Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2009

«Βάλε φωτιά σ’ότι σε καίει, σ’ότι σου τρώει την ψυχή...»

Νοέμβριος 2006
Για το ένθετο Παιδεία και Κοινωνία της Αυγής.


Κάθε χρόνο, στο τέλος της περιόδου των σχολικών εξετάσεων, έξω από τα σχολεία μαζεύονται σωροί από αποκαΐδια. Είναι τα απομεινάρια των βιβλίων που πολλοί μαθητές καίνε όταν τελειώνει η σχολική χρονιά.

Η ερμηνεία αυτής της καταστροφικής κίνησης, αποκλειστικώς ως αποτέλεσμα μίας διάθεσης βανδαλισμού είναι πολύ εύκολη για να είναι σωστή. Κυρίως, δεν επιτυγχάνει να αναδείξει την αιτία αλλά καταλήγει απλώς να περιγράφει ξανά το φαινόμενο. Ας επιχειρήσουμε λοιπόν μία ανάλυση μέσα από την οδό των ομόλογων εικόνων. Δηλαδή, ας φέρουμε στο μυαλό μας αντίστοιχες «βανδαλιστικές» ενέργειες και ας προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε τους κοινούς τόπους, τις τομές.

Ας εξετάσουμε την περίπτωση μίας εξέγερσης στις φυλακές. Μία από τις πρώτες κινήσεις των εξεγερμένων είναι να βάλουν φωτιά στα στρώματα τους. Η στάση αυτή με μία πρώτη ματιά ίσως να μοιάζει ακατανόητη. Ίσως κάποιος να την αποδώσει σε μία τυφλή διάθεση εκτόνωσης και άσκησης βίας. Όμως ακόμη και αυτά που γίνονται «στα τυφλά» (που συνήθως σημαίνει «υποσυνείδητα») εξυπηρετούν έναν σκοπό, ζώνονται στο άρμα μιας ανάγκης. Και ποια είναι αυτή στην περίπτωση που εξετάζουμε; Η απελευθέρωση! Το κάψιμο των στρωμάτων, που αποτελούν τμήμα του περιβάλλοντος των κελιών που θα ήθελαν να καταστρέψουν, συνιστά από την πλευρά των φυλακισμένων μία πράξη συμβολικής απελευθέρωσης.

Θέλετε να το δούμε και αλλού; Ας πάρουμε άλλη μία ομόλογη εικόνα. Τι γίνεται όταν οι οπαδοί μιας ομάδας βάζουν φωτιά στο γήπεδο τους απογοητευμένοι από την αγωνιστική της παρουσία; Διαμαρτύρονται, εκτονώνονται. Και πάλι η στάση τους φαίνεται παράδοξη. Γιατί να κάψεις το γήπεδο της ομάδας σου; Γιατί να καταστρέψεις τον χώρο όπου έχεις περάσει τόσες ώρες από τη ζωή σου; Γιατί να καταστρέψεις έναν χώρο που στην οπαδική αργκό τον αποκαλείς «ναό», υπονοώντας την σχέση λατρευτικής ταύτισης που έχεις με την ομάδα σου; Γιατί, με δυο λόγια, να καταστρέψεις κάτι δικό σου, γιατί να βλάψεις την ίδια σου την ομάδα; Διότι οι οπαδοί υποσυνείδητα προσπαθούν να απαλλαγούν από αυτό που τους δεσμεύει, από το πάθος τους για την ομάδα τους η οποία όταν αποτυγχάνει τους προκαλεί δυστυχία ανάλογη των προσδοκιών που έχουν συσσωρεύσει και της αξίας που τους έχουν προσδώσει. Από αυτή την ταύτιση τους και από την ίδια την ομάδα τους θέλουν εν τέλει να απαλλαγούν. Και τι συμπυκνώνει περισσότερο από το γήπεδο τα χαρακτηριστικά της ομάδας και τα βιώματα του οπαδού; Από αυτά προσπαθούν να απελευθερωθούν, βιώνοντας ταυτόχρονα το αδιέξοδο του οπαδισμού.

Θα μπορούσαμε επίσης να παραθέσουμε ένα πλήθος εθίμων, ελληνικών και μη, που έχουν ως βασικό τους στοιχείο τη φωτιά και που αποτελούν πράξεις συμβολικής απελευθέρωσης, εξαγνισμού και μετάβασης σε κάτι νέο και καθαρό. Μάλιστα, τα έθιμα αυτά έχουν συνήθως χαρακτήρα πανηγυρικό, χαρακτήρα γιορτής.

Τι είναι λοιπόν αυτό από το οποίο δηλώνουν (ακόμη και υποσυνείδητα) την επιθυμία τους να απελευθερωθούν οι μαθητές και οι μαθήτριες; Τι είναι αυτό που γιορτάζουν; Από το ίδιο το σχολείο θέλουν να απελευθερωθούν. Την μετάβαση στην κατάσταση των διακοπών, δηλαδή της απουσίας του σχολείου, είναι που γιορτάζουν. Για αυτό και καίνε τα βιβλία, ως στοιχεία του σχολείου, ως κομμάτια της δέσμευσης τους. Και φυσικά από αυτό δεν εκπλήσσεται κανείς. Διότι είναι σαφές πως το σχολείο δεσμεύει, περιορίζει, δεν απελευθερώνει. Και τι σημαίνει «δεν απελευθερώνει»; Σημαίνει πως δεν προσφέρει πεδίο έκφρασης και πραγμάτωσης στις κλίσεις, τις ανησυχίες, τα ενδιαφέροντα, τις επιθυμίες των μαθητών. Σημαίνει πως λειτουργεί χρησιμοθηρικά και τεχνοκρατικά, πως ετοιμάζει τους μαθητές όχι για το ρόλο του πολίτη αλλά για αυτόν του εργαζόμενου, του διαρκώς επανακαταρτούμενου και πάντα ελλιπώς και αποσπασματικά εκπαιδευμένου. Το σχολείο με τους εξοντωτικούς ρυθμούς δουλειάς, γίνεται προθάλαμος της αγοράς εργασίας. Προετοιμάζει τους μαθητές για να γίνουν οι εργαζόμενοι που θα ζουν για να δουλεύουν, δεν θα έχουν ελεύθερο χρόνο για να αναπτύξουν τις προσωπικότητες τους, δεν θα διεκδικούν συλλογικά παρά μόνο ατομικά. Επιβάλλει μία «εργαλειακή» αντιμετώπιση της γνώσης, του τύπου «μάθε αυτά για να μπεις στο πανεπιστήμιο», σαν η γνώση να έχει αξία μόνο αν ενισχύει την ανταγωνιστικότητα, σε οποιαδήποτε έκφανση της ζωής. Ενσταλάζει τη νοοτροπία της παθητικής αποδοχής της πραγματικότητας και της προσαρμογής σε αυτήν. Δεν προσφέρει την συνείδηση της ιστορικότητας των κοινωνικών συνθηκών και άρα της δυνατότητας υπέρβασης τους. Δεν διδάσκει καν την αλληλεγγύη, τη συλλογικότητα. Διδάσκει τον ατομικό δρόμο, τον ανταγωνισμό, σε τελική ανάλυση την μοναχικότητα.

Εύλογη η απορία: Μέσα σε ένα κοινωνικό σύστημα που έχει στον πυρήνα του την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο μπορεί το σχολείο, ένας από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους, να μην δεσμεύει, αλλά να απελευθερώνει; Ίσως κάποιος πει ότι ζητώντας κάτι τέτοιο, βάζουμε το κάρο μπροστά από τα άλογα. Σίγουρα τα πράγματα δεν μπορούν να γίνουν τέλεια. Όμως αν θέλουμε να είμαστε ελάχιστα συνεπείς προς τις αρχές και την πολιτική μεθοδολογία της αριστεράς οφείλουμε να θυμόμαστε πάντα πως το κάθε σύστημα εμπεριέχει εν σπέρματει και ως αντίφαση τα στοιχεία της υπέρβασης του καθώς επίσης (αυτό είναι της δικής μας αριστεράς!) πως η ιστορία δεν εξελίσσεται ευθύγραμμα, δεν έχει ατσάλινους νόμους και προδιαγεγραμμένες ολικές εξελίξεις. Έχει ενδεχόμενα που τα πραγματοποιούν ή τα ακυρώνουν οι άνθρωποι, οι συλλογικότητες οι τάξεις. Αυτά τα ενδεχόμενα, αυτές τις προϋποθέσεις είναι που πρέπει να ενεργοποιούμε, χωρίς να περιμένουμε τον σοσιαλιστικό παράδεισο για να μας τα λήξει όλα.

Το εκπαιδευτικό κίνημα των τελευταίων μηνών μας λέει αρκετά περί του πως μπορούμε να ενεργοποιήσουμε αυτά τα ενδεχόμενα, πως μπορούμε να ανακαλύψουμε νέα, περισσότερο προωθητικά, πως μπορούμε εν τέλει να νικήσουμε. Το κίνημα αυτό ξεκίνησε με τις καταλήψεις σε ΑΕΙ και ΤΕΙ το περασμένο καλοκαίρι. Οι καταλήψεις πραγματοποιήθηκαν πάνω στη βάση της αντίληψης του κινήματος ως μία ζωντανή πολιτική διαδικασία, με σχετικώς αυτόνομο χαρακτήρα που ως πρώτιστο στόχο του δεν μπορεί παρά να θέτει την ίδια την νίκη του. Ίσως αυτή η οπτική να φαντάζει αυτονόητη. Όμως, για πολύ καιρό πριν από τις καταλήψεις, οι όποιες κινηματικές προσπάθειες υπήρχαν στα πανεπιστήμια τελούσαν υπό την ηγεμονία (και άρα την κηδεμονία!) της ΚΝΕ και επομένως κινούνταν μέσα στο πλαίσιο που αυτή έθετε. Και ποιο είναι αυτό; Είναι η αντίληψη πως στην παρούσα φάση του καπιταλισμού κανένα κίνημα δεν έχει προοπτικές ουσιαστικής νίκης και άρα η χρησιμότητα του εξαντλείται στην αμιγώς εργαλειακή του χρήση για αύξηση των μελών της οργάνωσης. Καθόλου παράξενο λοιπόν που για όσο καιρό η Πανσπουδαστική κέρδιζε τις συνελεύσεις στις σχολές και ο αγώνας διεξάγονταν με τα δικά της μέτρα, δεν είχαμε πετύχει τίποτα. Καθόλου παράξενο επίσης και το ότι όταν σχηματίστηκε το άλλο μπλοκ της φοιτητικής αριστεράς στις συνελεύσεις και ο αγώνας διεξήχθη πλέον με το δικό μας πλαίσιο πετύχαμε νίκες.

Τα αποτελέσματα της «κινηματικής» στρατηγικής της ΚΝΕ είχαν φανεί και στις μαθητικές καταλήψεις για το νόμο Αρσένη. Τότε, την κρίσιμη στιγμή η γραμμή της ΚΝΕ προς τους μαθητές της επέβαλε η λήξη των καταλήψεων. Το σκεπτικό προφανές: «Εντάξει, κάναμε τον αγώνα μας, αυξήσαμε τα μέλη μας αλλά δεν μπορούμε να ρίξουμε το νόμο, οπότε δώστε τώρα εξετάσεις και μπείτε στα πανεπιστήμια για να ενισχύσετε την Πανσπουδαστική!». Την ίδια τακτική, προσπαθεί να ακολουθήσει η ΚΝΕ ξανά στα σχολεία. Με άξονα την πεποίθηση της στο «δίκαιο της φωτεινής πρωτοπορίας» (που ελάχιστα απέχουν οι πρακτικές της από αυτές της «φωτισμένης δεσποτείας») κλείνει τα σχολεία όχι με συνελεύσεις αλλά με αποφάσεις των 15μελών συμβουλίων ή με την καθοδηγούμενη δράση τριών – τεσσάρων μαθητών κάθε σχολείου.

Το μαθητικό κίνημα που πάει να γεννηθεί είναι ελπιδοφόρο. Και δεν πρέπει να πέσει και αυτή τη φορά θύμα του καιροσκοπισμού. Και ο τρόπος για να επιτευχθεί αυτό είναι η συλλογικότητα, η λήψη των αποφάσεων μέσα σε συνελεύσεις, σε ανοιχτές πολιτικές διαδικασίες που θα πετύχουν την ενεργό εμπλοκή των μαθητών στο κίνημα και όχι τον περιορισμό τους στο ρόλο του κομπάρσου, της «κρίσιμης μάζας» και μόνο. Το μεγάλο στοίχημα είναι να βοηθήσουμε τους μαθητές να διαμορφώσουν αυτοί το χαρακτήρα του κινήματος τους και να μην τους προσφερθεί και πάλι καμιά έτοιμη, «προκάτ» κομματική συνταγή. Η περίπτωση των μαθητών είναι ιδιαίτερη. Προτού ενταχθούν στην παραγωγική διαδικασία βιώνουν την ένταση της. Προτού βγουν στην αγορά εργασίας δουλεύουν εξοντωτικά κάθε μέρα. Δεν χρειάζονται εμάς για να τους πούμε πως αυτό το σχολείο τους εξαφανίζει τον ελεύθερο χρόνο. Το ζούνε. Μας χρειάζονται για να τους πούμε πως αυτό δεν είναι τυχαίο, γίνεται για να τους εξοικειώσει με το μοντέλο ζωής που τους επιφυλάσσεται. Μας χρειάζονται για να τους πούμε πως από αυτή την κατάσταση δεν θα τους βγάλει ο συμβιβασμός, αλλά ο αγώνας, η συλλογική διεκδίκηση. Πως μόνο έτσι θα βελτιώσουν το σχολείο τους, μόνο έτσι θα δώσουν στα όνειρα τους πεδίο πραγμάτωσης, προτού προλάβουν να τα χάσουν, κάπου στη διαδρομή ανάμεσα στο σχολείο και στο φροντιστήριο. Μας χρειάζονται για να τους δείξουμε το δρόμο, όχι όμως για να τους πάρουμε από το χέρι.

Θυμάμαι πάντα μία συζήτηση που είχε γίνει στο σχολείο μου όταν είχε προκύψει ένα ζήτημα αναφορικά με την απαγόρευση συγκεκριμένων ενδυματολογικών επιλογών των μαθητών. Η αιτιολόγηση της απαγόρευσης αυτής ήταν η εξής : «Το σχολείο οφείλει να σας προετοιμάζει για την κοινωνία, για τον έξω κόσμο. Και όταν αργότερα ψάχνετε για δουλειά, είναι πιθανό ένας εργοδότης να μην θελήσει να σας προσλάβει λόγω του ότι π.χ. θα φοράτε σκουλαρίκι»... Ε λοιπόν, όχι! Αν υπάρχει κάτι που πάνω από όλα πρέπει να διεκδικήσει αυτό το κίνημα και να φωνάξουν οι μαθητές είναι ότι το σχολείο, η εκπαιδευτική διαδικασία συνολικά, πρέπει να προετοιμάζει τα παιδιά για έναν κόσμο καλύτερο από αυτόν που θα αντιμετωπίσουν. Γιατί; Προκειμένου αυτός ο κόσμος να μην τους αρέσει και να ορμήσουν να το αλλάξουν! Αλλιώς, θα συνεχίσουμε να μετράμε αποκαΐδια βιβλίων κι ονείρων και να βλέπουμε τους τοίχους να γράφουν πως «τα σχολεία φωτίζουν μόνο όταν καίγονται»...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου