρόνια και σε κάθε μέρα ως τότε. Μέσα στη μικρή και στη μεγάλη Ιστορία μας. Τα λέμε έξω. Σας ευχαριστώ.


Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

Νέοι και Κοινωνία 14/10/2012


07:10, 33:30, 50:30

Εκδήλωση Νεολαίας ΣΥΝ Τρίπολης, Ιανουάριος 2012


Συνέδριο Solid, Μάρτιος 2011, Αννόβερο.


Κανένας χρυσαυγίτης μόνος του στην κρίση!

Η παρουσία του φασίστα Μιχαλολιάκου, αρχηγού της Χρυσής Αυγής, στον ΣΚΑΙ, αλλά κυρίως η παρουσία του δημοσιογράφου του σταθμού, Κωνσταντίνου Μπογδάνου, απέδειξε με τον καλύτερο και τον πιο κρυστάλλινο τρόπο το γιατί πρέπει, ξεπερνώντας τα αντανακλαστικά και τις συνήθειές μας, να μην αφήνουμε πλέον σε κανένα δημόσιο βήμα τους χρυσαυγίτες χωρίς αντίλογο. Η ένδεια των επιχειρημάτων του δημοσιογράφου του ΣΚΑΙ (αποδεικνύοντας για άλλη μία φορά πως δεν μπορείς να έχεις καμία σοβαρή απαίτηση από τους δημοσιογράφους που έχουν βγάλει το μεγάλο σχολείο των ανεγκέφαλων της… ΔΑΠ), που το μόνο που κατάφερνε να κάνει είναι να αναμασά – ανεπιτυχώς και ενοχλητικά – τα επιχειρήματα για τις ναζιστικές καταβολές της Χρυσής Αυγής, βασισμένα μόνο σε πρωτοσέλιδα του εντύπου της φασιστικής συμμορίας και σε φωτογραφίες των μελών της, κατάφερε να κάνει τον Μιχαλολιάκο συμπαθή. Αποσπασματικές ερωτήσεις, δήθεν (και για αυτό εκνευριστική) ευγένεια και μια χαρακτηριστική αδυναμία να ξεφύγει από τα πρωτόλεια επιχειρήματα κατά της Χρυσής Αυγής που έχουν εξαντλήσει τη δυναμική τους ήδη από την προεκλογική περίοδο.

Αυτό το τελευταίο είναι και το πιο κρίσιμο. Οι δημοσιογράφοι των μεγάλων ΜΜΕ αλλά και οι πολιτικοί του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ δεν είναι σε θέση να απαντήσουν αποτελεσματικά στη Χρυσή Αυγή. Όχι μόνο επειδή είναι φθαρμένα στελέχη ενός απεχθούς συστήματος και άρα αναξιόπιστοι πομποί του οποιουδήποτε μηνύματος, που καταλήγουν να ενισχύουν κάτι όταν του κάνουν κριτική. Αλλά κυρίως, επειδή η επιχειρηματολογία τους δεν μπορεί να ακουμπήσει τα κρίσιμα σημεία που θα αποδομούσαν ριζικά τη Χρυσή Αυγή, τα σημεία που αφορούν την ουσία της πολιτικής της, ειδικά όπως αυτή ξεδιπλώνεται (και εκτίθεται) μέσα στην κρίση.

Έτσι λοιπόν, κάθε φορά που ο Μιχαλολιάκος ένιωθε να στριμώχνεται, πετούσε στον Μπογδάνο μια μπηχτή για τη Ζίμενς, τους μεγαλοδημοσιογράφους που φρουρούνται από την αστυνομία, τις ΜΚΟ που σχετίζονται με τον όμιλο Αλαφούζου και έφερνε με τη σειρά του αυτόν σε δύσκολη θέση, διότι τον εμφάνιζε ως εκπρόσωπο του φθαρμένου συστήματος εξουσίας. Επομένως, ο Μπογδάνος, και κάθε δημοσιογράφος που δρα ως εκπρόσωπος επιχειρηματικών και πολιτικών συμφερόντων, δεν μπορεί να εκθέσει πολιτικά την στάση της Χρυσής Αυγής, διότι αυτό θα επέβαλλε να συγκρουστεί με τα συμφέροντα που υπηρετεί και τις αντίστοιχες πολιτικές αντιλήψεις.

Δεν υπάρχει πλέον άνθρωπος που να μην έχει ακούσει πως η Χρυσή Αυγή είναι μια «νεοναζιστική, ρατσιστική, εθνικιστική» οργάνωση. Και δεν υπάρχει κανένας από αυτούς που την ψηφίζουν που να τον νοιάζει. Δεν το θεωρούν σημαντικό, δεν πιστεύουν πως η Χρυσή Αυγή θα μπορέσει ποτέ να έρθει στην εξουσία και να ανοίξει στρατόπεδα συγκέντρωσης ή απλώς – οι λιγότεροι – το εγκρίνουν. Θέλουν να την χρησιμοποιήσουν σαν μαστίγιο απέναντι στο σύστημα. Να το τιμωρήσουν και να το ξυπνήσουν. Επομένως, ο καλύτερος τρόπος για την αντιμετώπιση της Χρυσής Αυγής δεν είναι πλέον ούτε η Ιστορία, ούτε η «καθαρή» ιδεολογία. Το προνομιακό πεδίο πάλης είναι το βασικό, το ταξικό. Μόνο εμείς, λοιπόν, μπορούμε να εγκαλέσουμε τη Χρυσή Αυγή για το ότι ψηφίζει στη Βουλή υπέρ του χαρίσματος των χρεών των ποδοσφαιρικών ομάδων, κατά της εξεταστικής για τη Ζίμενς, υπέρ του Λάτση και υπέρ της πώλησης της Αγροτικής Τράπεζας και πως αγωνίζονται υπέρ ιδιοκτητών πάρκινγκ και εναντίον λαϊκών δημοτικών αρχών. Γιατί μόνο εμείς είμαστε απέναντι σε αυτές τις πολιτικές που προωθεί και η Χρυσή Αυγή. Μόνο εμείς μπορούμε να τους πούμε πως είναι τζάμπα μάγκες, γιατί αντί να στραφούν εναντίον των τραπεζιτών και των εφοπλιστών, χτυπάνε αυτούς που καθαρίζουν τα τζάμια των τραπεζών και τα καταστρώματα των πλοίων. Στη συνέντευξη στον ΣΚΑΙ, όταν ο δημοσιογράφος ρωτούσε για τις ναζιστικές καταβολές της Χρυσής Αυγής, ο Μιχαλολιάκος γινόταν ηγεμονικός επειδή απαντούσε πως το θέμα δεν είναι ο Χίτλερ αλλά «η μάνα στο Πέραμα που δεν έχει να ταϊσει τα παιδιά της εξαιτίας του Μνημονίου». Εκεί λοιπόν, ο μνημονιακός δημοσιογράφος σιωπά. Το βουλώνει. Κιτρινίζει και αλλάζει θέμα. Ενώ εμείς θα λέγαμε ότι από αυτήν τη γυναίκα που πράγματι πεινάει λόγω του Μνημονίου, εμείς ζητάμε να έρθει μαζί μας για να ακυρώσουμε το Μνημόνιο, να βάλουμε τις τράπεζες υπό δημόσιο έλεγχο και να αυξήσουμε τη φορολογία του μεγάλου κεφαλαίου και των εφοπλιστών, ενώ ο Μιχαλολιάκος έχει να της προτείνει μόνο «να φύγουν οι ξένοι»!

Ας συνειδητοποιήσουμε τη σημασία δύο πραγμάτων και ας φερθούμε αναλόγως. Πρώτον, πως η Χρυσή Αυγή δεν είναι πλέον στο 0,1%, για να υιοθετούμε απέναντί της την τακτική του μη διαλόγου, για να μην της δώσουμε βήμα και την νομιμοποιήσουμε, όπως κάναμε παλαιότερα. Αλλάζουν οι συνθήκες, αλλάζουν και οι τακτικές μας. Δεύτερον, πως εμείς, η Αριστερά και ο ΣΥΡΙΖΑ, είμαστε η μόνη καθαρή δύναμη, το μόνο τίμιο πρόσωπο της πολιτικής στη χώρα. Άρα, οι μόνοι που μπορούν να αποδομήσουν τη Χρυσή Αυγή. Και επομένως, πως δεν έχουμε το περιθώριο να αποσυρθούμε από αυτήν την «πρόσωπο με πρόσωπο» αντιπαράθεση. Και κάτι ακόμη. Ψυχραιμία. Ούτε είμαστε εμείς από κάτω, ούτε η Χρυσή Αυγή βαδίζει προς την εξουσία. Ας μην αφήνουμε τον πανικό να κερδίζει έδαφος. Ας αντιμετωπίσουμε την κατάσταση όπως έχει. Όπως αρμόζει σε αριστερούς.

Τρίτη 28 Αυγούστου 2012

Όταν το ΚΚΕ αδειάζει το… ΚΚΕ



Στις εκλογές του 2007 μία από τις βασικές τακτικές του ΚΚΕ ήταν να καλεί τους ψηφοφόρους, ακόμη κι αν διαφωνούν με τις θέσεις του, να το ψηφίσουν αναγνωρίζοντας την σταθερότητα του. Το σλόγκαν ήταν ενδεικτικό: «Το ΚΚΕ δεν σου είπε ποτέ ψέματα». Πρόκειται για μια στάση εξαιρετικά συντηρητική και περιορισμένων πολιτικών προοπτικών, άρα απαράδεκτη για ένα κόμμα της κομμουνιστικής Αριστεράς. Μία πολιτική δύναμη που επιδιώκει την κοινωνική αλλαγή δεν μπορεί να έχει ως κύριο επιχείρημα τη σταθερότητα της (έτσι, γενικώς) ούτε να έχει ως βασικό στόχο την ψήφο των διαφωνούντων, χωρίς τη στοιχειώδη αλλαγή των συνειδήσεών τους. Αν κάποιος από τους αντιπάλους του ΚΚΕ εκφωνούσε μία τέτοια θέση, θα κατηγορούνταν αμέσως για καθαρό οπορτουνισμό.

Υπάρχει όμως και μια πραγματολογική διάσταση στο ζήτημα της περιβόητης σταθερότητας του ΚΚΕ. Πράγματι, όπως έλεγε και η διαφήμιση, «το ΚΚΕ δεν είπε ποτέ ψέματα». Απλώς, κατά καιρούς άλλαζε αλήθειες, δηλαδή θέσεις! Οι αλλαγές αυτές, ενίοτε ριζικές, δεν επισημαίνονται από τα στελέχη του. Είναι όμως αρκετές, τόσο σε αναλύσεις όσο και σε ζητήματα τακτικής και στρατηγικής. Λογικό για μια ζωντανή συλλογικότητα, ασύμβατο όμως με την περίφημη ατσάλινη εικόνα του ΚΚΕ.

Στο επίπεδο της ανάλυσης, η πιο μεγάλη στροφή του ΚΚΕ ήταν στο ζήτημα της πτώσης της Σοβιετικής Ένωσης. Το ΚΚΕ υποστήριζε πάντα πως η ΕΣΣΔ κατέρρευσε λόγω της δράσης του Γκορμπατσόφ, που αποτελούσε πράκτορα των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Μέχρι που ξάφνου το 2009, στο 18ο συνέδριο του, το ΚΚΕ αναλύει εκ νέου τα γεγονότα και καταλήγει στο ότι η παλινόρθωση του καπιταλισμού είχε αρχίσει ήδη από τους διαδόχους του Στάλιν. Πρόκειται για μια μεγάλη αλλαγή, η οποία στον λόγο του ΚΚΕ δεν εμφανίζεται ως τέτοια.   

Σε επίπεδο τακτικής και στρατηγικής, η πιο μακρινή αλλαγή που μπορεί να θυμηθεί κανείς είναι αυτή σε σχέση με τον ΣΥΝ: Με ηγεσία Γκορμπατσόφ, γραμμή του ΚΚΕ είναι ο ενιαίος Συνασπισμός. Με την ανατροπή του Γκορμπατσόφ, γραμμή γίνεται η αποχώρηση από το σχήμα. Αλλά ας πάμε στα πιο πρόσφατα. Η γραμμή του ΚΚΕ για το εργατικό κίνημα και τις σχετικές συμμαχίες δεν είναι γραμμική και ενιαία, δεν είναι ίδια πριν και μετά τη δημιουργία του ΠΑΜΕ. Ενώ τη δεκαετία του ’80 αλλά και του ‘90 η στάση του κόμματος ήταν πιο ανοιχτή, η δημιουργία του ΠΑΜΕ σηματοδότησε τη μετάβαση σε μια πολύ πιο σκληρή στάση άρνησης κάθε συνεργασίας και αντίληψης των κινημάτων πρωτίστως ως πεδίο κομματικής οικοδόμησης.

Άλλες επιμέρους αλλαγές και… κωλοτούμπες μπορεί κανείς να σταχυολογήσει πολύ εύκολα, απλώς ανασκοπώντας την πολιτική συγκυρία των τελευταίων χρόνων. Το 2005  πραγματοποιήθηκαν τα δημοψηφίσματα για το Ευρωσύνταγμα. Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ζήτησε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος και στην Ελλάδα το ΚΚΕ αρνήθηκε, υποστηρίζοντας πως το αποτέλεσμα θα ήταν σίγουρα υπέρ του Ευρωσυντάγματος, προσφέροντας του έτσι μία επιπλέον ψευδονομιμοποίηση. Τρομακτική τυφλότητα ενός αριστερού κόμματος που δεν μπορεί να αναγνωρίσει μία τέτοια διαδικασία ως ευκαιρία για πολιτική ενημέρωση και δραστηριοποίηση του κόσμου. Όταν όμως στη Γαλλία άρχισε να διαφαίνεται η προοπτική της νίκης του «Όχι», το ΚΚΕ ξαφνικά το… γυρίζει και απαιτεί δημοψήφισμα! Την ίδια χρονιά ξεσπάνε στα προάστια του Παρισιού τα βίαια επεισόδια της εξέγερσης των μεταναστών. Το ΚΚΕ βλέπει με συμπάθεια τους εξεγερμένους και κατηγορεί τον Σαρκοζί πως, εστιάζοντας στο βίαιο χαρακτήρα των επεισοδίων, αποφεύγει την ανάληψη πολιτικών ευθυνών. Χαρακτηριστικοί είναι οι τίτλοι του Ριζοσπάστη, όπως «η τυφλή βία δεν έχει τυφλά αίτια». Όταν οι ταραχές χτύπησαν και τη δική μας πόρτα τον Δεκέμβρη του 2008, το ΚΚΕ, θαρρείς και ήταν ένα άλλο κόμμα, περιορίστηκε στις καταγγελίες προς τον ΣΥΡΙΖΑ τον οποίο και άφησε μόνο του να αναδεικνύει τη σχέση της βίας με την κοινωνική καταπίεση.

Το 2006, στο κίνημα για το άρθρο 16, η ΚΝΕ αρνούνταν πεισματικά να συμφωνήσει στις Γενικές Συνελεύσεις σε κοινά πλαίσια με τις υπόλοιπες δυνάμεις της Αριστεράς. Τις κατηγορούσε πως τα πλαίσια τους ήταν λειψά και προδοτικά αφού δεν περιελάμβαναν όλα τα «σωστά» αιτήματα και πως «χωρούσαν» ακόμη και την ΠΑΣΠ, αφού τα στήριζε. Τέλος, δεν αποδεχόταν ως μορφή πάλης τις καταλήψεις. Μόλις όμως έχασε τις Γενικές Συνελεύσεις σε όλα τα ΑΕΙ της Ελλάδας, η ΚΝΕ μπήκε στα κοινά πλαίσια, δέχτηκε το περιεχόμενο τους και τα ψήφιζε μαζί με την ΠΑΣΠ!

Θα αναφέρουμε και τα πιο πρόσφατα δείγματα. Το καλοκαίρι του 2011 το ΚΚΕ άλλαξε τρεις φορές θέσεις για τους Αγανακτισμένους. Ξεκίνησε με μία δήλωση της Αλέκας Παπαρήγα που αναγνώριζε έναν πολιτικό χαρακτήρα στο κίνημα και το έβλεπε κριτικά μεν αλλά με διακριτική συμπάθεια και μια σχετική διάθεση προσέγγισης.  Λίγο αργότερα, όταν το κίνημα οξύνθηκε και το ΚΚΕ έμεινε απέξω, η γραμμή του έγινε πολύ πιο σκληρή και απολύτως απορριπτική για τους Αγανακτισμένους. 

Χαρακτηριστική είναι επίσης η στάση στο ζήτημα της Ευρώπης. Η πάγια θέση του ΚΚΕ μιλούσε για έξοδο από την ΟΝΕ και την ΕΕ. Σε συνέντευξη της τον Μάιο, η Αλέκα Παπαρήγα δήλωσε όμως πως «η λύση έξω από το ευρώ και δραχμή στις παρούσες συνθήκες είναι καταστροφική».  Ακολούθησαν άρθρα στελεχών του ΚΚΕ –ακόμη και σχετική καμπάνια με αφίσες– που ανασκεύαζαν την δήλωση της Παπαρήγα και επανέφεραν την προηγούμενη θέση του ΚΚΕ, χωρίς όμως να καταφέρνουν να κρύψουν τη μάχη γραμμών που αποκαλύφθηκε πως εξελίσσεται εντός του ΚΚΕ. Πρόσφατος είναι και ο χοντροκομμένος ελιγμός που αναγκάστηκε να κάνει το κόμμα για το «κίνημα της πατάτας», όπου μετά την πρώτη του σκληρή ανακοίνωση,  αναγκάστηκε να βγάλει δεύτερη πιο ήπια και να αποδώσει τις εντυπώσεις που δημιούργησε η πρώτη σε διαστρέβλωσή της από τα ΜΜΕ.

Τέλος, η στάση του ΚΚΕ έναντι της Ακροδεξιάς έχει επίσης παλινωδίες. Μετά τις εκλογές του 2007 η Α. Παπαρήγα δήλωνε, ως αντιπαράθεση προς τον ΣΥΡΙΖΑ που επέμενε να τονίζει το θέμα, πως δεν είναι σημαντικό το ότι μπήκαν στη Βουλή μερικοί βουλευτές του ΛΑΟΣ. Όταν όμως τα ποσοστά του ΛΑΟΣ αυξήθηκαν, το ΚΚΕ άρχισε να επιτίθεται στο κόμμα του Καρατζαφέρη, μιλώντας για επικίνδυνα φαινόμενα εθνικισμού. Σήμερα, εν όψει της ανόδου της Χρυσής Αυγής αλλάζει και πάλι στάση και υποβαθμίζει το φαινόμενο της  ακροδεξιάς κοινωνικής μετατόπισης και την ανάγκη για ιδιαίτερο αγώνα εναντίον των νεοναζί, καθησυχάζοντας τον κόσμο και αντιμετωπίζοντας την Χ.Α., με πρωτοφανή πολιτική τυφλότητα, απλώς ως έναν ακραίο χώρου που στη Βουλή θα γίνει συμβατικός, που «θα βάλει γραβάτες και θα κοινοβουλευτικοποιηθεί»!

Στο διά ταύτα λοιπόν: Όλα αυτά δεν καταγράφονται για να καταδείξουμε το ΚΚΕ ως ένα κόμμα αφερέγγυο, αλλά ως ένα κόμμα που μακράν απέχει της εικόνας που διαμορφώνει για τον εαυτό του και που αντιπαραβάλει με την αφερεγγυότητα των υπολοίπων ως στοιχείο που υποτίθεται ότι μπλοκάρει τη δυνατότητα συνεργασιών. Άρα, για να αφαιρέσουμε μία από τις δικαιολογίες με τις οποίες υποστηρίζεται η άρνηση των συμμαχιών. Κυρίως όμως, η καταγραφή γίνεται για έναν άλλο λόγο. Για να φανεί ότι αν τελικά, σε αυτή τη συγκυρία, η Αριστερά δεν καταφέρει να αγωνιστεί ενωμένη, κοινωνικά και πολιτικά, τότε όλες οι αναφορές και οι αναλύσεις σαν αυτή που παραθέτουμε, θα φαίνονται απλώς σαν μία σειρά μικρών ανούσιων συμβάντων και χαζών συγκρούσεων, με τα οποία κανείς δεν θα έχει νόημα να ασχολείται μπροστά στην εικόνα της κοινωνικής κατάπτωσης που θα έχει μπροστά του. Και τότε, όπως έγινε και με την πτώση του Υπαρκτού, ίσως κανείς δεν θα κοιτάξει ποια Αριστερά είχε τη σωστή και ποια τη λάθος γραμμή.

Κυριακή 19 Αυγούστου 2012

Τα άλογα και το κάρο


Όταν το κόμμα μας, πριν από αρκετά χρόνια, αποκόπηκε από το  όνειρο της κεντροαριστεράς, χρειάστηκε να διασαφηνίσει τη βάση στην οποία θα έθετε το ζήτημα της εξουσίας. Τρεις ήταν οι κύριες παραδοχές, ρητά και άρρητα. Πρώτον, ότι είναι άλλο πράγμα η κυβέρνηση και άλλο η εξουσία. Το ότι κατέχει κανείς την κυβέρνηση δεν σημαίνει πως διαθέτει και την πραγματική εξουσία, δηλαδή πως έχει στα χέρια του έναν κοινωνικό συσχετισμό δύναμης και ιδεολογίας και μια κοινωνική δομή που του επιτρέπει να εφαρμόσει το πρόγραμμά του. Δεύτερον, και ως εκ τούτου, ότι δεν δεχόμαστε πως αρκεί να πάρουμε την κυβέρνηση και εκ των υστέρων θα διαμορφώσουμε το σύστημα στα δικά μας μέτρα. Εντελώς χονδρικά, θα λέγαμε πως αυτή η αντίληψη καταλαβαίνει το κράτος ως ένα μονολιθικό εργαλείο άσκησης εξουσίας που όποιος το έχει στα χέρια του το κάνει ό,τι θέλει. Δεν είναι τυχαίο πως την άποψη αυτή μοιράζονται η σοσιαλδημοκρατία και ο σταλινισμός.

Τρίτον, και για το θέμα μας πιο κρίσιμο από όλα. Λέγαμε ότι, δεδομένων των προηγούμενων, η Αριστερά θα πρέπει να χτίσει την άνοδο της προς την κυβέρνηση με τρόπο ώστε, όταν θα φτάσει εκεί, να έχει ήδη διαμορφώσει σε σημαντικό βαθμό τους όρους που θα της επιτρέψουν να ασκήσει την πολιτική της, δηλαδή να έχει αλλάξει σημαντικά τις συνειδήσεις ενός κρίσιμου μέρους του πληθυσμού και να έχει διαμορφώσει ένα δυναμικό που θα προστατεύσει και θα επιβάλει την πολιτική της. Ρόλο στη διαμόρφωση αυτή της άποψης έπαιξαν και οι εμπειρίες της Λατινικής Αμερικής, με την προσπάθεια ανατροπής του Τσάβες και την περίπτωση της Βολιβίας, όπου κατ’ ουσίαν ένα κίνημα έγινε κυβέρνηση. Ο τρόπος με τον οποίο όλο αυτό το σχήμα των τριών παραδοχών αποκρυσταλλωνόταν ήταν ο εξής απλός: η Αριστερά, για να έρθει στην κυβέρνηση και να μπορέσει να δράσει ως Αριστερά, άρα να πάρει και την πραγματική εξουσία, θα πρέπει να έχει μια υψηλού βαθμού οργανωμένη πολιτική παρέμβαση στους μαζικούς κοινωνικούς χώρους. Η αύξηση της πολιτικής και ιδεολογικής επιρροής της Αριστεράς θα πηγαίνει χέρι χέρι με την αύξηση αυτής της παρέμβασης. Επομένως, για να πάρουμε την κυβέρνηση θα έπρεπε πρώτα να έχουμε κερδίσει την πλειοψηφία σε καμιά εικοσαριά εργατικά σωματεία, δέκα συνδικάτα και πέντε ομοσπονδίες.

Αυτό το σχέδιο δεν ήταν λάθος. Με τα δεδομένα που είχαμε, ο υπολογισμός ήταν λογικός. Απλώς, έπεσε θύμα της πανουργίας της Ιστορίας. Πιστεύαμε πως η άνοδος της Αριστεράς στην κυβέρνηση θα συνέβαινε μέσα σε μια κινηματική έκρηξη. Δεν φανταζόμασταν όμως αυτή την έκρηξη ούτε να λαμβάνει χώρα σε συνθήκες κρίσης, ούτε να είναι κάτι σαν τις «πλατείες». Η έκρηξη ήρθε, αλλά δεν ήταν η συνισταμένη –όπως υπολογίζαμε– της δικής μας σταθερής και ευρείας παρέμβασης στην κοινωνία και ειδικά στους χώρους δουλειάς, χωρίς να σημαίνει ότι δεν υπήρξαν και αυτά.Έχουμε λοιπόν κάτι σαν σχήμα πρωθύστερο. Η πολιτική μας δυναμική έχει αυξηθεί αναντίστοιχα της κοινωνικής μας γείωσης. Για λίγο, το κάρο έχει μπει μπροστά από τα άλογα. Αλλά δεν μπορεί να περπατάει έτσι για πολύ. Δική μας δουλειά είναι τα φέρουμε στη σωστή θέση, να φτιάξουμε τώρα και αναδρομικά αυτές τις κοινωνικές αναφορές και τις οργανωτικές σχέσεις των ανθρώπων με την Αριστερά. Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την άμεση –τη σωματική δηλαδή– εμπλοκή όλων μας σε αυτή την υπόθεση, τη συνάντησή μας με τον κόσμο, που έχουμε πια τα ίδια προβλήματα να λύσουμε.

Καταλάβαμε λοιπόν το πρώτο λάθος: η τεράστια κοινωνική δικτύωση δεν ήταν τελικά απαραίτητη για την κυβέρνηση. Η κρίση τα έφερε έτσι ώστε να την αγγίξουμε. Παραμένει όμως απαραίτητη για την εξουσία, για να μπορεί η Αριστερά να κυβερνά πραγματικά ως Αριστερά, για να μπορεί να συνομιλεί με τον κόσμο απευθείας. Ας καταλάβουμε λοιπόν και το δεύτερο λάθος. Αυτού του τύπου η κοινωνική δικτύωση δεν πρέπει, σώνει και ντε, να είναι του παλαιού τύπου: σωματείο, συνδικάτο, φοιτητικός σύλλογος με την κλασική τους λειτουργία. Ίσως πρέπει να δοκιμάσουμε, πλέον, αυτές οι δομές –τις οποίες πρέπει οπωσδήποτε να διατηρήσουμε– να καλύψουν και τις νέες ανάγκες, και όχι μόνο αυτές της εποχής που φτιάχτηκαν. Και οι νέες ανάγκες είναι της «υποβοηθούμενης αυτοοργάνωσης». «Αυτοοργάνωση», τόσο διότι λόγω της κρίσης οι άνθρωποι πρέπει να συντονιστούν για να τη βγάλουν καθαρή, όσο και διότι η δική μας Αριστερά, από θέση αρχής, δεν καταλαβαίνει τον εαυτό της ως ένα κοινωνικό διευθυντήριο και την κοινωνία ως ένα κουρδισμένο σώμα, αλλά ως ένα σώμα που βουλεύεται και αποφασίζει. Αλλά και «υποβοηθούμενη», διότι η θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης μας επιτρέπει να κάνουμε ακόμη πιο ορατές αυτές τις πρωτοβουλίες, ενδεχομένως και να επιβάλουμε την ενίσχυση του κράτους προς αυτές.

Οι παραπάνω δράσεις θα πρέπει να αποτελούν μια προεπισκόπηση, όσο αυτό είναι εφικτό, του τι θα έκανε μια κυβέρνηση της Αριστεράς, σε σχέση με τις πρωτοβουλίες των πολιτών και πώς θα τους δίδασκε, μαθαίνοντας ταυτόχρονα και η ίδια, να παίρνουν τη ζωή τους στα χέρια τους. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως μια από τις βασικότερες δομές που έφεραν το 1917 τους μπολσεβίκους στην εξουσία με ένα –τελικά– πλειοψηφικό πολιτικό πρόταγμα, ήταν οι εργοστασιακές επιτροπές. Αλλά ούτε και πως αυτές ξεπατώθηκαν, λίγο μετά την κατάληψη της εξουσίας (δηλαδή επί Λένιν και όχι επί Στάλιν), εκκινώντας  τη γραφειοκρατικοποίηση του καθεστώτος.

Η κυβέρνηση της Αριστεράς θα πρέπει να θεσμοποιεί, να οργανώνει και να αναπτύσσει αυτές τις δομές αυτοοργάνωσης και — εξίσου σημαντικό!– να μπολιάζει με τη λογική τους τις «παραδοσιακές» δομές. Δηλαδή, να βοηθάει τα συνδικάτα, τα σωματεία και τους φοιτητικούς συλλόγους, ώστε, πέρα από χώροι διεκδίκησης κλαδικών αιτημάτων, να εξελίσσονται και σε χώρο συνάντησης και συντονισμού των διαδικασιών κοινωνικής αλληλεγγύης, της συνάντησης κράτους και κοινωνικού εθελοντισμού. Για παράδειγμα, το σωματείο εργαζομένων ενός νοσοκομείου μπορεί να είναι ο χώρος που συνεχίζει να διεκδικεί καλύτερους μισθούς και, την ίδια στιγμή, να  οργανώνει το πρόγραμμα με το οποίο οι γιατροί μια φορά την εβδομάδα θα παρέχουν εθελοντικά τις υπηρεσίες τους σε κάποιο κατάλυμα αστέγων ή σε μια υποβαθμισμένη αστική περιοχή. Η διεκδίκηση και η επιβολή καινοτομιών όπως του Συμμετοχικού Προϋπολογισμού (και γενικά δομών κοινωνικής διαβούλευσης) μπορούν να αποτελέσουν σοβαρό έναυσμα για να ενταχθούν οι πολίτες σε μια ουσιωδώς πολιτική διεργασία, ώστε να δοθεί ένα πολύ ισχυρό δείγμα του τι εννοούμε όταν λέμε πως θέλουμε να πάρουμε την κυβέρνηση για να επιστρέψει η εξουσία εκεί από όπου πηγάζει, στο λαό.

Κάποια από τα παραπάνω μοιάζουν, επί της αρχής, αντιφατικά: Διεκδίκηση καλύτερων μισθών και ταυτόχρονα εθελοντική, δηλαδή απλήρωτη, εργασία; Αυτό όμως, αν μπορέσουμε να το πετύχουμε, θα αποτελέσει μια δύναμη με μεγάλο πολιτικό κεφάλαιο, μια άφθαρτη πολιτική δύναμη, με τα πρόσωπά της, που μπορούν να πείσουν πως είναι εδώ για να βοηθήσουν την κοινωνία να σταθεί όρθια. Για να γίνουν αργότερα μια κυβέρνηση που έρχεται μέσα από τους αγώνες της κοινωνίας και πείθει πως προσπαθεί για το καλύτερο, μαζί με τον κόσμο. Και αυτή είναι μια από τις βασικές καθοδηγητικές γραμμές για την ίδρυση του νέου μας κόμματος, του ενιαίου ΣΥΡΙΖΑ: Η δημιουργία ενός κόμματος με δομές και πολιτική πλατφόρμα που να του επιτρέπουν να λειτουργεί ως ένα πολιτικό εργαλείο που να υλοποιεί τα παραπάνω. Με μια όμως κρίσιμη επισήμανση: το Κόμμα δεν είναι το άθροισμα των επιμέρους κινημάτων, ούτε των επιμέρους αιτημάτων. Δεν είναι ο συλλογικός ακτιβιστής, αλλά ο συλλογικός διανοούμενος. Έτσι,  το βασικό του πλεονέκτημα, έναντι άλλων μορφών συλλογική οργάνωσης, είναι ότι μπορεί να παίρνει πολλές επιμέρους οπτικές, ανάγκες, συμφέροντα, να τα ιεραρχεί και να τα συνθέτει σε ένα πολιτικό σχέδιο, σε ένα πολιτικό και κυβερνητικό πρόγραμμα.

Ο ρόλος των κινημάτων είναι σαφής: η προώθηση των αιτημάτων και η κινητοποίηση της κοινωνίας. Ο ρόλος του κόμματος όμως είναι πιο σύνθετος: η θεσμική ολοκλήρωση και η αναβάθμιση αυτής της κινητοποίησης στο πολιτικό επίπεδο. Είναι κάτι πιο πέρα από τους καλούς κινηματικούς αυτοματισμούς μας. Είναι αυτό που μας ζητάει ο κόσμος, άμεσα, και που δεν μπορούμε να το απορρίψουμε ως ανυπόμονο αίτημα ενός πολιτικά ανώριμου σώματος. Και, ευτυχώς, δεν το κάνουμε!