Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2009

Οκτωβριανή Επανάσταση. Μία σύντομη αφήγηση

Δεκέμβριος 2007
Για την ΕΝΕΔΡΑ


Ο μαρξιστής ιστορικός Έρικ Χομπσμπάουμ χαρακτηρίζει την περίοδο από το 1914 ως το 1991 ως «τον σύντομο εικοστό αιώνα». Κεντρικό κριτήριο αυτής της ελαστικής διαχείρισης του ιστορικού χρόνου είναι η μεγάλη αναταραχή που προκάλεσε το επαναστατικό πρόταγμα της κοινωνικής απελευθέρωσης και η εξέλιξη αυτού που αυτοσυστήνονταν ως η θεσμική του αποτύπωση, της Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών. Η Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 είναι αυτή που βάζει το μελάνι της ιστορίας πάνω στην ιδρυτική πράξη της Ε.Σ.Σ.Δ.

Τον 19ο αιώνα, στη Ρωσία η δυναστεία των Ρομανώφ κρατάει την αυτοκρατορία σε κατάσταση πολιτικής και οικονομικής καθυστέρησης. Σε ένα ασφυκτικό πολιτικό πλαίσιο, όπου ο τσάρος κυβερνά απολυταρχικά, η οικονομική πραγματικότητα της αυτοκρατορίας επιδεινώνεται διαρκώς, τόσο στον βιομηχανικό όσο και στον αγροτικό τομέα. Ειδικότερα στην ύπαιθρο, η κατοχή του μεγαλύτερου τμήματος της γης από λίγους φεουδάρχες συντελεί στην εξαθλίωση των αγροτικών πληθυσμών. Ως αντίδραση σε αυτήν την κατάσταση, στα τέλη του αιώνα σχηματίζονται ριζοσπαστικές πολιτικές ομάδες ενώ ο μαρξισμός αρχίζει να αποκτά ερείσματα σε πολλούς από τους αντιπάλους του τσαρισμού, αρχικά σε φοιτητές και αργότερα σε εργάτες και αγρότες. Την ίδια περίοδο, οργανωμένες επαναστατικές δυνάμεις επιδίδονται σε δυναμικές ενέργειες, όπως η δολοφονία του τσάρου Αλέξανδρου το 1881 από τους ποπουλιστές (narodniki). Στους τελευταίους συμμετέχει και ο Αλεξάντερ Ουλιάνοφ, αδερφός του Βλαντιμίρ Ουλιάνοφ που αργότερα θα γίνονταν γνωστός ως «Λένιν», ο οποίος και εκτελείται το 1887 με την κατηγορία πως συμμετείχε στον σχεδιασμό της δολοφονίας του τσάρου Αλέξανδρου Β΄.

Απότοκο αυτών των διεργασιών είναι η ίδρυση το 1898 του Ρωσικού Σοσιαλιστικού Δημοκρατικού Εργατικού Κόμματος (ΡΣΔΕΚ). Ο Λένιν, που στο μεταξύ επιστρέφει από την εξορία, επιμένει στην ανάγκη το ΡΣΔΕΚ να αποτελεί «κόμμα νέου τύπου», δηλαδή να εισάγει την σοσιαλιστική συνείδηση στο εργατικό κίνημα και να καθοδηγεί την πάλη του έχοντας ως βασική οργανωτική αρχή τον «δημοκρατικό συγκεντρωτισμό», που προβλέπει την δυνατότητα ελεύθερης διαβούλευσης στο εσωτερικό του κόμματος, την λήψη αποφάσεων κατά πλειοψηφία αλλά και την υποχρεωτική υλοποίηση της ληφθείσας απόφασης από όλα τα μέλη. Ο Λένιν υποστηρίζει πως είναι οι συνθήκες της παρανομίας αυτές που επιβάλλουν στο κόμμα αυτόν τον τύπο λειτουργίας. Στο δεύτερο συνέδριο του ΡΣΔΕΚ το 1903 διεξάγεται μεγάλη σύγκρουση γύρω από το ζήτημα της οργανωτικής λειτουργίας. Η πρόταση του Λένιν, που ανήκει στην ριζοσπαστική τάση του κόμματος, για την εκλογή των καθοδηγητικών οργάνων επικρατεί, μετά όμως την αποχώρηση ενός αριθμού συνέδρων της αντίπαλης τάσης. Έκτοτε, η πλευρά της οποίας ηγείται ο Λένιν ονομάζεται «μπολσεβίκοι» (πλειοψηφούντες) και η άλλη «μενσεβίκοι» (μειοψηφούντες). Τελικά, το 1905 στο 3ο συνέδριο του το ΡΣΔΕΚ διασπάται.

Το 1905 σημειώνεται στη Ρωσία το πρώτο επαναστατικό ξέσπασμα. Την Κυριακή 9 Ιανουαρίου στην Αγία Πετρούπολη, εργάτες με επικεφαλής τον ιερέα Γεώργιο Γκαπόν πραγματοποιούν πορεία προς τα χειμερινά ανάκτορα για να μεταφέρουν στο τσάρο τα αιτήματα τους. Η απάντηση του ηγεμόνα είναι η βίαιη καταστολή τους, που έχει ως αποτέλεσμα μεγάλο αριθμό θανάτων και τραυματισμών. Ακολουθεί σε όλη τη χώρα η εξέγερση των εργατών, των αγροτών αλλά και στρατιωτών (όπως οι ναύτες του θωρηκτού «Ποτέμκιν»). Αποτέλεσμα όλων αυτών, καθώς και της ίδρυσης κομμάτων, αστικών και επαναστατικών, που ζητούσαν μεταρρυθμίσεις, είναι η υποχώρηση του τσάρου και η ίδρυση βουλής (Δούμα) συμβουλευτικού χαρακτήρα. Η Δούμα καταργείται από τον τσάρο δύο φορές, το 1906 και το 1907 σημαίνοντας και το τέλος της επανάστασης του 1905.

Οι κοινωνικές αντιθέσεις εντείνονται στην Ρωσία το 1914, έτος έναρξης του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Όλα τα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα καλούνται να αποφασίσουν αν θα υποστηρίξουν τη συμμετοχή των χωρών τους στον πόλεμο ή θα επιλέξουν την ταξική αλληλεγγύη, υποστηρίζοντας την μη συμμετοχή σε έναν πόλεμο που γινόταν αντιληπτός ως ενδοϊμπεριαλιστική σύγκρουση. Αποτέλεσμα είναι η διάσπαση πολλών κομμάτων. Η συμμετοχή της Ρωσίας στον πόλεμο απειλεί να εξαντλήσει τους πόρους της αυτοκρατορίας ενώ η επιδείνωση των όρων ζωής των κατοίκων της συνδυάζεται με τις αποτυχίες στο στρατιωτικό πεδίο. Τα κόμματα του ριζοσπαστικού τμήματος του πολιτικού φάσματος είναι οι Σοσιαλιστές-Επαναστάτες (εσέροι), οι μπολσεβίκοι και οι μενσεβίκοι και έχουν ως στόχο την κατάργηση του τσαρισμού και τον εκδημοκρατισμό της χώρας. Κριτική όμως ασκούν και τα αστικά κόμματα. Οι μπολσεβίκοι ζητούν την αποχώρηση της Ρωσίας από τον πόλεμο και ταυτόχρονα διεκδικούν την αναδιανομή της γης, συγκεντρώνοντας έτσι την υποστήριξη μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού. Στις 23 Φεβρουαρίου 1917 οργανώνονται στην Αγία Πετρούπολη εκδηλώσεις διαμαρτυρίας των εργαζομένων για τον πόλεμο, την ακρίβεια και τις συνθήκες εργασίας. Ακολουθούν απεργίες με την συμμετοχή 128.000 εργατών. Στις 25 Φεβρουαρίου κηρύσσεται γενική πολιτική απεργία. Οι απεργοί καταλαμβάνουν εργοστάσια και καταστρέφουν αστυνομικά τμήματα ενώ σε συγκρούσεις με την αστυνομία σημειώνονται οι πρώτοι θάνατοι. Την επόμενη μέρα ο στρατός αντιμετωπίζει τις διαδηλώσεις και τα θύματα γίνονται εκατοντάδες. Όμως, μέσα στις επόμενες δύο μέρες σχεδόν 190.000 στρατιώτες ενσωματώνονται στην επανάσταση και εφοδιάζουν τους διαδηλωτές με χιλιάδες όπλα. Υπό το κράτος της πίεσης ο τσάρος παραιτείται και στις 4 Μαρτίου μία από τις μακροβιότερες δυναστείες της Ευρώπης, η δυναστεία των Ρομανώφ, καταρρέει.

Στην επαναστατημένη πλέον Ρωσία δημιουργείται ένας τύπος «δυαδικής εξουσίας». Από τη μία υπάρχει η Προσωρινή κυβέρνηση, με εκπροσώπους μόνο των αστικών κομμάτων, και από την άλλη τα συμβούλια εργατών (σοβιέτ) που σύντομα αναγνώρισαν την πρωτοκαθεδρία του σοβιέτ της Αγίας Πετρούπολης. Το σοβιέτ ελέγχει μία σειρά από κρατικούς θεσμούς και υποδομές όπως ο στρατός, ο σιδηρόδρομος και το ταχυδρομείο. Έτσι, η Προσωρινή Κυβέρνηση έχει την εξουσία χωρίς να έχει ισχύ και το σοβιέτ έχει την ισχύ χωρίς να έχει την εξουσία. Το κόμμα των μπολσεβίκων μέσα σε οχτώ μήνες αυξάνει τον αριθμό των μελών του από 24.000 σε 340.000 και πλέον τίθεται όλο και πιο έντονα το ζήτημα της περαιτέρω στάσης του.

Τον Απρίλιο του 1917 ο Λένιν επιστρέφει στη Ρωσία και διατυπώνει τις περίφημες «Θέσεις του Απρίλη»: Η Προσωρινή Κυβέρνηση εκπροσωπεί την εξουσία των αστών και των φεουδαρχών ενώ τα σοβιέτ την εξουσία των εργατών και των αγροτών, απαιτείται άμεσος τερματισμός του πολέμου και αναδιανομή της γης. Τον ίδιο μήνα η Προσωρινή Κυβέρνηση ανακοινώνει την συνέχιση της συμμετοχής της Ρωσίας στον πόλεμο. Οι εκδηλώσεις διαμαρτυρίας που ακολουθούν οδηγούν σε παραίτηση της Προσωρινής Κυβέρνησης και στον σχηματισμό νέου κυβερνητικού σχήματος με τη συμμετοχή των μενσεβίκων και των εσέρων και με τη δέσμευση της συνέχισης του πολέμου, με ταυτόχρονη προσπάθεια για σύναψη ειρήνης. Στο συνέδριο των σοβιέτ που πραγματοποιείται το Ιούνιο, οι μπολσεβίκοι αναδεικνύονται σε μειοψηφία, καθώς έχουν μόλις 105 συνέδρους στο σύνολο των 1090.

Αλλεπάλληλες κυβερνητικές κρίσεις, όπου διατυπώνεται και το αίτημα για παραχώρηση όλης της εξουσίας στα σοβιέτ, οδηγούν τελικά στον σχηματισμό της κυβέρνησης του Κερένσκι, ο οποίος και αποφασίζει να χτυπήσει τους μπολσεβίκους με το πρόσχημα πως ήταν πράκτορες της Γερμανίας που τους χρηματοδοτούσε για να κάνουν αντιπολεμική προπαγάνδα. Οι διώξεις είναι μεγάλες και η κυβέρνηση προσπαθεί να δικάσει τον Λένιν, ο οποίος διαφεύγει στη Φινλανδία. Κατά αυτήν την περίοδο τα αριστερά κόμματα, πλην των μπολσεβίκων, δεν σχεδιάζουν την μετάβαση σε ένα σοσιαλιστικό καθεστώς καθώς κρίνουν ως ανώριμες τις συνθήκες στη Ρωσία. Αντιθέτως, επιδιώκουν την διεύρυνση των δημοκρατικών δικαιωμάτων στο πλαίσιο ενός αστικοδημοκρατικού καθεστώτος. Όμως, είναι τα συνθήματα των μπολσεβίκων για άμεση ειρήνη, για εξάλειψη των φεουδαρχικών υπολειμμάτων, για εργατικό έλεγχο της παραγωγής και της διανομής, για εθνικοποίηση των τραπεζών που κερδίζουν διαρκώς υποστήριξη. Το επαναστατικό κλίμα οδηγεί τον Λένιν να επισημάνει στην ηγεσία των μπολσεβίκων πως «σε τέτοιες συνθήκες το “να περιμένουμε“ είναι έγκλημα». Στις 10 Οκτωβρίου 1917, η Κεντρική Επιτροπή του μπολσεβίκικου κόμματος αποφασίζει την ένοπλη ανατροπή της Προσωρινής Κυβέρνησης. Τη νύχτα 24 προς 25 Οκτωβρίου 1917, οι επαναστάτες καταλαμβάνουν κυβερνητικά κτίρια και στρατηγικής σημασίας σημεία και το πρωί σχεδόν όλη η Αγία Πετρούπολη είναι υπό τον έλεγχο τους. Το απόγευμα δίνεται τελεσίγραφο στην κυβέρνηση, που έχει περικυκλωθεί στα χειμερινά ανάκτορα. Ακολουθεί ανταλλαγή πυροβολισμών και μία ώρα μετά τα μεσάνυχτα αποφασίζεται η εισβολή στο κτίριο. Μόλις δέκα μέλή της φρουράς του Κερένσκι σκοτώνονται και τα ανάκτορα καταλαμβάνονται. Την ίδια μέρα, το 2ο συνέδριο των σοβιέτ, με την παρουσία στο τέλος μόνο των μπολσεβίκων και των αριστερών εσέρων, αποφασίζει πως «παίρνει την εξουσία στα χέρια του».

Έτσι, σε σύγκρουση όχι μόνο με τους αστούς αλλά και με την δογματική διαχείριση της ιστορίας, που προτείνει πως η πραγματικότητα εξελίσσεται βάσει προδιαγεγραμμένων σταδίων, το κόμμα των μπολσεβίκων, το κόμμα που ήθελε να οργανώσει το προλεταριάτο σε συλλογικό επαναστατικό υποκείμενο έγραψε την πιο μεγαλειώδη ίσως σελίδα στην ιστορία του 20ου αιώνα και βρέθηκε στην εξουσία. Το ίδιο όμως το προλεταριάτο; Η ερώτηση αυτή ανοίγει πληγές, παλιές αλλά όχι λησμονημένες. Ο Λουκάς Αξελός γράφει πως «η Οκτωβριανή Επανάσταση άνοιγε στα μάτια των εργατών όλου του κόσμου μια ασύλληπτη χειροπιαστή προοπτική». Χωρίς να περάσουν πολλά χρόνια από την Επανάσταση, στα μάτια των εργατών της ΕΣΣΔ φώλιασε ο φόβος, απέναντι σε ένα καθεστώς που αυτοπροσδιορίζονταν ως «δικτατορία του προλεταριάτου» και εξελίχτηκε σε «δικτατορία επί του προλεταριάτου». Ήταν αναπόφευκτο; Ήταν αναπόφευκτη και η εξέλιξη των χρόνων 1989-1991; Από ένα σημείο και μετά ίσως. Όμως, οι δυναμικές συνθήκες για την εκδίπλωση ενός επαναστατικού εγχειρήματος που απειλούσε να φτάσει, για πρώτη φορά, «τον άνθρωπο στο ύψος του ανθρώπου» υπήρχαν μέσα στον ίδιο τον ανατρεπτικό πυρήνα της επανάστασης. Τις συνέπειες της εγκατάλειψης του προτάγματος της κοινωνικής απελευθέρωσης, τις «πέτρες» από την κατάρρευση του σοβιετικού οικοδομήματος θα τις κουβαλάμε για πολύ καιρό ακόμη στις πλάτες μας. Εμείς και οι εκμεταλλευόμενες τάξεις όλου του κόσμου που μετά από την πτώση της ΕΣΣΔ, του (στρεβλά και εν μέρει, έστω) αντίπαλου δέους του καπιταλισμού, βλέπουν τις κοινωνικές τους κατακτήσεις να ακυρώνονται. Επιχειρώντας όμως μία, δογματική ίσως, θέαση του ιστορικού χρόνου λέμε πως οι εποχές των επαναστάσεων δεν τελειώνουν. Άλλωστε, το μεγαλύτερο δόγμα είναι πως αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου